scholarly journals Απομόνωση και εξωσωματικός (ex vivo) πολλαπλασιασμός στρωματικών στελεχιαίων κυττάρων από τον ανθρώπινο μυελό των οστών

2013 ◽  
Author(s):  
Μαρία Θεοδοσάκη
Keyword(s):  
Ex Vivo ◽  
Class I ◽  

Τα ΣΣΚ είναι κύτταρα ινοβλαστικής μορφολογίας που παράγονται στο εργαστήριο, όταν καλλιεργηθεί κατάλληλα μυελός των οστών. Πιθανώς, το in vivo κύτταρο καταγωγής τους να είναι το περιαγγειακό κύτταρο (perivascular cell) ή περικύτταρο (pericyte). Οι in vitro ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τα ΣΣΚ ως τέτοια είναι: η προσκόλλησή τους στην επιφάνεια του καλλιεργητικού μέσου, ο συγκεκριμένος ανοσοφαινότυπος, όπως προσδιορίζεται από την κυτταρομετρική ανάλυση και η ικανότητά διαφοροποίησή τους σε οστεοβλάστες, λιποκύτταρα και χονδροβλάστες. Επιπλέον, παρουσιάζουν υψηλό δυναμικό πολλαπλασιασμού και καταστολή του πολλαπλασιασμού των λεμφοκυττάρων σε μεικτές λεμφοκυτταρικές καλλιέργειες.Τα τελευταία χρόνια πολλές μελέτες έδειξαν ότι τα ΣΣΚ διαθέτουν και in vivo ανοσοτροποποιητικές ιδιότητες, συμβάλλοντας στην επιβίωση του μοσχεύματος σε πειραματικά ζωικά μοντέλα. Επιπλέον, προσελκύονται στην περιοχή των τραυματισμένων ιστών προωθώντας τη λειτουργική αποκατάστασή τους με αντιφλεγμονώδη δράση. Τα ευρήματα αυτά οδήγησαν στη χρησιμοποίησή τους και στον άνθρωπο για την αντιμετώπιση διαφόρων ασθενειών. Έτσι, έχουν διεξαχθεί πολλές κλινικές μελέτες φάσης Ι και ΙΙ, που αφορούν στην έγχυση ΣΣΚ για την υποβοήθηση της μεταμόσχευσης ΑΣΚ, τη θεραπεία της ανθεκτικής GVHD, την αντιμετώπιση αυτοάνοσων νοσημάτων και φλεγμονωδών νόσων του εντέρου, καθώς και την αναγέννηση ιστών με περιορισμένη ανανεωτική δυνατότητα ( καρδιακός, νευρικός, ιστοί του μυοσκελετικού συστήματος, κ. ά.).Με στόχο την παραγωγή εξωσωματικά εκπτυγμένων ΣΣΚ σε αριθμό επαρκή για την αντιμετώπιση της GVHD, αλλά και την ανεύρεση του καταλληλότερου πληθυσμού ΣΚ του ΜΟ για τη θεραπεία ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια, στο εργαστήριό μας μελετήσαμε δύο χαρακτηριστικούς πληθυσμούς ΣΣΚ (CD105+ και CD271+) και δύο, μέχρι προσφάτως θεωρούμενων, ΑΣΚ (CD34+ και CD133+).Από 23 δείγματα ΜΟ, 10ml το καθένα, απομονώθηκαν οι παραπάνω πληθυσμοί χρησιμοποιώντας τα αντίστοιχα αντισώματα και τη μέθοδο της θετικής ανοσομαγνητικής επιλογής. Ακολούθησαν καλλιέργειες πολλαπλασιασμού και διαφοροποίησης των διαχωρισθέντων κυττάρων σε λιποκύτταρα, οστεοκύτταρα και χονδροκύτταρα. Η φαινοτυπική ανάλυση των καλλιεργημένων κυττάρων πραγματοποιήθηκε με κυτταρομετρία ροής, ενώ η διαφοροποίηση σε λιποκύτταρα, οστεοκύτταρα και χονδροκύτταρα ελέγχτηκε με την έκφραση των γονιδίων της LPL, της αλκαλικής φωσφατάσης και της COL2A1 αντίστοιχα.