Σταδιακή αύξηση της βιολογικής δραστηριότητας σε αποθέσεις παραπροϊόντων επεξεργασίας μαγγανίου (Μn)

2018 ◽  
Author(s):  
Μαρία Αληφραγκή

Στην παρούσα εργασία μελετήθηκε η χρήση ενός μίγματος, που αποτελείτο κυρίως από παραπροϊόντα πυρολουσίτη (MnO2), ως υπόστρωμα κάλυψης για την αποκατάσταση ενός λατομικού χώρου ασβεστόλιθου. Σκοπός της έρευνας αυτής ήταν η μελέτη της χρονικής εξέλιξης της βιολογικής δραστηριότητας στο συγκεκριμένο μίγμα κάλυψης του λατομικού χώρου, παρακολουθώντας παράλληλα την εγκατάσταση και την ανάπτυξη της βλάστησης εκεί. Ο πειραματισμός έγινε σε λατομείο ασβεστόλιθου, στην Βόρειο Ελλάδα και διήρκεσε 3,5 έτη. Το μίγμα κάλυψης αποτελείτο από παραπροϊόντα ηλεκτρολυτικής επεξεργασίας πυρολουσίτη (MnO2) σε ποσοστό 70%, άμμο σε ποσοστό 10% (για την βελτίωση των φυσικών ιδιοτήτων του μίγματος), έδαφος σε ποσοστό 10% (για τον εφοδιασμό του μίγματος με μικροοργανισμούς) και 10% ρυζοφλοιό (για τη βελτίωση των ιδιοτήτων του μίγματος). Στον υπό ανάπλαση χώρο φυτεύτηκαν τρία δασοπονικά φυτικά είδη: πεύκο (Pinus brutia), κυπαρίσσι (Cupressus sempervirens) και σπάρτο (Spartium junceum) και εφαρμόσθηκαν δύο επίπεδα λίπανσης. Πριν την εγκατάσταση του υποστρώματος μελετήθηκε η χημική σύνθεση και ο ρυθμός διάσπασης του ρυζοφλοιού. Βρέθηκε ότι ο ρυθμός διάσπασης του ρυζοφλοιού μαζί με τα παραπροϊόντα πυρολουσίτη (3,04%) ήταν μικρότερος σε σχέση με του ρυζοφλοιού σε ανάμιξη με έδαφος (5,30%). Κατά τη διάρκεια του πειράματος (ανά εξάμηνο) στο μίγμα κάλυψης προσδιορίζονταν: η μικροβιακή βιομάζα, η αναπνοή, η δραστηριότητα των αλκαλικών και όξινων φωσφατασών και σύμφωνα με τα αποτελέσματα αυτών υπολογίστηκαν κάποιοι δείκτες ποιότητας του υποστρώματος (μικροβιακό πηλίκο, πηλίκο μεταβολισμού και πηλίκο ανοργανοποίησης). Επίσης, προσδιορίζονταν φυσικοχημικές ιδιότητες όπως η σταθερότητα των συσσωματωμάτων στη διαβροχή, το ποσοστό υγρασίας, ο οργανικός άνθρακας, το pH, ο διαθέσιμος Ρ, το νιτρικό και αμμωνιακό άζωτο, τα ανταλλάξιμα κατιόντα (K+, Na+, Ca+2, Mg+2), η ικανότητα ανταλλαγής κατιόντων, τα ιχνοστοιχεία Fe, Mn, Cu και Zn και η περιεκτικότητα σε οξείδια Fe και Mn. Στα δασοπονικά φυτικά είδη, ανά έτος, μετρήθηκαν τα ύψη των φυτών και ως δείκτης αύξησης υπολογίστηκε το ποσοστό θνησιμότητάς τους. Το τελευταίο έτος του πειράματος έγινε δειγματοληψία και της υπέργειας βιομάζας της αυτοφυούς βλάστησης, όπου προσδιορίσθηκε το βάρος της ξηρής βιομάζας και η περιεκτικότητα των φυτικών ιστών σε θρεπτικά στοιχεία (φυλλοδιαγνωστική). Μετά από την στατιστική επεξεργασία των πειραματικών αποτελεσμάτων βρέθηκε ότι η εγκατάσταση των δασοπονικών φυτικών ειδών στο συγκεκριμένο μίγμα κάλυψης του λατομικού χώρου θεωρήθηκε επιτυχημένη, καθώς το ποσοστό θνησιμότητάς τους ήταν σε αποδεκτά όρια (20-25%) σύμφωνα με την βιβλιογραφία. Η εγκατάσταση των δασοπονικών φυτικών ειδών επηρέασε τις βιολογικές ιδιότητες καθώς ως το τέλος του πειραματικού χρόνου στην περιοχή της ριζόσφαιράς τους αυξήθηκαν σταδιακά οι τιμές τους σε σχέση με του Μάρτυρα (αρχή πειράματος) και διέφεραν στατιστικώς σημαντικά από του υπόλοιπου υποστρώματος (θέση μεταξύ δύο φυτών). Οι τιμές της μικροβιακής βιομάζας, της έκλυσης CO2-C από τη βασική και τη συνολική αναπνοή και της δραστηριότητας των αλκαλικών και όξινων φωσφατασών του Μάρτυρα ήταν 85,84 μg Cmic g-1, 78,8 μg CO2-C g-1 d-1, 381,2 Σμg CO2-C g-1, 108,21 και 92,43 μg p-nitrophenol g-1 h-1, αντίστοιχα. Στο τέλος του πειραματικού χρόνου στην περιοχή της ριζόσφαιρας του κυπαρισσιού η μικροβιακή βιομάζα έφτασε τα 214,94 μg Cmic g-1, η έκλυση CO2-C από τη βασική αναπνοή ήταν 112,8 μg CO2-C g-1 d-1 και από τη συνολική 679,4 Σμg CO2-C g-1, ενώ του υπόλοιπου υποστρώματος ήταν 69,53 μg Cmic g-1, 74,4 μg CO2-C g-1 d-1 και 353,1 Σμg CO2-C g-1, αντίστοιχα. Στην περιοχή της ριζόσφαιρας του πεύκου η δραστηριότητα των αλκαλικών φωσφατασών ήταν 198,92 μg p-nitrophenol g-1 h-1 και των όξινων ήταν 125,06 μg p-nitrophenol g-1 h-1, ενώ του υπόλοιπου υποστρώματος 138,76 και 71,29 μg p-nitrophenol g-1 h-1, αντίστοιχα. Η υγρασία του μίγματος ήταν ο σημαντικότερος παράγοντας που επηρέασε την βιολογική δραστηριότητα (μικροβιακή βιομάζα, αναπνοή, δραστηριότητα φωσφατασών). Η καταπόνηση λόγω έλλειψης νερού στην ξηρή περίοδο, με ποσοστό υγρασίας μικρότερο από 10%, αποτυπώθηκε στους δείκτες ποιότητας που χρησιμοποιήθηκαν. Την περίοδο αυτή στην περιοχή της ριζόσφαιρας του πεύκου το μικροβιακό πηλίκο εμφάνισε την χαμηλότερη τιμή του (0,24%) και το πηλίκο μεταβολισμού την υψηλότερη (8,36 μg CO2-C μg-1 Cmic d-1). Η λίπανση επηρέασε σημαντικά τη μικροβιακή βιομάζα, την αναπνοή, τη δραστηριότητα των φωσφατασών, τον οργανικό άνθρακα, τη σταθερότητα των συσσωματωμάτων στη διαβροχή και τις συγκεντρώσεις: αμμωνιακού αζώτου, ανταλλάξιμων κατιόντων (K+, Ca+2, Mg+2), ιχνοστοιχείων (Fe, Cu). Τέλος, η αυτοφυής βλάστηση άρχισε να εμφανίζεται το 3ο εξάμηνο και εγκαταστάθηκε σε ολόκληρη την πειραματική επιφάνεια ως το τέλος του πειραματικού χρόνου.

