Μελέτη αντιμικροβιακής δράσης φυσικών προϊόντων

2021 ◽  
Author(s):  
Γρηγορία Μητροπούλου

Τελευταία, γίνεται προσπάθεια για τη δραστική μείωση ή και εξάλειψη των χημικών συντηρητικών από τα τρόφιμα και την αντικατάστασή τους από φυσικά συντηρητικά, όπως τα αιθέρια έλαια. Τα αιθέρια έλαια είναι σύνθετα μίγματα πτητικών δευτερογενών μεταβολιτών από φυτά, με σημαντική αντιμικροβιακή δράση. Στην παρούσα διατριβή, μελετήθηκε η αντιμικροβιακή δράση των αιθέριων ελαίων που απομονώθηκαν από φυτά της οικογένειας Lamiaceae και συγκεκριμένα των Origanum onites, Origanum dittamnus, Origanum vulgare ssp. hirtum (δύο χημειότυποι), Thymus capitatus, Satureja thymbra, Mentha spicata, Ocimum basilicum, Siseritis raeseri subsp. raeseri, της οικογένειας Anacardiaceae, (Pistacia lentiscus), της οικογένειας Apiaceceae (Pimpinella anisum), της οικογένειας Rutaceae (Citrus medica και Fortunella margarita) και της οικογένειας Verbenaceae (Lippia citriodora). Επίσης, μελετήθηκαν ως προς την αντιμικροβιακή τους δράση και ορισμένες από τις κύριες ενώσεις των αιθέριων ελαίων.Επιπλέον, τα στερεά υποπροϊόντα της υδροατμοαπόσταξης των Origanum onites, Origanum vulgare, Thymus capitatus και Satureja thymbra υποβλήθηκαν σε διαδοχική εκχύλιση Soxhlet με οξικό αιθυλεστέρα και αιθανόλη και τα εκχυλίσματα που ελήφθησαν μελετήθηκαν στη συνέχεια για πιθανή αντιμικροβιακή δράση. Επίσης, εξετάστηκαν τα υδατικά υπολείμματα υδροατμοαπόσταξης των Satureja thymbra, Pistacia lentiscus, Pimpinella anisum, Citrus medica, Mentha spicata, Ocimum basilicum, Lippia citriodora και Fortunella margarita. Η αντιμικροβιακή δράση των αιθέριων ελαίων, των εκχυλισμάτων και των υδατικών υπολειμμάτων μελετήθηκε αρχικά με τη δοκιμασία διάχυσης με χρήση δισκίων έναντι των κοινών αλλοιογόνων και τροφιμογενών παθογόνων μικροβιακών ειδών Salmonella Enteritidis, Salmonella Typhimurium, Escherichia coli, Staphylococcus aureus, Staphylococcus epidermidis, Listeria monocytogenes, Pseudomonas fragi, Clostridium difficile, Saccharomyces cerevisiae και Aspergillus niger. Στη συνέχεια, προσδιορίστηκαν οι τιμές ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (Minimum inhibitory concentration, MIC) και μη ανασταλτικής συγκέντρωσης (Νon-inhibitory concentration, NIC), συνδυάζοντας τις μετρήσεις της οπτικής πυκνότητας με τη κοινή μέθοδο των αραιώσεων και τη μη γραμμική ανάλυση παλινδρόμησης (non-linear regression analysis), χρησιμοποιώντας το μοντέλο LPM.Το μοντέλο LPM δεν ήταν δυνατό να εφαρμοστεί στην περίπτωση των Saccharomyces cerevisiae και Aspergillus niger λόγω της καθίζησης των κυττάρων ζυμομύκητα και της επίπλευσης των κονιδίων του Aspergillus niger. Γι' αυτό, χρησιμοποιήθηκαν τα πρωτόκολλα που περιγράφονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (EUCAST) για τον προσδιορισμό των τιμών MIC των Saccharomyces cerevisiae και Aspergillus niger. Επίσης, προσδιορίστηκαν οι τιμές ελάχιστης βακτηριοκτόνου συγκέντρωσης (MBC) ή ελάχιστης θανατηφόρου συγκέντρωσης (MLC). Όλα τα αιθέρια έλαια εμφάνισαν αξιοσημείωτη αντιμικροβιακή δράση έναντι όλων των μικροβιακών ειδών που μελετήθηκαν, εκτός από το αιθέριο έλαιο Pistacia lentiscus, το οποίο δεν είχε δράση έναντι των Salmonella Enteritidis και Salmonella Typhimurium, το αιθέριο έλαιο Lippia citriodora που ήταν ενεργό μόνο έναντι gram (+) βακτηρίων και τα αιθέρια έλαια Fortunella margarita και Pimpinella anisum που είχαν αντιμικροβιακή δράση μόνο κατά των Saccharomyces cerevisiae και Aspergillus niger. Τα εκχυλίσματα που προέκυψαν από τα στερεά υποπροϊόντα των Origanum onites, Origanum vulgare, Thymus capitatus και Satureja thymbra εμφάνισαν μόνο αντιβακτηριακή δράση. Απεναντίας, τα υδατικά εκχυλίσματα Satureja thymbra, Pistacia lentiscus, Pimpinella anisum, Citrus medica, Mentha spicata, Ocimum basilicum, Lippia citriodora και Fortunella margarita δεν είχαν αντιμικροβιακή δράση. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα αιθέρια έλαια ήταν πιο δραστικά από τα βασικά συστατικά τους, καθώς προσδιορίστηκαν σημαντικά χαμηλότερες τιμές MIC, NIC και MBC ή MLC. Τα εκχυλίσματα οξικού αιθυλεστέρα (EAc) και αιθανόλης (EtOH) και το υδατικό υπόλειμμα της υδροατμοαπόσταξης (Aq) του φυτού Satureja thymbra και το αιθέριο έλαιο Origanum vulgare spp. hirtum επιλέχθηκαν για περαιτέρω μελέτη ως πιθανά βιοσυντηρητικά σε τρόφιμα, καθώς έδειξαν σημαντικές αντιμικροβιακές ιδιότητες. Τα εκχυλίσματα Satureja thymbra ενσωματώθηκαν σε γαλακτώματα που προσομοιάζουν σάλτσες για σαλάτες (salad dressings), ενώ το αιθέριο έλαιο Origanum vulgare spp. hirtum σε γαλακτωμάτων που μπορούν να ενσωματωθούν σε τελικά προϊόντα, όπως ο χυμός τομάτας και μελετήθηκε η φυσική αλλοίωση των προϊόντων, καθώς και η ανασταλτική δράση κυτταρικής ανάπτυξης μετά από εσκεμμένη επιμόλυνση των γαλακτωμάτων με 2 log cfu/mL Listeria monocytogenes και του τοματοχυμού με 4 log cfu/mL Listeria monocytogenes, Clostridium difficile, Saccharomyces cerevisiae ή 10000 σπόρια/mL Aspergillus niger. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τόσο τα εκχυλίσματα, εκτός από το υδατικό όσο και το αιθέριο έλαιο Origanum vulgare spp. hirtum παρέτειναν το χρόνο ζωής των προϊόντων και κατέστειλαν την μικροβιακή ανάπτυξη μετά από σκόπιμη επιμόλυνση. Η ενσωμάτωση αιθέριου ελαίου Origanum vulgare spp. hirtum στον τοματοχυμό σε συγκέντρωση χαμηλότερη από την τιμή MIC ή μόνο ελαφρώς υψηλότερη από την τιμή NIC που προσδιορίστηκε για το C. difficile ήταν αρκετή για να καταστείλει την ανάπτυξη των σκόπιμα εμβολιασμένων μικροβίων, γεγονός που υποδηλώνει συνεργιστική δράση ανάμεσα στο αιθέριο έλαιο και τη χαμηλή θερμοκρασία συντήρησης. Οι μικροοργανισμοί πολύ συχνά αδυνατούν να ξεπεράσουν το συνδυασμό πολλών συστημάτων συντήρησης και ως εκ τούτου τα πολλαπλά εμπόδια μπορούν να οδηγήσουν σε ένα σταθερό και ασφαλές προϊόν χωρίς αλλοίωση των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών. Επιπλέον, το μίγμα (Mix) των αιθέριων ελαίων Pistacia lentiscus και Fortunella margarita, καθώς και το υδατικό υπόλειμμα της υδροατμοπόσταξης του Fortunella margarita δοκιμάστηκε ως πιθανό βιοσυντηρητικό σε προϊόντα παγωτών και χυμών φρούτων. Στα παγωτά το αιθέριο έλαιο Pistacia lentiscus λειτούργησε ως πιθανό βιοσυντηρητικό ενώ το αιθέριο έλαιο Fortunella margarita, καθώς και το υδατικό υπόλειμμα της υδροατμοπόσταξης του Fortunella margarita χρησιμοποιήθηκαν ως βελτιωτικά γεύσης. Στους χυμούς, σαν βιοσυντηρητικά χρησιμοποιήθηκαν το αιθέριο έλαιο Pistacia lentiscus και το αιθέριο έλαιο Fortunella margarita ενώ το υδατικό υπόλειμμα της υδροατμοπόσταξης του Fortunella margarita ως βελτιωτικό γεύσης. Αρχικά, εξετάστηκε η φυσική αλλοίωση των προϊόντων και στη συνέχεια μελετήθηκε η αναστολή κυτταρικής ανάπτυξης μετά από σκόπιμη επιμόλυνση των παγωτών με 4 log cfu/mL Escherichia coli, Listeria monocytogenes, ή Pseudomonas fragi και των χυμών με 4 log cfu/mL Saccharomyces cerevisiae ή 100 σπόρια Aspergillus niger/mL. Τα αποτελέσματα έδειξαν σημαντική καθυστέρηση της αλλοίωσης των τροφίμων και επέκταση της διάρκειας ζωής των προϊόντων, καθώς και αναστολή κυτταρικής ανάπτυξης σε όλες τις περιπτώσεις. Η χρήση αιθέριων ελαίων μπορεί επομένως να θεωρηθεί ένας πρόσθετος εγγενής ανασταλτικός παράγοντας (εμπόδιο) ανάπτυξης για τη διασφάλιση της ασφάλειας των τροφίμων, ξεπερώντας τους περιορισμούς που σχετίζονται με την έντονη οσμή τους σε αποτελεσματικές δόσεις όταν προστίθενται σε περίπλοκα συστήματα τροφίμων. Τα αιθέρια έλαια των αρωματικών φυτών που μελετήθηκαν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν βιοσυντηρητικά ή να αποτελέσουν σημαντικές πηγές αντιμικροβιακών παραγόντων χαμηλού κόστους που μπορούν να αξιοποιηθούν από την βιομηχανία τροφίμων.

