Description of the ontogenic development of the cyprinids of Louros river

2020 ◽  
Author(s):  
Ρομπέρτα Μπαρμπιέρι

Ο ακριβής προσδιορισμός των πρώτων σταδίων ανάπτυξης των ψαριών είναι ένα θεμελιώδες βήμα στη μελέτη της οικολογίας τους. Οι προνύμφες ψαριών είναι συχνά δύσκολο να αναγνωριστούν, επειδή οι σωματικές τους αναλογίες και το χρωματικό τους πρότυπο μπορούν να αλλάξουν σημαντικά κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής τους. Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στην αναγνώριση των προνυμφών είναι η έλλειψη κατάλληλων οδηγιών και κλειδών. Κατά τη διάρκεια της διδακτορικής διατριβής πραγματοποιήθηκαν δειγματοληψίες κατά τους μήνες της αναπαραγωγής των κυπρινοειδών του Λούρου (κεφάλαιο 2.2). Στον ποταμό Λούρο απαντώνται τέσσερα είδη κυπρινοειδών: Telestes pleurobipunctatus, Squalius pamvoticus, Pelasgus thesproticus και Luciobarbus albanicus. Ένα πρώτο βήμα, που συμβάλλει στην αναγνώριση, είναι να διαχωριστούν οι προνύμφες σε ομάδες ανάλογα με την οικογένεια (κεφάλαιο 3.1.1). Γιά το λόγο αυτό δημιούργησα πίνακες για κάθε οικογένεια ψαριών που διαβιώνουν στο Λούρο. Ο κάθε πίνακας συνοψίζει τα βασικά χαρακτηριστικά των αβγών, εμβρύων, προνυμφών και ιχθυδίων κάθε οικογένειας. Υπάρχουν δύο βασικές προσεγγίσεις για τη μελέτη των αβγών και προνυμφών των ψαριών. Η πρώτη είναι ο εντοπισμός χαρακτήρων των ενηλίκων, μέσω ενός δείγματος ψαριών που καλύπτει όλο το φάσμα από τα ενήλικα έως τα πρώτα στάδια ανάπτυξης. Η δεύτερη είναι η εκκίνηση από γονιμοποιημένα αβγά που προέρχονται από γνωστού είδους γονείς, οπότε τα έμβρυα που εκκολάπτονται και οι προνύμφες που εκτρέφονται είναι γνωστού είδους. Στην παρούσα διδακτορική διατριβή η δεύτερη μέθοδος εφαρμόστηκε στην περίπτωση του Τ. pleurobipunctatus (κεφάλαιο 3.2.3). Το είδος αναπαράγεται, προς το τέλος του χειμώνα, σε πηγές. Το βράδυ της 20ης Φεβρουαρίου του 2007 πραγματοποίησα τεχνητή αναπαραγωγή με τους γαμέτες 2 θηλυκών και μερικών αρσενικών ατόμων. Έξι ημέρες μετά τη γονιμοποίηση, άρχισε η εκκόλαψη. Τα έμβρυα κατά την εκκόλαψη έχουν μήκος περίπου 6,0 mm ΝL. Η οντογενετική περιγραφή του T. pleurobipunctatus μου έδωσε την δυνατότητα να διακρίνω τις προνύμφες του από αυτές του S. pamvoticus που είναι φαινομενικά όμοιες σε μακροσκοπική εξέταση. Τα δύο είδη διαφέρουν στον αριθμό των προεδρικών μυομεριδίων (22-23 στο T. pleurobipunctatus και 27-28 στο S. pamvoticus) και στην μονή σειρά μελανοφόρων της προεδρικής κοιλιακής περιοχής. Έπειτα δημιούργησα κλείδες για τα έμβρυα και τις προνύμφες όλων των ειδών που διαβιούν στο Λούρο. Οι κλείδες δημιουργήθηκαν για κάθε ξεχωριστό στάδιο ανάπτυξης. Στο κεφάλαιο 3.2.2. της διδακτορικής διατριβής διερεύνησα επίσης την πιθανότητα μίας παραπατρικής διαφοροποίησης του T. pleurobipunctatus, που θα μπορούσε να οφείλεται στην αναπαραγωγική συμπεριφορά του είδους. Η συχνότητα και η περίοδος αναπαραγωγής είναι τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της στρατηγικής αναπαραγωγής που υιοθετείται από ένα είδος ψαριού (κεφάλαιο 3.3). Για το αυτόν τον λόγο μελέτη στα πρότυπα αύξησης και ανάπτυξης των τεσσάρων κυπρινοειδών του Λούρου σε δύο διαφορετικές τοποθεσίες: στο σταθμό Τέροβο (με μέση ετήσια θερμοκρασία 14,3 °C) και στο σταθμό Ξηροπόταμο (με μέση ετήσια θερμοκρασία 18,8 °C).