Και οι 4 πληθυσμοί έδωσαν γένεση σε προσκολλημένα κύτταρα ινοβλαστικής μορφολογίας, που διατηρούν το πολλαπλασιαστικό δυναμικό τους για 5 περίπου εβδομάδες και 9 συνεχείς ανακαλλιέργειες. Ο ρυθμός πολλαπλασιασμού και ο συνολικός αριθμός τους κατά το τέλος της καλλιέργειας, δε φαίνεται να διαφοροποιείται σημαντικά μεταξύ τους, ενώ, ο ανοσοφαινότυπος (CD29+, CD90+, CD44+, CD13+, CD105+, Class I – HLA+, CD14-, CD19-, CD31-, HLA-DR-, CD34- και CD45-) και η ικανότητα διαφοροποίησής τους σε λιποκύτταρα, οστεοκύτταρα και χονδροκύτταρα, όπως καταδεικνύεται και από την έκφραση των γονιδίων της LPL, της αλκαλικής φωσφατάσης και της COL2A1 αντίστοιχα, πιστοποιούν την ταυτότητά τους ως ΣΣΚ.Σημαντική διαφοροποίηση από τα παραπάνω αποτελέσματα παρατηρήθηκε σε ένα δείγμα CD271+ κυττάρων, στο οποίο, η αυτόματη δημιουργία ποικιλόμορφων κυτταρικών σχηματισμών μετά την 3η ανακαλλιέργεια, ανέστειλε τον περαιτέρω πολλαπλασιασμό των ΣΣΚ.Τo εύρημα αυτό μας οδήγησε στην επιλογή του CD105+ πληθυσμού, προκειμένου να λαμβάνουμε αριθμό ΣΣΚ επαρκή για την αντιμετώπιση της GVHD, γεγονός που αποτελεί πλέον πρακτική του εργαστηρίου μας.Όσον αφορά στους πληθυσμούς των CD133+ και CD34+ κυττάρων, τα αποτελέσματά μας έδειξαν ξεκάθαρα ότι, πέραν των αιμοποιητικών και ενδοθηλιακών προγονικών κυττάρων, εμπεριέχουν και ΣΣΚ, επιβεβαιώνοντας το γεγονός που εκείνο το διάστημα είχε αρχίσει να διαφαίνεται για τον πρώτο και ανατρέποντας τα έως τότε βιβλιογραφικά δεδομένα για το δεύτερο.Στα ευρήματά μας αυτά στηρίχτηκε η κλινική μελέτη που ακολούθησε, κατά την οποία πραγματοποιήθηκε επιλογή των CD133+ και CD133-CD34+ κυττάρων από το ΜΟ 26 ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια και επαναχορήγησή τους στον ασθενή με ενδοστεφανιαία έγχυση. Η σήμανση με ραδιοφάρμακο των εγχεόμενων κυττάρων σε 8 περιπτώσεις έδειξε ότι σημαντικός αριθμός από αυτά εντοπίζονταν στην περιοχή του ουλοποιημένου μυοκαρδίου, έχοντας ως αποτέλεσμα τη μείωση του μεγέθους των μη βιώσιμων περιοχών, την αύξηση της αιμάτωσής τους και τη βελτίωση των καρδιακών παραμέτρων, δικαιολογώντας έτσι τη διενέργεια μιας προοπτικής κλινικής μελέτης φάσης II.