2018 ◽  
Vol 280 ◽  
pp. S62-S63 ◽  
Author(s):  
Gregoria Mitropoulou ◽  
Haido Bardouki ◽  
Manolis Vamvakias ◽  
Panagiotis Panas ◽  
Panagiotis Paraskeuas ◽  
...  

2009 ◽  
Author(s):  
Χρυσαυγή Γαρδέλη

Στην εργασία αυτή συγκρίθηκε η μέθοδος παραλαβής αιθέριων ελαίων με τη συσκευή Clevenger με μια μέθοδο απομόνωσης, την μικροεκχύλιση στερεός φάσης (SPME). Η μελέτη έγινε στα φυτά της ρίγανης (Origanum vulgare ssp. hirtum), του τσαγιού του βουνού (Sideritis spp.), της μέντας (Mentha spp.) και του δυόσμου (Mentha spp.). Στόχος ήταν η μελέτη της επίδρασης της μεθόδου διαχωρισμού στη σύσταση των αιθέριων ελαίων. Από την ανάλυση των αιθέριων ελαίων που έγινε με GC-MS βρέθηκε ότι η κύρια χημική ομάδα τερπενικών ουσιών που χαρακτηρίζει το κάθε φυτό προσδιορίζεται εξίσου καλά και με τις δύο μεθόδους. Η μέθοδος της υδροαπόσταξης ήταν στατιστικά σημαντικά πιο ευαίσθητη από την SPME στις περιπτώσεις (τσάι του βουνού και δυόσμος) που τα αποτελέσματα των δύο μεθόδων διέφεραν. Αντικείμενο μελέτης της παρούσας διατριβής αποτέλεσε η εποχική διακύμανση της χημικής σύστασης των αιθέριων ελαίων έξι αρωματικών φυτών: μυρτιά (Myrtus communis L.), σχίνος (Pistacia lentiscus L.), θυμάρι (Coridothymus capitatus Reinchenb. fil.), θρούμπη {Satureja thymbra L.), φασκόμηλο (Salvia fruticosa Miller), δενδρολίβανο {Rosmarinus officinalis L.).


