Using P-Values from Regression Analysis as a Measured Approach for Stochastic Determinant of Monthly Index Cycle Fluctuations

2009 ◽  
Author(s):  
Sidharta Chatterjee
2021 ◽  
Author(s):  
Nicholas Fabiano ◽  
Zachary Hallgrimson ◽  
Stanley Wong ◽  
Jean-Paul Salameh ◽  
Sakib Kazi ◽  
...  

Background: Previous research has shown that articles may be cited more frequently on the basis of title or abstract positivity. Whether a similar selective sharing practice exists on Twitter is not well understood. The objective of this study was to assess if COVID-19 articles with positive titles or abstracts were tweeted more frequently than those with non-positive titles or abstracts. Methods: COVID-19 related articles published between January 1st and April 14th, 2020 were extracted from the LitCovid database and all articles were screened for eligibility. Titles and abstracts were classified using a list of positive and negative words from a previous study. A negative binomial regression analysis controlling for confounding variables (2018 impact factor, open access status, continent of the corresponding author, and topic) was performed to obtain regression coefficients, with the p values obtained by likelihood ratio testing. Results: A total of 3752 COVID-19 articles were included. Of the included studies, 44 titles and 112 abstracts were positive; 1 title and 7 abstracts were negative; and 3707 titles and 627 abstracts were neutral. Articles with positive titles had a lower tweet rate relative to articles with non-positive titles, with a regression coefficient of -1.10 (P < .001), while the positivity of the abstract did not impact tweet rate (P = .2218). Conclusion: COVID-19 articles with non-positive titles are preferentially tweeted, while abstract positivity does not influence tweet rate.


2018 ◽  
Author(s):  
Norbert Hirschauer ◽  
Sven Grüner ◽  
Oliver Mußhoff ◽  
Claudia Becker

We suggest twenty immediately actionable steps to reduce widespread inferential errors related to “statistical significance testing.” Our propositions refer first to the theoretical preconditions for using p-values. They furthermore include wording guidelines as well as structural and operative advice of how to present results, especially in multiple regression analysis. Our propositions aim at fostering the logical consistency of inferential arguments by avoiding false categorical reasoning. They are not aimed at dispensing with p-values or completely replacing frequentist approaches by Bayesian statistics.


2017 ◽  
Author(s):  
Norbert Hirschauer ◽  
Oliver Mußhoff ◽  
Claudia Becker ◽  
Sven Grüner

We suggest twenty immediately actionable steps to reduce widespread inferential errors related to “statistical significance testing.” Our propositions refer first to the theoretical preconditions for using p-values. They furthermore include wording guidelines as well as structural and operative advice of how to present results, especially in multiple regression analysis. Our propositions aim at fostering the logical consistency of inferential arguments by avoiding false categorical reasoning. They are not aimed at dispensing with p-values or completely replacing frequentist approaches by Bayesian statistics.


2019 ◽  
Vol 239 (4) ◽  
pp. 703-721 ◽  
Author(s):  
Norbert Hirschauer ◽  
Sven Grüner ◽  
Oliver Mußhoff ◽  
Claudia Becker

Abstract We suggest twenty immediately actionable steps to reduce widespread inferential errors related to “statistical significance testing.” Our propositions refer to the theoretical preconditions for using p-values. They furthermore include wording guidelines as well as structural and operative advice on how to present results, especially in research based on multiple regression analysis, the working horse of empirical economists. Our propositions aim at fostering the logical consistency of inferential arguments by avoiding false categorical reasoning. They are not aimed at dispensing with p-values or completely replacing frequentist approaches by Bayesian statistics.


2020 ◽  
pp. 112067212096345
Author(s):  
Sumit Randhir Singh ◽  
Alessandro Invernizzi ◽  
Mohammed Abdul Rasheed ◽  
Carlo Cagini ◽  
Abhilash Goud ◽  
...  

Purpose: To report the wide-field choroidal vessel analysis in central serous chrorioretinopathy (CSCR) and their fellow eyes. Methods: Wide-field optical coherence tomography (WF-OCT) images (55°) were obtained using Spectralis HRA + OCT (Heidelberg Engineering, Germany) in extremes of gazes in all quadrants and manual montages were created to obtain wide field images up to equator. Choroidal thickness (CT), large choroidal vessel layer thickness (LCVT), and choroidal vascularity index (CVI) were calculated in macular segment (twice the disc to fovea distance) and all four quadrants. Regression analysis was performed to identify the factors influencing CVI. Results: Thirty-one patients of CSCR including 39 eyes of CSCR (32 chronic, 7 acute) and 23 fellow eyes were analyzed. CT and LCVT were significantly higher in submacular choroid than all extramacular segments in both CSCR and fellow eyes (all p values <0.01). CVI varied significantly in different segments in horizontal ( p < 0.01 in both) and vertical meridian ( p < 0.01 and p = 0.01 respectively) in CSCR and fellow eyes. Both CSCR and fellow eyes had highest CVI in nasal segment with minimum CVI in macular segment. Age ( p = 0.85), gender ( p = 0.39), chronicity of the disease (acute vs chronic, p = 0.57), axial length ( p = 0.67), SBP ( p = 0.81), and DBP ( p = 0.94) were not significantly correlated to CVI. Conclusion: CVI shows significant regional variation with macular segment showing the lowest CVI whereas nasal segments have highest CVI in both CSCR and their fellow eyes. On the contrary, submacular segment has highest CT and LCVT with taper towards periphery in both CSCR and fellow eyes.


