Η δημιουργία της Υπηρεσίας Γεωργικών Εφαρμογών (Υ.Γ.Ε.) την δεκαετία του 50 αποτέλεσε μια μοναδική στα Ελληνικά χρονικά μορφή εκπαίδευσης ενηλίκων καθώς συνδύαζε τη μαζικότητα όσον αφορά στους αποδέκτες με την κοινοτική/τοπική ανάπτυξη, την τεχνική βοήθεια με την κοινωνική παρέμβαση, το σχεδιασμό πολιτικής γεωργικής ανάπτυξης με τον εκπαιδευτικό προγραμματισμό. Στα αρχικά/συμβατικά πλαίσια οι γεωργοεφαρμοστές (γεωπόνοι-σύμβουλοι) συνήθως θεωρούνται ως ενδιάμεσοι, συχνά παθητικοί δέκτες, που λαμβάνουν τις εκροές της έρευνας – τεχνολογία και γνώση – και τις μεταβιβάζουν σε αυτούς που θεωρείται ότι τις χρειάζονται, δηλαδή τους γεωργούς. Το μοντέλο αυτό, γνωστό ως μοντέλο της «μεταφοράς τεχνολογίας» ή «γραμμικό μοντέλο διάδοσης της καινοτομίας», είναι αντιπροσωπευτικό της «από-τα-πάνω» προσέγγισης της γεωργικής ανάπτυξης και, κατά συνέπεια, του «συμβατικού» ή «παραδοσιακού» ρόλου των Γ.Ε., υιοθετήθηκε εξαρχής από την Υ.Γ.Ε. η οποία γνώρισε τη χρυσή εποχή της τη δεκαετία του ΄50 έως τα μέσα του ΄60 για να γνωρίσει κάποια υποχώρηση έως την είσοδο της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ (1981). Στη συνέχεια, ακολούθησε μια μακρόχρονη πορεία αποδιοργάνωσης του θεσμού, στη διάρκεια της οποίας η εκπαιδευτική/συμβουλευτική προσέγγιση του θεσμού μπήκε σταδιακά στο περιθώριο. Τα τελευταία χρόνια, παγκόσμια, ο παραδοσιακός ρόλος των Γ.Ε. έχει δώσει τη θέση του σε συμμετοχικές, από «κάτω προς τα πάνω» προσεγγίσεις στο πλαίσιο της βιώσιμης αγροτικής ανάπτυξης. Είναι ευνόητο πως οι δυο διαφορετικές αυτές προσεγγίσεις απαιτούν και διαφορετικούς τύπους γεωργοεφαρμοστών (συμβούλων) ως εκπαιδευτών ενηλίκων. Η φιλοσοφία έχει ορισθεί ως ένα σύστημα αρχών το οποίο παρέχει τον προσανατολισμό όσο αφορά στα πρακτικά ζητήματα και παρέχει το πλαίσιο για την ανάληψη δράσης. Το σύνολο των ατομικών πεποιθήσεων του εκπαιδευτή ενηλίκων και, κατά συνέπεια, του γεωργοεφαρμοστή (συμβούλου) ορίζεται ως εργασιακή φιλοσοφία η κατανόηση της οποίας μπορεί να ενθαρρύνει την ενεργότερη εμπλοκή των γεωργοεφαρμοστών και του αγροτικού πληθυσμού στην αναπτυξιακή διαδικασία, φωτίζοντας επιλογές και πρακτικές, τροποποιώντας εδραιωμένες αντιλήψεις, προσαρμόζοντας το παρεχόμενο εκπαιδευτικό /συμβουλευτικό έργο στις σύγχρονες απαιτήσεις. Μελέτες τα τελευταία χρόνια δείχνουν τον καθοριστικό ρόλο των πεποιθήσεων και της εργασιακής φιλοσοφίας στην εκπαίδευση ενηλίκων και το πώς αυτές επηρεάζουν και σχηματοποιούν την πρακτική. Αποκτά έτσι ιδιαίτερο ενδιαφέρον η διερεύνηση της εργασιακής φιλοσοφίας των Ελλήνων γεωργοεφαρμοστών, ως εκπαιδευτών ενηλίκων, τα τελευταία 40 χρόνια και των μεταβολών που τυχόν επήλθαν αυτό το χρονικό διάστημα, ώστε να εξαχθούν συμπεράσματα αφενός για την προσαρμοστικότητα και αφετέρου για καταλληλότητα των υφιστάμενων