scholarly journals Germination differences between natural and afforested populations of Pinus brutia and Cupressus sempervirens

Silva Fennica ◽  
2014 ◽  
Vol 48 (4) ◽  
Author(s):  
Batoul Al-Hawija ◽  
Viktoria Wagner ◽  
Monika Partzsch ◽  
Isabell Hensen
2017 ◽  
Vol 19 (1) ◽  
pp. 29-36

<p>In this study, the post-fire regeneration of three coniferous species (<em>Pinus brutia, Cupressus sempervirens </em>and<em> Cupressus arizonica)</em> was examined in the peri-urban forest of Thessaloniki, Northern Greece. The wildfire took place in July 1997 and burned almost 60% of the forest vegetation. During the autumn of 2010, 34 experimental plots were established in all aspects within the burned area. In each experimental plot the following measurements were carried out: height, diameter at breast height and crown projection in two perpendicular diameters. The results show that the <em>Pinus brutia </em>individuals, most of which came from natural regeneration, presented the best growth, in relation to the two other species in all aspects. As for <em>Cupressus sempervirens</em>, equal parts of which came from natural and artificial regeneration was characterized by remarkable growth especially in the Northeastern aspect. Finally, <em>Cupressus arizonica</em> existed in all aspects except the Northeastern. It also presented a satisfactory development, especially on the Southern aspect. Fourteen years after the fire pure or mixed stands of the above mentioned species show vigorous growth and good stem quality. Finally, the rates of participation of individual forest species indicate that the restoration has been achieved mainly by natural regeneration.</p>