2015 ◽  
Author(s):  
Αρετή Τσέλιου

Η διερεύνηση και η κατανόηση των συνθηκών θερμικής άνεσης σε αστικούς υπαίθριους χώρους, μπορεί να βελτιώσει τη βιωσιμότητα των δημόσιων χώρων κατά τη διάρκεια περιόδων με υψηλές τιμές θερμοκρασίας και κατ’ επέκταση να συμβάλλει στην ανάπτυξη των πόλεων. Για τη δημιουργία ή την ανάπλαση βιώσιμων αστικών υπαίθριων χώρων πρωταρχικός παράγοντας είναι η μελέτη του μικροκλίματος και της θερμικής αίσθησης που διαμορφώνεται σε αυτούς. Η παρούσα διδακτορική διατριβή αποσκοπεί να καθορίσει τις μικροκλιματικές συνθήκες που ευνοούν τη θερμική άνεση σε αστικούς υπαίθριους χώρους στο Μεσογειακό περιβάλλον και στη συνέχεια η γνώση αυτή να αποτελέσει ένα χρήσιμο εργαλείο για το βιώσιμο σχεδιασμό νέων ή την ανάπλαση των υπαρχόντων. Στα πλαίσια αυτής της διατριβής έγινε μία εκτενής προσπάθεια διερεύνησης των συνθηκών θερμικής αίσθησης σε αστικούς υπαίθριους χώρους της Αθήνας. Διερευνήθηκε η επίδραση που ασκούν οι βασικές μετεωρολογικές παράμετροι στη θερμική αίσθηση καθώς και ο βαθμός επίδρασης της κάθε μίας. Διαπιστώθηκε πως ο βαθμός επίδρασης του θερμικού περιβάλλοντος στη θερμική αίσθηση διαφοροποιείται μεταξύ της θερμής και της ψυχρής περιόδου του έτους καθώς ψυχολογικοί παράγοντες και παράγοντες συμπεριφοράς επηρεάζουν τη θερμική αντίληψη των ανθρώπων. Ως εκ τούτου, προσδιορίστηκαν διαφορετικά εύρη αποδεκτών τιμών θερμοκρασίας για κάθε εποχική περίοδο. Τα αποτελέσματα έδειξαν πως αν και οι μικροκλιματικές συνθήκες που διαμορφώνονται κατά τη διάρκεια της ψυχρής περιόδου προσεγγίζουν καλύτερα το αποδεκτό θερμικό περιβάλλον για τους ανθρώπους, εν τούτοις, διαπιστώνεται καλύτερη θερμική προσαρμογή στα θερμότερα περιβάλλοντα. Οι κατηγορίες θερμικής αίσθησης (ATSV) προσεγγίστηκαν με τη χρήση της logistic regression analysis για τη θερμή και τη ψυχρή περίοδο του έτους. Αρχικά εξετάστηκε η θερμοκρασία αέρα ως παράγοντας επίδρασης στη θερμική αίσθηση και στη συνέχεια με την ίδια μέθοδο εξετάστηκε η επίδραση της σχετικής υγρασίας, της ηλιακής ακτινοβολίας και της ταχύτητας του άνεμου αρχικά σε συνδυασμό με τη θερμοκρασία αέρα και στη συνέχεια εξετάστηκε η συνδυασμένη τους επίδραση στη θερμική αίσθηση. Τα αποτελέσματα έδειξαν πως η κατηγορία θερμικής άνεσης χαρακτηρίζεται από ένα μεγάλο εύρος τιμών θερμοκρασίας, μεγαλύτερο από 10oC. Επιπλέον, αυτή η κατηγορία παρουσίασε σε όλες τις περιπτώσεις στατιστική σημαντικότητα στις P-values των υπολοίπων. Τα δύο αυτά ευρήματα υποδεικνύουν πως η θερμική άνεση είναι μια πολύπλοκη διαδικασία και ο παράγοντας της προσαρμοστικότητας παίζει ένα σημαντικό ρόλο σε αυτή την κατηγορία θερμικής αίσθησης. Σε αντίθεση με αυτή την κατηγορία, οι υπόλοιπες ζώνες θερμικής αίσθησης παρουσίασαν στατιστική σημαντικότητα στις P-values των υπολοίπων υποδεικνύοντας πως οι μικροκλιματικές παράμετροι που εξετάστηκαν είναι επαρκείς στον καθορισμό αυτών των κατηγοριών θερμικής αίσθησης. Στην συνέχεια, έξι βιοκλιματικοί δείκτες ευρέως αναγνωρισμένοι στην επιστημονική κοινότητα, oι Physiological Equivalent Temperature (PET), Universal Climate Thermal Index (UTCI), Predicted Mean Vote (PMV), Standard Effective Temperature (*SET) Physiological strain (PhS), Subjective Temperature (STI), επιλέχτηκαν να αξιολογηθούν ως προς την εκτίμηση θερμικής αίσθησης στο Μεσογειακό περιβάλλον. Τα αποτελέσματα έδειξαν πως τα αποδεκτά εύρη τιμών τους διαφοροποιούνται για το μικρόκλιμα της Αθήνας και μάλιστα αυτά μεταβαίνουν σε υψηλότερες τιμές τόσο για τη θερμή όσο και για τη ψυχρή περίοδο. Για κάθε έναν επαναπροσδιορίστηκε η κλίμακα θερμικής άνεσης ούτως ώστε να ανταποκρίνεται