2018 ◽  
Author(s):  
Ελένη Κοντάκη

Οι Ιδιοπαθείς Φλεγμονώδεις Νόσοι του Εντέρου (ΙΦΝΕ) είναι χρόνιες φλεγμονώδεις παθήσεις του πεπτικού σωλήνα, με υποτροπίαζοντα ή προοδευτικό χαρακτήρα που επηρρεάζουν εκατομμύρια ανθρώπων παγκοσμίως. Ο όρος ΙΦΝΕ περιλαμβάνει τη νόσο του Crohn και την ελκώδη κολίτιδα. Η ηλικία εμφάνισης της νόσου τοποθετείται συνήθως στη δεύτερη και τρίτη δεκαετία της ζωής, με την πλειονότητα των ασθενών να εμφανίζουν κλινική πορεία χαρακτηριζόμενη από υφέσεις και εξάρσεις. Αν και η ακριβής αιτιολογία των ΙΦΝΕ δεν έχει πλήρως αποσαφηνιστεί, θεωρείται νόσος πολυπαραγοντική. Φαίνεται ότι υπάρχει γενετική προδιάθεση, με υπεύθυνα συγκεκριμένα γονίδια που πιθανώς είναι ο πλέον σπουδαίος παράγοντας κινδύνου εμφάνισης των ΙΦΝΕ. Επιπλέον, η αλλαγή του μικροβιώματος δημιουργεί δυσβίωση μεταξύ ξενιστή και μικροβιώματος του εντέρου και αποτελεί σημαντικό παράγοντα του ξενιστή για την αιτιολογία της νόσου. Δεδομένα από πειραματικά μοντέλα κολίτιδας έχουν βοηθήσει σημαντικά στην κατανόηση των ανοσολογικών μηχανισμών που εμπλέκονται στην έναρξη και την εξέλιξη της νόσου. Συνολικά, φαίνεται ότι μία διαταραχή στο ανοσολογικό σύστημα του εντερικού βλεννογόνου οδηγεί σε υπερπαραγωγή φλεγμονωδών κυτταροκινών, απελευθέρωση μεσολαβητών οξειδωτικού στρες και διήθηση του εντέρου από φλεγμονώδη κύτταρα με αποτέλεσμα φλεγμονή του εντέρου και ιστική καταστροφή. Τα κατασταλτικά κύτταρα μυελικής προέλευσης (Myeoid-derived suppressor cells- MDSCs) αποτελούν έναν ετερογενή πληθυσμό κυττάρων που περιλαμβάνει μακροφάγα, κοκκιοκύτταρα, δενδριτικά κύτταρα και κύτταρα μυελικής σειράς σε πρώιμα στάδια διαφοροποίησης. Στα ποντίκια, τα MDSCs χαρακτηρίζονται από την έκφραση των Gr-1 και CD11b δεικτών και περιλαμβάνουν δύο υποομάδες κυττάρων: αυτά με μορφολογία παρόμοια με εκείνη των κοκκιοκυττάρων και φαινότυπο CD11b+Ly6G+Ly6Clow και αυτά με μορφολογία παρόμοια με εκείνα των μονοκυττάρων και φαινότυπο CD11b+Ly6GlowLy6C+. Στους ανθρώπους, ο φαινοτυπικός προσδιορισμός των MDSCs συνιστά πρόκληση, λόγω της έλλειψης ενιαίων κριτηρίων. Συνηθέστερα, χαρακτηρίζονται απο την έκφραση του δείκτη CD33 της μυελικής σειράς και την έλλειψη έκφρασης τόσο του μορίου τάξης ΙΙ του μείζονος συμπλέγματος ιστοσυμβατότητας (MHC-ΙΙ), HLA-DR, όσο και άλλων δεικτών που χαρακτηρίζουν τις υπόλοιπες κυτταρικές σειρές του μυελού των οστών. Αν και ο ρόλος των MDSCs έχει κυρίως μελετηθεί σε πειραματικά μοντέλα καιασθενείς με καρκίνο, πρόσφατες μελέτες αναδεικνύουν το ρόλο αυτών σε πληθώρα παθολογικών καταστάσεων, όπως οι λοιμώξεις, η μεταμόσχευση και η αυτοανοσία. Παραδοσιακά, τα εν λόγω κύτταρα θεωρείται ότι καταστέλλουν την ανοσιακή απάντηση μέσω ποικίλων μηχανισμών. Ωστόσο, η πρόσφατη βιβλιογραφία επισημαίνει την πλαστικότητα