2017 ◽  
Vol 19 (1) ◽  
pp. 29-36

<p>In this study, the post-fire regeneration of three coniferous species (<em>Pinus brutia, Cupressus sempervirens </em>and<em> Cupressus arizonica)</em> was examined in the peri-urban forest of Thessaloniki, Northern Greece. The wildfire took place in July 1997 and burned almost 60% of the forest vegetation. During the autumn of 2010, 34 experimental plots were established in all aspects within the burned area. In each experimental plot the following measurements were carried out: height, diameter at breast height and crown projection in two perpendicular diameters. The results show that the <em>Pinus brutia </em>individuals, most of which came from natural regeneration, presented the best growth, in relation to the two other species in all aspects. As for <em>Cupressus sempervirens</em>, equal parts of which came from natural and artificial regeneration was characterized by remarkable growth especially in the Northeastern aspect. Finally, <em>Cupressus arizonica</em> existed in all aspects except the Northeastern. It also presented a satisfactory development, especially on the Southern aspect. Fourteen years after the fire pure or mixed stands of the above mentioned species show vigorous growth and good stem quality. Finally, the rates of participation of individual forest species indicate that the restoration has been achieved mainly by natural regeneration.</p>


Silva Fennica ◽  
2014 ◽  
Vol 48 (4) ◽  
Author(s):  
Batoul Al-Hawija ◽  
Viktoria Wagner ◽  
Monika Partzsch ◽  
Isabell Hensen