στο Μεσογειακό κλίμα της Αθήνας, ενώ για τον δείκτη UTCI επαναπροσδιορίστηκε όλη η κλίμακα θερμικής του αίσθησης και μάλιστα δημιουργήθηκαν δύο κλίμακες, μία για τη θερμή και μία για τη ψυχρή περίοδο. Η έρευνα πεδίου διεξήχθη σε δύο πλατείες και ένα πάρκο, τα οποία συνιστούν τυπικούς συνοικιακούς υπαίθριους χώρους της πόλης. Στους επιλεγμένους χώρους διεξήχθη η έρευνα πεδίου, που περιλάμβανε την καταγραφή μικροκλιματικών παραμέτρων με τη χρήση φορητού μικροκλιματικού σταθμού μαζί με δομημένες συνεντεύξεις προς τους χρήστες των χώρων, σχετικές με τη θερμική τους αίσθηση αλλά και την εκτίμησή τους για τη διαμόρφωση του χώρου. Η έρευνα πεδίου έλαβε χώρα το χρονικό διάστημα 2010 – 2012 και ολοκληρώθηκε όταν συγκεντρώθηκε επαρκής αριθμός δεδομένων ερωτηματολογίου. Συνολικά συγκεντρώθηκαν δεδομένα από 2313 ερωτηματολόγια. Το περιβαλλοντικό μοντέλο ENVIMET 3.1 εξετάστηκε αρχικά ως προς την δυνατότητά του να προσομοιώνει αξιόπιστα τις μικροκλιματικές συνθήκες που διαμορφώνονται στο Μεσογειακό περιβάλλον προσομοιώνοντας αρχικά έξι τυπικές ημέρες, τρεις ημέρες για τη θερμή περίοδο και τρεις ημέρες για τη ψυχρή περίοδο. Ο έλεγχος αξιοπιστίας με την εφαρμογή του στατιστικού δείκτη απόκλισης της μέσης τετραγωνικής τιμής (RM.SE: Root Mean Square Error) έδειξε πως το μοντέλο είναι κατάλληλο στην προσομοίωση των μικροκλιματικών χαρακτηριστικών που διαμορφώνονται στο Μεσογειακό περιβάλλον. Στη συνέχεια εξετάστηκε αν οι εξεταζόμενοι υπαίθριοι χώροι πληρούν τις αποδεκτές περιβαλλοντικές συνθήκες που ορίστηκαν σε προηγούμενα στάδια της παρούσας έρευνας. Τα αποτελέσματα έδειξαν πως συνθήκες θερμικής δυσφορίας επικρατούν και στις τρεις περιοχές μελέτης κατά τη διάρκεια μίας τυπικής ημέρας της θερμής περιόδου και ειδικά κατά τη διάρκεια των μεσημβρινών ωρών. Από την άλλη μεριά, οι μικροκλιματικές συνθήκες που διαμορφώνονται κατά τη διάρκεια μίας τυπικής ημέρας της ψυχρής περιόδου σε μεγάλο βαθμό βρίσκονται εντός των αποδεκτών τιμών θερμοκρασίας και θερμικής άνεσης. Στη συνέχεια, στην πιο επιβαρυμμένη θερμικά περιοχή προτάθηκαν δύο σενάρια ανάπλασης για τη βελτίωση των συνθηκών θερμικής αίσθησης. Τα δύο σενάρια επικεντρώθηκαν στην προσθήκη βλάστησης και τη μερική αντικατάσταση των υλικών κάλυψης του εδάφους. Επίσης, τα δύο σενάρια εστίασαν στη βελτίωση των συνθηκών θερμικής αίσθησης κατά τη θερμή περίοδο αλλά στη διατήρησή της όσο το δυνατόν κατά τη ψυχρή. Στο ‘Σενάριο 1’ έγινε προσθήκη βλάστησης με φυλλοβόλα δέντρα, τόσης ώστε η συνολική κάλυψη της πλατείας με βλάστηση να αντιστοιχεί στο 30%, ενώ στο ‘Σενάριο 2’ η συνολική κάλυψη της πλατείας με βλάστηση να αντιστοιχεί στο 50%. Πράγματι, τα αποτελέσματα έδειξαν βελτιώσεις μικρής κλίμακας ειδικά στο ‘Σενάριο 2’ όπου οι προβλεπόμενες συνθήκες θερμικής αίσθησης προσεγγίζουν πλέον τα αποδεκτά εύρη τιμών. Ωστόσο, δεν προτείνεται προσθήκη επιπλέον βλάστησης γιατί ως ένα βαθμό επηρεάζονται οι συνθήκες θερμικής αίσθησης που διαμορφώνονται και κατά τη διάρκεια της ψυχρής περιόδου προσεγγίζοντας πλέον τα κατώτερα αποδεκτά διαστήματα θερμοκρασίας και θερμικής αίσθησης της συγκεκριμένης εποχικής περιόδου. Προσθήκη επιπλέον βλάστησης θα οδηγήσει σε συνθήκες θερμικής δυσφορίας λόγω ψύχους κάτι που δεν είναι επιθυμητό. Ως εκ τούτου, προτείνεται το ‘Σενάριο 2’ για έναν τυπικό αστικό υπαίθριο χώρο του Μεσογειακού κλίματος το οποίο περιλαμβάνει κάλυψη με βλάστηση έως και 50% της συνολικής έκτασης του χώρου με φυλλοβόλα δέντρα και πυκνή φυλλωσιά ύψους πάνω από τέσσερα μέτρα και μερική αντικατάσταση των υλικών κάλυψης του εδάφους με πιο ψυχρά υλικά και πηλώδες έδαφος.