αυτών των κυττάρων, δεδομένου ότι το εκάστοτε φλεγμονώδες περιβάλλον μπορεί να τους προσδώσει προφλεγμονώδεις ιδιότητες. Αν και οι κατασταλτικές ιδιότητες των MDSCs στις διαμεσολαβούμενες απο Τ κύτταρα ανοσιακές απαντήσεις είναι καλώς καθορισμένες, ο ρόλος αυτών στα αυτοάνοσα νοσήματα, όπως οι ΙΦΝΕ, είναι αμφιλεγόμενος. Πιο συγκεκριμένα, η ανοσοκατασταλτική δράση των MDSCs υποστηρίζεται από πολλές εργασίες που αναδεικνύουν την αύξηση των CD11b+Gr1+ MDSCs σε πειραματικά μοντέλα κολίτιδας. Παρομοίως, αύξηση των κατασταλτικών CD14+HLA-DRlow MDSCs περιγράφεται και στο περιφερικό αίμα ασθενών με ΙΦΝΕ. Ωστόσο, πρόσφατες μελέτες επισημαίνουν τον προφλεγμονώδη ρόλο των κυττάρων της μυελικής σειράς σε πειραματικά μοντέλα κολίτιδας, καθώς αυτόλογη μεταφορά Ly6Chigh κυττάρων εντερικού βλεννογόνου οδηγεί σε διαφοροποίηση των τελευταίων σε κύτταρα που προάγουν τη φλεγμονή του εντέρου. Στην παρούσα διδακτορική διατριβή, το ενδιαφέρον εστιάστηκε στον ανοσορυθμιστικό ρόλο των MDSCs σε πειραματικά μοντέλα κολίτιδας, καθώς και στις ανοσιακές απαντήσεις που διαμεσολαβούνται από τα Τ κύτταρα σε ασθενείς με ΙΦΝΕ. Ο αριθμός των MDSCs (ταυτοποιούμενα ως CD14+HLA-DR-/lowCD33+CD15+ κύτταρα) προσδιορίστηκε στο περιφερικό αίμα ασθενών με ΙΦΝΕ, ενώ η δράση αυτών αξιολογήθηκε με in vitro δοκιμασίες. Το πειραματικό μοντέλο που χρησιμοποιήθηκε ήταν αυτό της χημικά 2,4,6-trinitrobenzene sulfonic acid (TNBS) επαγόμενης κολίτιδας. Τα MDSCs χαρακτηρίστηκαν με τη μέθοδο της κυτταρομετρία ροής. Η in vivo ανοσοκατασταλτική δράση των MDSCs που καλλιεργήθηκαν από μυελό των οστών υγιών ποντικιών (BM-MDSCs) ελέγχθηκε τόσο με δοκιμασίες απαλοιφής όσο και αυτόλογης μεταφοράς. Η μελέτη σε ανθρώπινα δείγματα ασθενών με ΙΦΝΕ, ανέδειξε αύξηση του αριθμού των MDSCs στο περιφερικό αίμα ασθενών με ενεργό νόσο. Παρομοίως, τα MDSCs, ιδιαίτερα ο υποπληθυσμός που χαρακτηρίζεται ως Ly6G+, αυξήθηκε στα περιφερικά λεμφικά όργανα ποντικών με TNBS επαγόμενη κολίτιδα κατά την ενεργό φάση της νόσου. Αντίθετα με τις αρχικές προσδοκίες, η αυτόλογη μεταφορά BM-MDSCs σε ποντίκια με TNBS κολίτιδα απέτυχε να ελέγξει τη φλεγμονή in vivo. Περαιτέρω μελέτη του μηχανισμού δράσης των MDSCs, έδειξε ότι η έκθεση των εν λόγω κυττάρων στο φλεγμονώδες περιβάλλον της κολίτιδας οδηγεί σε αλλαγή του φαινότυπου (μείωση των Gr1high και αύξηση των Gr1low κυττάρων) αυτών, καθώς και σε μειωμένη έκφραση της πρωτεΐνης CCAAT/enhancer-binding protein beta (CEBPβ), η οποία αποτελεί μεταγραφικό παράγοντα κλειδί στην ανοσοκατασταλτική δράση των MDSCs. Σε συμφωνία με τα αποτελέσματα της μελέτης στο πειραματικό μοντέλο κολίτιδας, MDSCs τα οποία απομονώθηκαν από περιφερικό αίμα ασθενών με ενεργό νόσο όχι μόνο δεν κατέστειλαν αλλά αντιθέτως ενίσχυσαν τον πολλαπλασιασμό αυτόλογων