Το T. pleurobipunctatus φαίνεται να αναπαράχθηκε πρώτα στο Τέροβο και δέκα μέρες αργότερα στον Ξηροπόταμο. Στον Ξηροπόταμο υπήρχε μια μόνο κλάση της ομάδας 0 που εκκολάφτηκε στις αρχές Απριλίου. Στο Τέροβο υπήρξε μία μαζική αναπαραγωγή στα τέλη Μαρτίου και δύο μικρότερης έντασης αναπαραγωγικά συμβάντα τον Απρίλιο. Τα μοντέλα ανάπτυξης και εισόδου νεοεισερχομένων ατόμων του S. pamvoticus στον Ξηροπόταμο δηλώνει πολλαπλά συμβάντα αναπαραγωγής από τις αρχές Απριλίου έως τα μέσα Μαΐου. Η αναπαραγωγική περίοδος του P. thesproticus, που ξεκίνησε τον Απρίλιο, επεκτάθηκε στο Τέροβο κατά τη διάρκεια όλου του καλοκαιριού, ενώ στον Ξηροπόταμο διήρκησε μόνο μέχρι το τέλος της άνοιξης. Τέλος, η πρώτη και μαζική ωοτοκία του L. albanicus, πραγματοποιήθηκε στα μέσα Απριλίου στον Ξηροπόταμο, ακολουθούμενη από δύο μικρότερα συμβάντα στο τέλος του μήνα και στις αρχές Μαΐου. Το κεφάλαιο 3.4. αφορά στις διαφορές στην οντογενετική ανάπτυξη του T. pleurobipunctatus ανάμεσα σε άτομα που συλλέχθηκαν στο πεδίο και άτομα που εκτράφηκαν στο εργαστήριο. Ενώ υπάρχει εκτεταμένη βιβλιογραφία για μεριστικούς χαρακτήρες, οστεολογικές διαφορές και διαφορές στην συμπεριφορά των δύο ομάδων, απουσιάζουν μελέτες για διαφορές των μορφομετρικών χαρακτήρων. Οι μορφομετρικές μετρήσεις έδειξαν ότι η αύξηση τόσο των εκτρεφόμενων όσο και των προνυμφών πεδίου δεν ήταν γραμμική. Με βάση την PCA της ανάλυσης των βασικών μετρήσεων παρατηρούνται δύο πολύ ξεχωριστές ομάδες: μια ομάδα των εκτρεφόμενων ψαριών και η άλλη των ψαριών που συλλέχθηκαν στο πεδίο. Ο πρώτος άξονας διαχωρίζει τις ομάδες πεδίου και εργαστηρίου. Όλα τα δείγματα πεδίου έχουν θετικές ιδιοτιμές, γεγονός που δείχνει ότι υπάρχει επίδραση του μεγέθους στα μορφομετρικά χαρακτηριστικά των δύο ομάδων. Η διαφορά στο ρυθμό ανάπτυξης μεταξύ άγριων και εκτρεφόμενων προνυμφών και στους χαρακτήρες που μετρήθηκαν μπορούν πιθανώς να εξηγηθούν από επιλεκτική θνησιμότητα στη φύση. Οι προνύμφες που εκτρέφονται σε συνθήκες αιχμαλωσίας τείνουν να είναι μικρότερες και παχύτερες όταν συγκριθούν με αυτές του πεδίου στα ίδια αναπτυξιακά στάδια. Τέλος, στο κεφάλαιο 3.5 μελετήθηκε η επίδραση της φορμόλης ως μέσο συντήρησης στο σχήμα και το μέγεθος των προνυμφών των κυπρινοειδών του Λούρου. Τα διαλύματα που χρησιμοποιούνται για την συντήρηση, συνήθως προκαλούν συρρίκνωση των περισσότερων ιστών των φυτών και των ζώων. Η μελέτη της επίδρασης της συντήρησης της φορμόλης στο εξωτερικό σχήμα των προνυμφών πραγματοποιήθηκε για τρία είδη (T. pleurobipunctatus, S. pamvoticus και L. albanicus). Όπως είναι λογικό, n επίδραση της συντήρησης είναι έντονη κατά τον πρώτο μήνα σε όλα τα μεγέθη και στα τρία είδη. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι τα τρία είδη παρουσιάζουν διαφορές ως προς τα μεγέθη των ατόμων. Η τεχνική της γεωμετρικής μορφομετρίας, που χρησιμοποίησα εδώ , επιτρέπει τη διερεύνηση του γεωμετρικού σχήματος ενός χαρακτηριστικού, με βάση ένα σύνολο ανατομικών σημείων γνωστών ως τοπόσημα. Οι συσχετίσεις του σχήματος με το χρόνο από 0 σε 10 μήνες σε όλες τις περιπτώσεις έδειξαν υψηλή στατιστική σημαντικότητα. Οι κύριες τροποποιήσεις μετά από δέκα μήνες συντήρησης, είναι μια συρρίκνωση του οφθαλμού και μια αύξηση στο βάθος του σώματος σε όλα τα είδη. Επιπροσθέτως, σε όλα τα άτομα παρουσιάζεται διόγκωση της κεφαλής και, σε γενικές γραμμές, τα άτομα συρρικνώνονται ως προς το μήκος και διογκώνονται ως προς το ύψος. Τα γραφήματα των γεωμετρικών μορφομετρικών έδειξαν διαφορετικά επίπεδα διακύμανσης στα διαφορετικά είδη. Αυτές οι διαφοροποιήσεις μπορεί να οφείλονται στο διαφορετικό γενότυπο των ειδών, που επηρεάζει την αναλογία των λευκών και ερυθρών μυών. Εναλλακτικά, η διαφοροποίηση αυτή μπορεί να οφείλεται στη διακύμανση της ποσότητας νερού των ιστών των διαφορετικών ειδών.

