Μήκος των τελομερών και δραστικότητα της τελομεράσης σε χρόνια νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου
Το μήκος των τελομερών στα άκρα των ευκαρυωτικών χρωμοσωμάτων, μειώνεται με κάθε κυτταρικό διαχωρισμό, με αποτέλεσμα την γήρανση των κυττάρων. Η τελομεράση συνθέτει τελομερικό DNA, αντικαθιστώντας το απολεσθέν τελομερικό υλικό. Το οξειδωτικό stress και η χρόνια φλεγμονή, έχει αποδειχθεί ότι επισπεύδουν τη μείωση του μήκους των τελομερών. Η χρόνια νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου και η διαδικασία της αιμοκάθαρσης, χαρακτηρίζονται από αυξημένο οξειδωτικό stress και χρόνια φλεγμονή. Σκοπός της μελέτης ήταν να ερευνηθεί το μήκος των τελομερών και η δραστικότητα της τελομεράσης, σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια υπό αιμοκάθαρση. Στην μελέτη έλαβαν μέρος 43 κλινικά σταθεροί ασθενείς, με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου υπό αιμοκάθαρση. Το μήκος των τελομερών των μονοπύρηνων κυττάρων του περιφερικού αίματος, μελετήθηκε με τη μέθοδο TeloTAGGG Telomere Length Assay® και η ανίχνευση της δραστικότητας της τελομεράσης έγινε με τη μέθοδο TRAP (Telomeric Repeat Amplification Protocol). Η σύγκριση έγινε με ομάδα υγιών μαρτύρων (υγιείς επισκέπτες της κλινικής και προσωπικό).Το μήκος των τελομερών των ασθενών, ήταν αντιστρόφως ανάλογο με τη διάρκεια της υποκατάστασης της νεφρικής λειτουργίας με αιμοκάθαρση. Στους ασθενείς που ανιχνεύθηκε δραστικότητα τελομεράσης, αυτή ήταν ανάλογη με το μήκος των τελομερών τους. Το μήκος των τελομερών και η δραστικότητα της τελομεράσης, δεν διέφεραν σημαντικά ανάμεσα στους ασθενείς και τους υγιείς μάρτυρες, μετά από προσαρμογή για την ηλικία. Τέλος το μήκος των τελομερών και η δραστικότητα της τελομεράσης δεν φάνηκε να επηρεάζουν την επιβίωση των ασθενών. Τα αποτελέσματα της μελέτης, δείχνουν ότι το μήκος των τελομερών και η δραστικότητα της τελομεράσης, δεν διαφέρουν ανάμεσα στους ασθενείς υπό αιμοκάθαρση και τους υγιείς. Ακόμα η μακρά διάρκεια της υποκατάστασης της νεφρικής λειτουργίας με αιμοκάθαρση, σχετίζεται με μειωμένο μήκος τελομερών, ανεξάρτητα από την ηλικία των ασθενών. Ο ακριβής παθογενετικός μηχανισμός και η κλινική σημασία αυτών των ευρημάτων, χρήζουν διερεύνησης με περαιτέρω μελέτες.