2017 ◽  
Author(s):  
Ελένη Φίτσιου

Τα αρωματικά φυτά είναι γνωστά για τις ποικίλες ιδιότητές τους από την αρχαιότητα ένα μεγάλο μέρος των οποίων οφείλεται στα αιθέρια έλαια που αποτελούν δευτερογενείς μεταβολίτες. Σήμερα, τα αιθέρια ελαία μελετώνται για τις βιολογικές τους ιδιότητες, ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγεται η χημειοπροληπτική τους δράση, δηλαδή ένας συνδυασμός ενδοκυτταρικών μηχανισμών δράσης συμπεριλαμβανομένων της αντιοξειδωτικής, αντιφλεγμονώδους και προ-αποπτωτικής. Στόχος της έρευνάς μας ήταν να ελέγξουμε έναν αριθμό φυσικών εκχυλισμάτων από ελληνικά φυτά για την πιθανή χημειοπροληπτική τους δράση και να μελετήσουμε περαιτέρω τα πιο υποσχόμενα για τους μοριακούς μηχανισμούς δράσης τους. Πενήντα φυτικά εκχυλίσματα ελέγχθηκαν για την ικανότητα τους να απενεργοποιούν ελεύθερες ρίζες in vitro (τεχνικές DPPH και ABTS). Παράλληλα, 10 αιθέρια έλαια ελέγχθηκαν για την αντιπολλαπλασιαστική τους δράση εναντίον διαφορετικών καρκινικών κυτταρικών σειρών in vitro (Caco2, HepG2, MCF-7) (τεχνική SRB) και αναλύθηκε η χημική τους σύσταση. Τα περισσότερα αιθέρια έλαια είχαν ως κύρια συστατικά τερπένια και τερπενοειδή, ενώ συνολικά την σημαντικότερη δράση επέδειξαν τα έλαια των φυτών Satureja thymbra, Origanum dittany Lippia citriodora (λουίζα) και Pistacia lentiscus var. Chia (μαστίχα). Μετά το τέλος της σάρωσης επιλέξαμε τα δύο τελευταία, καθώς και τα κυριότερα συστατικά τους για περαιτέρω μελέτες. Τα δύο κυριότερα συστατικά του μαστιχέλαιου, α-πινένιο και μυρκένιο, δεν παρουσίασαν σημαντική αντιοξειδωτική δράση, ενώ το έλαιο της λουίζας, παρουσίασε ισχυρότερη δράση από το κύριο συστατικό του, citral. Με εξαίρεση το μυρκένιο, όλοι οι παράγοντες εμφάνισαν υψηλή αντιπολλαπλασιαστική ικανότητα in vitro, η οποία συνδέεται με την ικανότητά τους να προκαλούν βλάβες στο DNA, ενώ τα δύο έλαια επέδειξαν και σημαντική ογκοκατασταλτική δράση in vivo. Χρησιμοποιώντας κυτταρομετρία ροής παρατηρήθηκε αναστολή του κυτταρικού κύκλου στη φάση G2/M σε διαφορετικές κυτταρικές σειρές, με παράλληλη αλλαγή στην έκφραση γονιδίων που σχετίζονται με τον κυτταρικό κύκλο (cyclinA, B1, D, E, p53, p21, survivin) για τη λουίζα και το citral. Επίσης, παρατηρήσαμε πως κανένα φυτοχημικό δεν επάγει την κλασσική απόκριση της απόπτωσης σε καρκινικά κύτταρα παχέος εντέρου (για τις δεδομένες χρονικές επωάσεις και συγκεντρώσεις που χρησιμοποιήθηκαν), καθώς δεν ανιχνεύσαμε ούτε αύξηση του πληθυσμού των προ-αποπτωτικών κυττάρων, ούτε και αύξηση της ενεργότητας του ενζύμου κασπάση-3. Παράλληλα, δεν προκλήθηκε σημαντική αλλαγή στα επίπεδα πρωτεϊνών που σχετίζονται με την απόπτωση εκτός από τις ακόλουθες πρωτεΐνες: ενεργή κασπάση-3, cIAP-2, Livin, catalase, p21, p27 και TRAIL R1 και R2 για το έλαιο της μαστίχας και τις survivin, claspin, TRAILR2, clusterin, HSP60 και Fas για το έλαιο της λουίζας, που μαζί με το citral πιθανόν να ενεργοποιούν το μονοπάτι της αυτοφαγίας βάσει πειραματικών ενδείξεων. Τέλος, η λουίζα διαθέτει μεγαλύτερη ικανότητα ενίσχυσης της δράσης των δύο χημειοθεραπευτικών παραγόντων oxaliplatin και irinotecan στις κυτταρικές σειρές Caco2 και HT-29 σε σχέση με το citral. Συμπερασματικά, τα ευρήματα μας υποδεικνύουν πως τα φυσικά εκχυλίσματα που μελετήσαμε, και κυρίως τα έλαια μαστίχας και λουίζας, διαθέτουν πολλά υποσχόμενες δραστικότητες που αξίζουν περαιτέρω διερεύνησης για τη μελλοντική χρήση τους ως χημειοπροληπτικοί και χημειοθεραπευτικοί παράγοντες.