2014 ◽  
Author(s):  
Rahman Md Shoaibur

Το πείραμα διεξήχθη για να μελετηθεί η επίδραση της ξηρασίας στη μορφολογία των δενδρυλλίων, στην κατανομή της βιομάζας, στην αρχιτεκτονική των πλαγίων ριζών πρώτης τάξης και στην επιβίωση στο πεδίο στα πρώτα στάδια της μεταφύτευσης. Τέσσερα μεσογειακά είδη επιλέχθηκαν να μελετηθούν ως προς τα προαναφερθέντα στοιχεία: δύο είδη μεταφυτεύτηκαν ως γυμνόριζα με ριζοκοπή τα Cercis siliquastrum και Fraxinus ornus (3 ετών) και τα άλλα δύο είδη μεταφυτεύτηκαν ως βωλόφυτα, τα Spartium junceum και Cupressus sempervirens (2 ετών). Η μελέτη διεξήχθη στο Arboretum του Εργαστηρίου Δασοκομίας του ΑΠΘ, κοντά στο χωριό Περιστερά το οποίο ανήκει στο Δήμο Βασιλικών Θεσσαλονίκης (γεωγραφικό μήκος 23º04'58"Ε και γεωγραφικό πλάτος 40º30'27"Β), κατά τη διάρκεια της περιόδου 2011-2012. Το κλίμα της περιοχής μελέτης είναι χαρακτηριστικό των μεσογειακών περιοχών με ζεστό και ξηρό καλοκαίρι και δροσερό χειμώνα. Τα δενδρύλλια μεταφέρθηκαν από το φυτώριο στο πεδίο το Νοέμβριο του 2011. Συνολικά 120 δενδρύλλια ανά είδος, ίδιας ηλικίας και παρομοίου μεγέθους μεταφυτεύτηκαν στο πεδίο. Μετά την εγκατάσταση, στα μισά δενδρύλλια εφαρμόστηκε ελεγχόμενη άρδευση, ενώ τα υπόλοιπα δεν έλαβαν καμία άλλη άρδευση εκτός από τις φυσικές βροχοπτώσεις (υδατικό στρές). Το πειραματικό σχέδιο ήταν πλήρως τοχαιοποιημένο. Η συλλογή δειγμάτων δενδρυλλίων πραγματοποιήθηκε σε τρείς περιόδους, με εκσκαφή μετά από 6, 8 και 10 μήνες από την στιγμή της μεταφύτευσης. Σε κάθε περίοδο, 12 δενδρύλλια συλλέχθηκαν τυχαία (4 δενδρύλλια × 3 επαναλήψεις) ανά χειρισμό και ανά είδος για την ανάλυση του ριζικού και βλαστικού συστήματος.Η έρευνα έδειξε ότι στα δενδρύλλια που εφαρμόστηκε το υδατικό στρες, η επιβίωση των γυμνόριζων των C. siliquastrum και F. ornus επηρεάστηκε σοβαρά από την ξηρασία εν συγκρίσει με τα βωλόφυτα δενδρύλλια (S. junceum και C. sempervirens). Οι χειρισμοί που έγιναν με έλλειψη άρδευσης απέδειξαν ότι το S. junceum είχε το υψηλότερο ποσοστό επιβίωσης (85%) ακολουθούμενο από το C. sempervirens (73,7%), C. siliquastrum (51,7%), ενώ το χαμηλότερο ποσοστό επιβίωσης είχε το F. ornus (45 %) μετά από 10 μήνες από την στιγμή της μεταφύτευσης. Στους χειρισμούς που έγιναν με ελεγχόμενη άρδευση (μάρτυρας), χαμηλότερο ποσοστό επιβίωσης καταγράφηκε πάλι στα δενδρύλλια του F. ornus (75% ), ενώ τα άλλα τρία είδη είχαν υψηλότερο ποσοστό επιβίωσης που κυμάνθηκε από 90 έως 93,3%. Για την επιβίωση και την αρχική εγκατάσταση των δενδρυλλίων που μελετήθηκαν σε συνθήκες πεδίου τα γυμνόριζα δενδρύλλια των C. siliquastrum και F. ornus παρουσίασαν μεγαλύτερη καταπόνηση στο υδατικό στρές μετά τη μεταφύτευση τους και μεγαλύτερα ποσοστά θνησιμότητας στο πεδίο, από τα βωλόφυτα δενδρύλλια των ειδών S. junceum και C. sempervirens. Αυτό οφείλεται στις καταπονήσεις των γυμνόριζων δενδρυλλίων κατά τη διάρκεια της εξαγωγής, μεταφοράς και φύτευσης τους, καθώς επίσης και στις ακραίες καιρικές συνθήκες, τις κακές εδαφικές συνθήκες και την ηλικία των δενδρυλλίων Η μορφολογία του βλαστού και της ρίζας, η κατανομή της βιομάζας και η αρχιτεκτονική της πρώτης τάξης των πλαγίων ριζών των γυμνόριζων δενδρυλλίων δεν επηρεάστηκαν από την ξηρασία, ενώ στην περίπτωση των βωλόφυτων δενδρυλλίων υπήρξε επίδραση 10 μήνες μετά την μεταφύτευση τους στο πεδίο. Τη μείωση από το αρχικό ύψος λόγω βλαστικού μαρασμού ακολούθησε η έκπτυξη νέων βλαστών, φύλλων ή η ανάπτυξη βελόνων στο κάτω μέρος των βλαστών. Αυτό μπορεί να αποτελεί προσαρμοστικό μηχανισμό για την ελαχιστοποίηση της υπερβολικής διαπνοής στα πρώτα στάδια εγκατάστασης των μεταφυτευμένων ειδών. Επιπλέον, η μεγαλύτερη αύξηση της διαμέτρου έναντι του ύψους των δενδρυλλίων όλων των ειδών, θα μπορούσε επίσης να είναι ένας μηχανισμός για την προσαρμογή κατά τις περιόδους ξηρασίας .