2018 ◽  
Author(s):  
Norbert Hirschauer ◽  
Sven Grüner ◽  
Oliver Mußhoff ◽  
Claudia Becker

We suggest twenty immediately actionable steps to reduce widespread inferential errors related to “statistical significance testing.” Our propositions refer first to the theoretical preconditions for using p-values. They furthermore include wording guidelines as well as structural and operative advice of how to present results, especially in multiple regression analysis. Our propositions aim at fostering the logical consistency of inferential arguments by avoiding false categorical reasoning. They are not aimed at dispensing with p-values or completely replacing frequentist approaches by Bayesian statistics.


2019 ◽  
Author(s):  
Norbert Hirschauer ◽  
Sven Grüner ◽  
Oliver Mußhoff ◽  
Claudia Becker

We suggest twenty immediately actionable steps to reduce widespread inferential errors related to “statistical significance testing.” Our propositions refer first to the theoretical preconditions for using p-values. They furthermore include wording guidelines as well as structural and operative advice on how to present results, especially in research based on multiple regression analysis, the working horse of empirical economists. Our propositions aim at fostering the logical consistency of inferential arguments by avoiding false categorical reasoning. They are not aimed at dispensing with p-values or completely replacing frequentist approaches by Bayesian statistics.


2011 ◽  
Vol 8 (2) ◽  
pp. 96-107
Author(s):  
Rusmin Rusmin ◽  
Greg Tower ◽  
Tarmizi Achmad ◽  
John Neilson

This research project examines the effect of ownership structures on corporate governance. Detailed analysis allowed for the identification of the ultimate owner by carefully tracing the chain of ownership. Our findings show that 65.14% of Indonesian firms are controlled by the owners who have a majority ownership and that 66.45% of firms are owned by an individual or group of family members. These ownership structures are more inhibited than most other countries (Claessens et al. 2000). Yet, the percentage of independent commissioners is only 37.09%. A majority of independent commissioner members remains a rare event in Indonesia. Multiple regression analysis reveals that both ownership type and identity are moderately (with p-values of 0.075 and 0.017 respectively) significant predictors for commissioner independence. Ownership structures in Indonesia do influence the level of commissioner independence. This Indonesian pattern is a somewhat extreme but not uncommon scenario in Asian financial markets. Western solutions may not be applicable or effective. New rules and regulations may be needed to provide more protection of the smaller investors


Sign in / Sign up

Export Citation Format

Share Document