2018 ◽  
Author(s):  
Μαρία Αληφραγκή

Στην παρούσα εργασία μελετήθηκε η χρήση ενός μίγματος, που αποτελείτο κυρίως από παραπροϊόντα πυρολουσίτη (MnO2), ως υπόστρωμα κάλυψης για την αποκατάσταση ενός λατομικού χώρου ασβεστόλιθου. Σκοπός της έρευνας αυτής ήταν η μελέτη της χρονικής εξέλιξης της βιολογικής δραστηριότητας στο συγκεκριμένο μίγμα κάλυψης του λατομικού χώρου, παρακολουθώντας παράλληλα την εγκατάσταση και την ανάπτυξη της βλάστησης εκεί. Ο πειραματισμός έγινε σε λατομείο ασβεστόλιθου, στην Βόρειο Ελλάδα και διήρκεσε 3,5 έτη. Το μίγμα κάλυψης αποτελείτο από παραπροϊόντα ηλεκτρολυτικής επεξεργασίας πυρολουσίτη (MnO2) σε ποσοστό 70%, άμμο σε ποσοστό 10% (για την βελτίωση των φυσικών ιδιοτήτων του μίγματος), έδαφος σε ποσοστό 10% (για τον εφοδιασμό του μίγματος με μικροοργανισμούς) και 10% ρυζοφλοιό (για τη βελτίωση των ιδιοτήτων του μίγματος). Στον υπό ανάπλαση χώρο φυτεύτηκαν τρία δασοπονικά φυτικά είδη: πεύκο (Pinus brutia), κυπαρίσσι (Cupressus sempervirens) και σπάρτο (Spartium junceum) και εφαρμόσθηκαν δύο επίπεδα λίπανσης. Πριν την εγκατάσταση του υποστρώματος μελετήθηκε η χημική σύνθεση και ο ρυθμός διάσπασης του ρυζοφλοιού. Βρέθηκε ότι ο ρυθμός διάσπασης του ρυζοφλοιού μαζί με τα παραπροϊόντα πυρολουσίτη (3,04%) ήταν μικρότερος σε σχέση με του ρυζοφλοιού σε ανάμιξη με έδαφος (5,30%). Κατά τη διάρκεια του πειράματος (ανά εξάμηνο) στο μίγμα κάλυψης προσδιορίζονταν: η μικροβιακή βιομάζα, η αναπνοή, η δραστηριότητα των αλκαλικών και όξινων φωσφατασών και σύμφωνα με τα αποτελέσματα αυτών υπολογίστηκαν κάποιοι δείκτες ποιότητας του υποστρώματος (μικροβιακό πηλίκο, πηλίκο μεταβολισμού και πηλίκο ανοργανοποίησης). Επίσης, προσδιορίζονταν φυσικοχημικές ιδιότητες όπως η σταθερότητα των συσσωματωμάτων στη διαβροχή, το ποσοστό υγρασίας, ο οργανικός άνθρακας, το pH, ο διαθέσιμος Ρ, το νιτρικό και αμμωνιακό άζωτο, τα ανταλλάξιμα κατιόντα (K+, Na+, Ca+2, Mg+2), η ικανότητα ανταλλαγής κατιόντων, τα ιχνοστοιχεία Fe, Mn, Cu και Zn και η περιεκτικότητα σε οξείδια Fe και Mn. Στα δασοπονικά φυτικά είδη, ανά έτος, μετρήθηκαν τα ύψη των φυτών και ως δείκτης αύξησης υπολογίστηκε το ποσοστό θνησιμότητάς τους. Το τελευταίο έτος του πειράματος έγινε δειγματοληψία και της υπέργειας βιομάζας της αυτοφυούς βλάστησης, όπου προσδιορίσθηκε το βάρος της ξηρής βιομάζας και η περιεκτικότητα των φυτικών ιστών σε θρεπτικά στοιχεία (φυλλοδιαγνωστική). Μετά από την στατιστική επεξεργασία των πειραματικών αποτελεσμάτων βρέθηκε ότι η εγκατάσταση των δασοπονικών φυτικών ειδών στο συγκεκριμένο μίγμα κάλυψης του λατομικού χώρου θεωρήθηκε επιτυχημένη, καθώς το ποσοστό θνησιμότητάς τους ήταν σε αποδεκτά όρια (20-25%) σύμφωνα με την βιβλιογραφία. Η εγκατάσταση των δασοπονικών φυτικών ειδών επηρέασε τις βιολογικές ιδιότητες καθώς ως το τέλος του πειραματικού χρόνου στην περιοχή της ριζόσφαιράς τους αυξήθηκαν σταδιακά οι τιμές τους σε σχέση με του Μάρτυρα (αρχή πειράματος) και διέφεραν στατιστικώς σημαντικά από του υπόλοιπου υποστρώματος (θέση μεταξύ δύο φυτών). Οι τιμές της μικροβιακής βιομάζας, της έκλυσης CO2-C από τη βασική και τη συνολική αναπνοή και της δραστηριότητας των αλκαλικών και όξινων φωσφατασών του Μάρτυρα ήταν 85,84 μg Cmic g-1, 78,8 μg CO2-C g-1 d-1, 381,2 Σμg CO2-C g-1, 108,21 και 92,43 μg p-nitrophenol g-1 h-1, αντίστοιχα. Στο τέλος του πειραματικού χρόνου στην περιοχή της ριζόσφαιρας του κυπαρισσιού η μικροβιακή βιομάζα έφτασε τα 214,94 μg Cmic g-1, η έκλυση CO2-C από τη βασική αναπνοή ήταν 112,8 μg CO2-C g-1 d-1 και από τη συνολική 679,4 Σμg CO2-C g-1, ενώ του υπόλοιπου υποστρώματος ήταν 69,53 μg Cmic g-1, 74,4 μg CO2-C g-1 d-1 και 353,1 Σμg CO2-C g-1, αντίστοιχα. Στην περιοχή της ριζόσφαιρας του πεύκου η δραστηριότητα των αλκαλικών φωσφατασών ήταν 198,92 μg p-nitrophenol g-1 h-1 και των όξινων ήταν 125,06 μg p-nitrophenol g-1 h-1, ενώ του υπόλοιπου υποστρώματος 138,76 και 71,29 μg p-nitrophenol g-1 h-1, αντίστοιχα. Η υγρασία του μίγματος ήταν ο σημαντικότερος παράγοντας που επηρέασε την βιολογική δραστηριότητα (μικροβιακή βιομάζα, αναπνοή, δραστηριότητα φωσφατασών). Η καταπόνηση λόγω έλλειψης νερού στην ξηρή περίοδο, με ποσοστό υγρασίας μικρότερο από 10%, αποτυπώθηκε στους δείκτες ποιότητας που χρησιμοποιήθηκαν. Την περίοδο αυτή στην περιοχή της ριζόσφαιρας του πεύκου το μικροβιακό πηλίκο εμφάνισε την χαμηλότερη τιμή του (0,24%) και το πηλίκο μεταβολισμού την υψηλότερη (8,36 μg CO2-C μg-1 Cmic d-1). Η λίπανση επηρέασε σημαντικά τη μικροβιακή βιομάζα, την αναπνοή, τη δραστηριότητα των φωσφατασών, τον οργανικό άνθρακα, τη σταθερότητα των συσσωματωμάτων στη διαβροχή και τις συγκεντρώσεις: αμμωνιακού αζώτου, ανταλλάξιμων κατιόντων (K+, Ca+2, Mg+2), ιχνοστοιχείων (Fe, Cu). Τέλος, η αυτοφυής βλάστηση άρχισε να εμφανίζεται το 3ο εξάμηνο και εγκαταστάθηκε σε ολόκληρη την πειραματική επιφάνεια ως το τέλος του πειραματικού χρόνου.