Ο αριθμός των πλαγίων ριζών πρώτης τάξης αυξήθηκε από τον αρχικό αριθμό σε όλα τα γυμνόριζα και τα καλλιεργούμενα σε δοχεία δενδρύλλια μετά τη μεταφύτευση. Γενικά τα δενδρύλλια με ελεγχόμενη άρδευση (μάρτυρας) είχαν σημαντικά μεγαλύτερο αριθμό πλαγίων ριζών πρώτης τάξης από αυτά που δεν ποτίστηκαν καθόλου. Ο αριθμός των πλαγίων ριζών πρώτης τάξης συσχετίστηκε με την ανάπτυξη, δηλαδή μεγαλύτερος αριθμός πλαγίων ριζών πρώτης τάξης, καλύτερη ανάπτυξη και επιβίωση στο πεδίο.Το μέσο μήκος των πλαγίων ριζών πρώτης τάξης όλων των βωλόφυτων δενδρυλλίων των ειδών S. junceum και C. sempervirens βρέθηκε παρόμοιο στους δυο χειρισμούς λόγω του ανέπαφου ριζικού τους συστήματος, ενώ παρουσίασε σημαντική διακύμανση στα γυμνόριζα δενδρύλλια των C. siliquastrum και F. οrnus. Στο C. siliquastrum το μέσο μήκος των πλαγίων ριζών πρώτης τάξης διέφερε σημαντικά μετά από 8 μήνες, αλλά μετά από 10 μήνες, το μήκος των πλαγίων ριζών πρώτης τάξης αυξήθηκε 30,28% στα δενδρύλλια που δεν ποτίστηκαν καθόλου και 11,55 % στα δενδρύλλια που υπέστησαν ελεγχόμενη άρδευση, γεγονός που θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως προσαρμοστικός μηχανισμός των καταπονημένων δενδρυλλίων για την εγκατάσταση τους σε συνθήκες ξηρασίας. Το μέσο μήκος των πλαγίων ριζών πρώτης τάξης του F. ornus δεν διέφερε αρχικά, αλλά διέφερε μετά από 10 μήνες μεταξύ των δύο υδατικών καταστάσεων. Παρατηρήσαμε ότι ο σχηματισμός των πλαγίων ριζών πρώτης τάξης που προήλθαν μετά τη ριζοκοπή της κεντρικής ρίζας του F. οrnus, ήταν πολύ αργός. Αυτό μπορεί να ερμηνευθεί από τα αποτελέσματα του ότι τα δενδρύλλια του F.οrnus που έχουν υποστεί ριζοκοπή, μπορεί να χρειαστούν περισσότερο χρόνο για να προσαρμοστούν σε ξηρές τοποθεσίες από τα δενδρύλλια του C. siliquastrum σε αντίστοιχες συνθήκες.Η μέση διάμετρος των πλαγίων ριζών πρώτης τάξης των γυμνόριζων και των βωλοφύτων δενδρυλλίων μειώθηκε από τους 8 μήνες στους 10 μήνες και στις δύο περιπτώσεις υδατικού καθεστώτος στις συνθήκες πεδίου. Η αύξηση του μήκους των πλαγίων ριζών πρώτης τάξης σε βάρος των διαμέτρων τους, ιδίως για τα δενδρύλλια που υπέστησαν υδατικό στρές μπορεί να είναι ένας από τους προσαρμοστικούς μηχανισμούς αυτών των δενδρυλλίων στις ξηρές περιοχές της Μεσογείου.Το σχετικό υδατικό περιεχόμενο (RWC) των φύλλων και βελονών βρέθηκε υψηλότερο στα δενδρύλλια με ελεγχόμενη άρδευση από ό, τι στα στρεσαρισμένα, σε όλα τα είδη. Η περιεκτικότητα σε υγρασία του εδάφους μεταβαλλόταν λόγω σποραδικών βροχοπτώσεων και διακυμάνσεων της θερμοκρασίας. Η περιεχόμενη υγρασία εδάφους ήταν 18,81 ± 0,44 % στις καλά ποτιζόμενες δοκιμαστικές επιφάνειες και 5,56 ± 0,08 % στις δοκιμαστικές επιφάνειες χωρίς άρδευση κατά τη διάρκεια διεξαγωγής του πειράματος. Προκειμένου να μειωθεί το ποσοστό θνησιμότητας και να έχουμε μια επιτυχημένη εγκατάσταση των γυμνόριζων δενδρυλλίων τα οποία έχουν υποστεί και ριζοκοπή, συνιστάται η άρδευση στο πρώτο έτος κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών.


