Διαμόρφωση της συνεκτικότητας σάρκας στο καρπούζι και οι παράγοντες που την επηρεάζουν
Σκοπός της διατριβής ήταν η μελέτη της διαμόρφωσης της συνεκτικότητας της σάρκας των καρπών καρπουζιού καθώς και η διερεύνηση της επίδρασης σε αυτήν προ- και μετα-συλλεκτικών παραγόντων. Ειδικότερα, διερευνήθηκε η επίδραση των κυριότερων διειδικών υβριδικών υποκειμένων Cucurbita maxima×Cucurbita moschata (ΤΖ148, Bombo και Ν-101), των κυριότερων εμπορικών διπλοειδών μεγαλόκαρπων ποικιλιών (Celebration, Gallery, Pegasus και Torpilla) και της τριπλοειδούς μικρόκαρπης ποικιλίας Extazy, της πρακτικής του εμβολιασμού (εμβολιασμός ή μη στα υβριδικά υποκείμενα και αυτό-εμβολιασμός), του σταδίου ωρίμανσης του καρπού (30-50 ημέρες από την καρπόδεση, MMA) και της μετασυλλεκτικής διατήρησης για 7 ή 14 ημέρες στους 25 °C. Τέλος, μελετήθηκαν οι δομικές ιδιότητες του πρωτογενούς κυτταρικού τοιχώματος καθώς και η λειτουργικότητα των μεμβρανών των κυττάρων της σάρκας του καρπού. Παράλληλα, επιδιώχθηκε η ανάπτυξη μεθοδολογίας και πρωτοκόλλου προσδιορισμού της συνεκτικότητας με χρήση μηχανικού αναλυτή υφής, για ενδελεχή μελέτη των παραγόντων αυτών. Η συνεκτικότητα της σάρκας αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του καρπουζιού και ορίζεται συμβατικά ως η αντίσταση της σάρκας στη διάτρηση. Δεδομένου όμως ότι η σάρκα του καρπουζιού χαρακτηρίζεται από περιορισμένη αντίσταση στη διάτρηση, η εφαρμοζόμενη μέθοδος πρέπει να είναι ευαίσθητη, ακριβής και επαναλήψιμη. Oι ηλεκτρονικοί αναλυτές υφής που καταγράφουν την ταχύτητα διάτρησης και το βάθος μετατόπισης αποτελούν κατάλληλη μέθοδο για αξιολόγησή της. Η περιοχή προσδιορισμού είναι ένας άλλος κρίσιμος παράγοντας. H αξιολόγηση της συνεκτικότητας περιμετρικά της καρδιάς σε διατομή του καρπού αποδίδει ακριβείς μετρήσεις καθώς η συνεκτικότητα στην περιοχή αυτή είναι σχετικά ομοιόμορφη και αυξάνεται γραμμικά με το βάθος διάτρησης. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι συνεκτικότητα της σάρκας των καρπών καρπουζιού επηρεάστηκε από την ποικιλία, το στάδιο ωρίμανσης του καρπού, το υποκείμενο εμβολιασμού και τη μετασυλλεκτική διατήρηση, όχι όμως από την πρακτική του εμβολιασμού. Ωστόσο, από τους παράγοντες αυτούς την καθοριστικότερη επίδραση άσκησε το υποκείμενο. Στο στάδιο της συλλεκτικής ωριμότητας (40 ΜΜΑ), ανεξάρτητα από το υποκείμενο εμβολιοασμού, οι καρποί της τριπλοειδούς ποικιλίας Extazy είχαν κατά πολύ υψηλότερη συνεκτικότητα σάρκας από τους καρπούς των διπλοειδών ποικιλιών, που δε διέφεραν μεταξύ τους. Στη διπλοειδή ποικιλία Pegasus, η συνεκτικότητα της σάρκας μειώθηκε με την εξέλιξη της ωρίμανσης των καρπών κατά την περίοδο 30-40 ΜΜΑ, ανεξάρτητα από τον εμβολιασμό. Ανεξάρτητα από την ποικιλία, η συνεκτικότητα της σάρκας των καρπών από φυτά εμβολιασμένα σε όλα τα υποκείμενα ήταν αυξημένη σε όλη τη διάρκεια της ωρίμανσης και υποβαθμίσθηκε μετασυλλεκτικά. Ωστόσο, σε όλη τη διάρκεια της διατήρησης, οι καρποί από εμβολιασμένα φυτά διατήρησαν υψηλότερη συνεκτικότητα σάρκας. Η συνεκτικότητα διαμορφώθηκε τόσο από τον αριθμό όσο και από το μέγεθος των παρεγχυματικών κυττάρων της σάρκας του καρπού. Μάλιστα, ο σχηματισμός μεγαλύτερου αριθμού αλλά μικρότερου μεγέθους παρεγχυματικών κυττάρων αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την αυξημένη συνεκτικότητα της σάρκας των καρπών από εμβολιασμένα φυτά. Η υπόθεση αυτή ενισχύεται επίσης από την υψηλότερη περιεκτικότητα στο υλικό κυτταρικού τοιχώματος που απομονώνεται από τη σάρκα των καρπών αυτών. Η συνεκτικότητα της σάρκας των καρπών διαμορφώνεται επίσης από τα κλάσματα των μη-διαλυτών στο νερό πηκτινών αλλά όχι από τα κλάσματα των ουδέτερων σακχάρων. Η κιτρουλλίνη συσχετίσθηκε σημαντικά με τη συνεκτικότητα της σάρκας για αυτό και η πιθανότητα εμπλοκής της στην οσμωρύθμιση των κυττάρων χρήζει περαιτέρω διερεύνησης.