2017 ◽  
Vol 1 (1) ◽  
Author(s):  
Cortéz Raymundo

La carne de conejo es rica en vitaminas, se puede integrar perfectamente a una dieta saludable, sin embargo el factor que influye en su consumo es su sabor y olor; muchas personas catalogan su aroma como fuerte, lo que resulta desagradable. Para mejorar sabor y apariencia de la carne de conejo, se trabajó con un grupo de 25 conejos de las razas Holandés y Californiano de aproximadamente 3 meses de edad y un peso de 2 kg, el agua de bebida fue a base de una infusión utilizando 10 g/2 l de agua hirviendo, siendo estas plantas aromáticas Cilantro (Coriandrumsativum), Hierbabuena (Mentha spicata linnaeus), Orégano (Origanum vulgare) y Tomillo (Thymus vulgaris); como alimentación base a todos los animales se les administro alimento balanceado comercial para conejos. Se utilizaron grupos de 5 conejos por cada una de las plantas mencionadas y un grupo testigo. Se les realizo un examen clínico al finalizar el experimento la cual no presentaron signos de enfermedad. Al termino de cuarenta días finalizado el experimentos e obtuvieron los resultados: tratamiento del cilantro con un peso de 13.60 kg, orégano 11.83 kg; hierba buena 11.40 kg, tomillo 10 kg y el tratamiento testigo 10 kg. Se sacrificaron los conejos, se coció la carne únicamente “al vapor” (165oC), en un tiempo de 50 minutos. Para comprobar si el experimento funciono se invitaron a diez catadores para que calificaran directamente si la carne tenía algún sabor especifico. Los datos que se obtuvieron en el panel de catadores se analizaron estadísticamente por medio de bloques al azar con el programa de Infostat. Obteniendo resultado con diferencia no significativa, (p≤0.05). Con las medias de cada tratamiento se aplicó la prueba de Tukey donde se obtuvieron los siguientes resultados: según la variable de la presentación, olor, sabor y textura la más aceptable por el panel de catadores fue el tratamiento evaluado con la hierba aromática del Tomillo. La conclusión fue que los conejos que fueron tratados con tomillo se tornaron de color blanco que es el normal a un color grisáceo, estando suave y de buena consistencia; siendo la más preferida. El cilantro no cambio su coloración ni la consistencia de la carne pero si el sabor, en cuanto a la carne tratado con orégano y hierbabuena, el cambio se observó en la terneza,se dio cambio de color amarillento pero más dura que la normal con sabor y olor agradable.


2015 ◽  
Vol 21 (4) ◽  
pp. 178-183 ◽  
Author(s):  
Mir-Hassan Moosavy ◽  
Yasser Shahbazi ◽  
Nassim Shavisi

2020 ◽  
Vol 20 (3) ◽  
Author(s):  
Jorg C de Ruijter ◽  
Kiyohiko Igarashi ◽  
Merja Penttilä

ABSTRACT Processed lignocellulosic biomass is a source of mixed sugars that can be used for microbial fermentation into fuels or higher value products, like chemicals. Previously, the yeast Saccharomyces cerevisiae was engineered to utilize its cellodextrins through the heterologous expression of sugar transporters together with an intracellular expressed β-glucosidase. In this study, we screened a selection of eight (putative) cellodextrin transporters from different yeast and fungal hosts in order to extend the catalogue of available cellobiose transporters for cellobiose fermentation in S. cerevisiae. We confirmed that several in silico predicted cellodextrin transporters from Aspergillus niger were capable of transporting cellobiose with low affinity. In addition, we found a novel cellobiose transporter from the yeast Lipomyces starkeyi, encoded by the gene Ls120451. This transporter allowed efficient growth on cellobiose, while it also grew on glucose and lactose, but not cellotriose nor cellotetraose. We characterized the transporter more in-depth together with the transporter CdtG from Penicillium oxalicum. CdtG showed to be slightly more efficient in cellobiose consumption than Ls120451 at concentrations below 1.0 g/L. Ls120451 was more efficient in cellobiose consumption at higher concentrations and strains expressing this transporter grew slightly slower, but produced up to 30% more ethanol than CdtG.


Sign in / Sign up

Export Citation Format

Share Document