2012 ◽  
Vol 11 (8) ◽  
pp. 1475-1480 ◽  
Author(s):  
Omer Kucuk ◽  
Ertugrul Bilgili ◽  
Serkan Bulut ◽  
Paulo M. Fernandes

2019 ◽  
Vol 9 (4) ◽  
pp. 268-279
Author(s):  
Mohamed E.I. Badawy ◽  
Ibrahim E.A. Kherallah ◽  
Ahmed S.O. Mohareb ◽  
Mohamed. Z.M. Salem ◽  
Hameda A. Yousef

Background:Plant extracts are important products in the world and have been widely used for isolation of important biologically active products. Because of their significant environmental impact, extensive research has been explored to determine the antimicrobial activity of plant extracts.Methods:Acetone extracts of the bark and leaf of Cupressus sempervirens and Juniperus phoenicea, collected from three different altitudes (125, 391, and 851 m high of sea level) at Al- Jabel Al-Akhdar area, Libya were obtained and analyzed by GC/MS. The antimicrobial activity of the extracts was further evaluated against plant bacteria Rhizobium radiobacter, Erwinia carotovora, Rhodococcus fascians and Ralstonia solanacearum and fungus Botrytis cinerea.Results:The impact of the altitude from the sea level on the quantity and chemical constituents of the extracts was investigated. The yield was largely dependent on tree species and the highest yield (6.50%) was obtained with C. sempervirens L bark of altitude III (851 m of the sea level), while the lowest (1.17%) was obtained with the leaf extract of C. sempervirens L from altitude I (125 m). The chemical composition analyzed by GC/MS confirmed that the leaf extracts of C. sempervirens and J. phoenicea contained a complex mixture of monoterpene hydrocarbons, sesquiterpenes, diterpenes, diterpenoids, terpenophenolic, steroids and phthalates. However, the bark extracts of both trees contained a mixture of sesquiterpenes, diterpenes, diterpenoids, terpenophenolics, phthalates, retinol and steroids. These constituents revealed some variability among the extracts displaying the highest interesting chemotype of totarol (terpenophenolic) in all extracts (14.63-78.19% of the total extract). The extracts displayed a noteworthy antifungal potency with varying degrees of inhibition of growth with EC50 values ranged from 78.50 to 206.90 mg/L. The extracts obtained from the leaves of C. sempervirens showed that the highest inhibitory activity was obtained with the extract of altitude II (391 m) with MIC 565, 510, 380 and 710 mg/L against E. carotovora, R. fascians, and R. radiobacter and R. solanacearum, respectively.Conclusion:Based on antimicrobial activity, raw plant extracts can be a cost-effective way to protect crops from microbial pathogens. Because plant extracts contain several antimicrobial compounds, the development of resistant pathogens can be delayed.


Sign in / Sign up

Export Citation Format

Share Document