2012 ◽  
Vol 8 (1) ◽  
pp. 3-11
Author(s):  
Shang-an Shu ◽  
Hong-Di Ma ◽  
Zhe-Xiong Lian

1981 ◽  
Vol 15 ◽  
pp. 548-548
Author(s):  
K Kenneth Tsuboi ◽  
Linda K Kwong ◽  
W D Andrew Ford ◽  
Thomas Colby ◽  
Philip Sunshine

1982 ◽  
Vol 156 (2) ◽  
pp. 321-336 ◽  
Author(s):  
C Havele ◽  
T G Wegmann ◽  
B M Longenecker

Hematopoietic chimeras were produced at four different stages of ontogeny between two allogeneic strains of chickens. All chimeras produced by parabiosis at day 12 of embryogenesis and the majority (83%) of the ones produced at day 15 by intravenous injection of allogeneic stem cells remained healthy, chimeric, and specifically tolerant at both the humoral and cell-mediated level throughout a long examination period. Chimeras generated at day 17 of embryogenesis demonstrated specific unresponsiveness at the cell-mediated level but produced specific anti-donor alloantibodies directed against erythrocyte-associated major histocompatibility complex (MHC) (B-G) antigens. These chimeras and a minority (17%) of the chimeras generated at day 15 of embryogenesis developed severe antibody-mediated autoimmune hemolytic anemia after the 5th mo of age and succumbed to massive bursal lymphomas and metastases by the 10th mo of age. The immunological and pathological characteristics of these birds appear to reflect an autoimmune state rather than one of tolerance. Erythroid chimeras generated at day 21 of ontogenic development displayed normal levels of GVH reactivity. These birds were eventually able to eliminate the chimeric state and remained healthy until deliberately killed. These results show that there is a critical period in embryogenesis during which the induction of allogeneic erythrocytic chimerism leads to the development, in adult life, of severe autoimmune anemia, B cell lymphomas, and death. B-G MHC antigens are erythroid differentiation antigens of the chicken. Polymorphic determinants on B-G antigens appear to be important cross-reactive determinants (with environmental bacteria), against which a high background immunity exists. Evidence is presented that the immune response to B-G antigens is responsible for the development of autoimmunity and other pathological events that follow and that tolerance to class I MHC antigens (B-F antigens) shared by lymphocytes erythrocytes is maintained at the same time that B-G tolerance is broken.


2018 ◽  
Vol 49 (10) ◽  
pp. 3362-3373 ◽  
Author(s):  
Ubonrat Limtipsuntorn ◽  
Wikrom Rungsin ◽  
Karun Thongprajukaew ◽  
Wiwihthanon Boonyung ◽  
Wannapa Rangsin

1981 ◽  
Vol 80 (6) ◽  
pp. 1550-1556 ◽  
Author(s):  
K.Kenneth Tsuboi ◽  
Linda K. Kwong ◽  
W.D.Andrew Ford ◽  
Thomas Colby ◽  
Philip Sunshine

1991 ◽  
Vol 261 (5) ◽  
pp. H1443-H1451 ◽  
Author(s):  
L. H. Snoeckx ◽  
F. Contard ◽  
J. L. Samuel ◽  
F. Marotte ◽  
L. Rappaport

An early, transient accumulation of mRNAs of the protooncogenes c-fos and c-myc and the heat-shock protein HSP70 has been described in hypertrophying rat hearts. It is unclear 1) in which cardiac cell type-these gene activations occur and 2) whether the corresponding proteins are translated. We studied protein expression in rat hearts during ontogenic development and under stress conditions associated with pressure overload with the use of immunofluorescent techniques. During cardiac development no HSP70 could be detected. c-Fos was expressed consistently after birth but only in coronary smooth muscle cells, and c-Myc was found exclusively in adult coronary endothelium and myocardial nonmuscle cells. In adult rats, HSP70 and, to a lesser extent, c-Fos were induced in myocardial muscle and some nonmuscle cells within 3 h following methohexital sodium anesthesia. A similar, more intense immunolabeling of these peptides was observed after thoracotomy and/or aortic stenosis. The coronary c-Fos and c-Myc labeling remained unchanged in these conditions. Thus the expression in cardiac muscle and nonmuscle cells of the three peptides differs and depends on different triggers.


Sign in / Sign up

Export Citation Format

Share Document