2012 ◽  
Vol 11 (8) ◽  
pp. 1475-1480 ◽  
Author(s):  
Omer Kucuk ◽  
Ertugrul Bilgili ◽  
Serkan Bulut ◽  
Paulo M. Fernandes

2019 ◽  
Vol 9 (4) ◽  
pp. 268-279
Author(s):  
Mohamed E.I. Badawy ◽  
Ibrahim E.A. Kherallah ◽  
Ahmed S.O. Mohareb ◽  
Mohamed. Z.M. Salem ◽  
Hameda A. Yousef

Background:Plant extracts are important products in the world and have been widely used for isolation of important biologically active products. Because of their significant environmental impact, extensive research has been explored to determine the antimicrobial activity of plant extracts.Methods:Acetone extracts of the bark and leaf of Cupressus sempervirens and Juniperus phoenicea, collected from three different altitudes (125, 391, and 851 m high of sea level) at Al- Jabel Al-Akhdar area, Libya were obtained and analyzed by GC/MS. The antimicrobial activity of the extracts was further evaluated against plant bacteria Rhizobium radiobacter, Erwinia carotovora, Rhodococcus fascians and Ralstonia solanacearum and fungus Botrytis cinerea.Results:The impact of the altitude from the sea level on the quantity and chemical constituents of the extracts was investigated. The yield was largely dependent on tree species and the highest yield (6.50%) was obtained with C. sempervirens L bark of altitude III (851 m of the sea level), while the lowest (1.17%) was obtained with the leaf extract of C. sempervirens L from altitude I (125 m). The chemical composition analyzed by GC/MS confirmed that the leaf extracts of C. sempervirens and J. phoenicea contained a complex mixture of monoterpene hydrocarbons, sesquiterpenes, diterpenes, diterpenoids, terpenophenolic, steroids and phthalates. However, the bark extracts of both trees contained a mixture of sesquiterpenes, diterpenes, diterpenoids, terpenophenolics, phthalates, retinol and steroids. These constituents revealed some variability among the extracts displaying the highest interesting chemotype of totarol (terpenophenolic) in all extracts (14.63-78.19% of the total extract). The extracts displayed a noteworthy antifungal potency with varying degrees of inhibition of growth with EC50 values ranged from 78.50 to 206.90 mg/L. The extracts obtained from the leaves of C. sempervirens showed that the highest inhibitory activity was obtained with the extract of altitude II (391 m) with MIC 565, 510, 380 and 710 mg/L against E. carotovora, R. fascians, and R. radiobacter and R. solanacearum, respectively.Conclusion:Based on antimicrobial activity, raw plant extracts can be a cost-effective way to protect crops from microbial pathogens. Because plant extracts contain several antimicrobial compounds, the development of resistant pathogens can be delayed.


Sign in / Sign up

Export Citation Format

Share Document