Στην πρόσφατη παγκόσμια ιστορία, το δόγμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ασχολήθηκε πρωτίστως με την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Δεδομένου ότι τα κράτη είναι οι «δημιουργοί και παραβάτες» του διεθνούς δικαίου, η ανάγκη καθορισμού κριτηρίων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων φαίνεται να είναι μια συνεχής μάχη μεταξύ της θεωρίας και της αποτελεσματικής εφαρμογής τους. Επιπλέον, όταν το δίκαιο και η θρησκεία συναντώνται, δεν υπάρχει κοινός ορισμός της τελευταίας στο πλαίσιο των συμβάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και είναι δύσκολο να εντοπιστεί στις εθνικές έννομες τάξεις. Η έρευνα οργανώθηκε γύρω από τρεις άξονες: α) τη θρησκευτική ελευθερία, ως πρότυπο στο πλαίσιο του «σκληρού» και του «ήπιου» δικαίου, αλλά και ως ερμηνευτική έννοια στην ευρωπαϊκή και εθνική νομολογία, β) την αλληλεπίδραση μεταξύ του ευρωπαϊκού δικαίου των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του εθνικού και ειδικότερα του συνταγματικού δικαίου ή, με άλλα λόγια, μεταξύ των αρχών που πηγάζουν από την οικουμενικότητα και εκείνων που απορρέουν από τη διαφορετικότητα ή την εθνική ιδιαιτερότητα και γ) τη σύγκριση ως μεθοδολογία που αναπτύσσεται, αφενός, μεταξύ της Τουρκίας και της Γαλλίας, ως δύο νομικά και συνταγματικά συστήματα των οποίων ο σκληρός πυρήνας είναι η ανεξιθρησκία και η θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους και, από την άλλη πλευρά, μεταξύ αυτών των συστημάτων και του ευρωπαϊκού επιπέδου, δηλαδή κυρίως του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο πλαίσιο της θεωρίας της θρησκευτικής ελευθερίας και με βάση την εξέλιξη των αρχών της από το εθνικό στο ευρωπαϊκό επίπεδο και αντίστροφα, η έρευνα αναλύει τις «μετα-αρχές» της ασφάλειας δικαίου, της οικουμενικότητας της ελευθερίας της θρησκείας, την εθνική διαφορετικότητα και τη δυναμική ουδετερότητα.