φιλοσοφικών πλαισίων να ανταποκριθούν στις σύγχρονες εξελίξεις και ανάγκες εκπαιδευτικής παρέμβασης στον αγροτικό χώρο. Τα αποτελέσματα μπορούν να αποτελέσουν ένα ερμηνευτικό αλλά και οργανωτικό εργαλείο για την κατανόηση του τρόπου υλοποίησης της συμβουλευτικής /εκπαιδευτικής παρέμβασης στο πεδίο, τη συμβατότητα των επικρατουσών αντιλήψεων για την εκπαίδευση ενήλικων στον Ελληνικό αγροτικό χώρο με τις σύγχρονες απαιτήσεις για συμμετοχικές πρακτικές, καθώς επίσης και την αποτελεσματικότητας της στοχοθεσίας και λειτουργίας των δομών υποστήριξης στον αγροτικό χώρο αλλά και της ανώτατης γεωπονικής εκπαίδευσης. Στη παρούσα έρευνα επιχειρείται μια ώσμωση μεταξύ του συσσωρευμένου ερευνητικού έργου του επιστημονικού πεδίου των γεωργικών εφαρμογών με τις θεωρητικές προσεγγίσεις και τα ερευνητικά δεδομένα του επιστημονικού πεδίου της εκπαίδευσης ενηλίκων. Η διερεύνηση των φιλοσοφιών των γεωπόνων-γεωργοεφαρμοστών, και μάλιστα στο πλαίσιο των σχετικών με τις Γεωργικές Εφαρμογές εκπαιδευτικών και θεσμικών πολιτικών στην Ελλάδα, αποτελεί βασικό στόχο της διατριβής συμβάλλοντας έτσι στην ανάλυση ενός σύνθετου φαινομένου που επηρεάζει καθοριστικά τη γεωργική και, γενικότερα, την αγροτική ανάπτυξη στη χώρα μας. Στο πλαίσιο αυτό επιλέχθηκε το -προερχόμενο από το πεδίο της εκπαίδευσης ενηλίκων- ερευνητικό εργαλείο Philosophy of Adult Education Inventory (PAEI, Zinn 1994, 2004, 2006), προσαρμοσμένο στην πραγματικότητα των Γεωργικών Εφαρμογών. Για την εξαγωγή συμπερασμάτων διερευνήθηκαν με διαφορετικές προσεγγίσεις όχι μόνο οι απόψεις (espoused theory) όπως συναντάται σε αντίστοιχες, ελάχιστες προσεγγίσεις της διεθνούς βιβλιογραφίας αλλά και η πρακτική θεωρία (theory in use) των γεωργοεφαρμοστών προκειμένου να διαπιστωθούν τυχόν ασυνέχειες και χάσματα.Από τη φιλελεύθερη και συμπεριφοριστική φιλοσοφία που εκφράζουν το «γραμμικό μοντέλο διάδοσης της καινοτομίας» του παρελθόντος έως την ανθρωπιστική και ριζοσπαστική φιλοσοφία που εκφράζουν το συμμετοχικό μοντέλο του παρόντος μεσολαβεί σημαντική απόσταση. Τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας δείχνουν ότι μετά από ένα μακρό χρονικό διάστημα αποδυνάμωσης του θεσμού των Γεωργικών Εφαρμογών, οι Έλληνες γεωργοεφαρμοστές/γεωπόνοι, αν και φαίνεται να κάνουν κάποια βήματα υιοθετώντας, σε κάποιο βαθμό συμμετοχικές πρακτικές, παραμένουν προσκολλημένοι στο παραδοσιακό «γραμμικό μοντέλο διάδοσης της καινοτομίας» του παρελθόντος, τόσο στην ρητορική όσο και στην «πράξη» (όπως αυτή αποτυπάωνεται στην πρακτική θεωρία τους). Η απουσία ή η έλλειψη συστημικής προσέγγισης (τόσο σε θεωρητικό όσο και σε «πρακτικό» επίπεδο) από την πλευρά των νέων Ελλήνων γεωργοεφαρμοστών/γεωπόνων εγείρει ερωτήματα ως προς την επάρκεια της υφιστάμενης εκπαιδευτικής παρέμβασης στον αγροτικό χώρο.