CD4+ Τ κυττάρων ex vivo. Συνολικά, τα δεδομένα αυτά αναδεικνύουν μια παράδοξη λειτουργία των MDSCs σε πειραματικά μοντέλα κολίτιδας, καθώς και στην in vitro ανοσιακή απάντηση ασθενών με ΙΦΝΕ. Η περαιτέρω κατανόηση των μηχανισμών που οδηγούν στην απώλεια του βασικού χαρακτηριστικού των MDSCs, που συνίσταται στην καταστολή των ανοσιακών απαντήσεων, θα μπορούσε να υποβοηθήσει στο σχεδιασμό νέων θεραπευτικών στόχων.


2012 ◽  
Vol 82 (3) ◽  
pp. 228-232 ◽  
Author(s):  
Mauro Serafini ◽  
Giuseppa Morabito

Dietary polyphenols have been shown to scavenge free radicals, modulating cellular redox transcription factors in different in vitro and ex vivo models. Dietary intervention studies have shown that consumption of plant foods modulates plasma Non-Enzymatic Antioxidant Capacity (NEAC), a biomarker of the endogenous antioxidant network, in human subjects. However, the identification of the molecules responsible for this effect are yet to be obtained and evidences of an antioxidant in vivo action of polyphenols are conflicting. There is a clear discrepancy between polyphenols (PP) concentration in body fluids and the extent of increase of plasma NEAC. The low degree of absorption and the extensive metabolism of PP within the body have raised questions about their contribution to the endogenous antioxidant network. This work will discuss the role of polyphenols from galenic preparation, food extracts, and selected dietary sources as modulators of plasma NEAC in humans.


1992 ◽  
Vol 68 (06) ◽  
pp. 687-693 ◽  
Author(s):  
P T Larsson ◽  
N H Wallén ◽  
A Martinsson ◽  
N Egberg ◽  
P Hjemdahl

SummaryThe significance of platelet β-adrenoceptors for platelet responses to adrenergic stimuli in vivo and in vitro was studied in healthy volunteers. Low dose infusion of the β-adrenoceptor agonist isoprenaline decreased platelet aggregability in vivo as measured by ex vivo filtragometry. Infusion of adrenaline, a mixed α- and β-adrenoceptor agonist, increased platelet aggregability in vivo markedly, as measured by ex vivo filtragometry and plasma β-thromboglobulin levels. Adrenaline levels were 3–4 nM in venous plasma during infusion. Both adrenaline and high dose isoprenaline elevated plasma von Willebrand factor antigen levels β-Blockade by propranolol did not alter our measures of platelet aggregability at rest or during adrenaline infusions, but inhibited adrenaline-induced increases in vWf:ag. In a model using filtragometry to assess platelet aggregability in whole blood in vitro, propranolol enhanced the proaggregatory actions of 5 nM, but not of 10 nM adrenaline. The present data suggest that β-adrenoceptor stimulation can inhibit platelet function in vivo but that effects of adrenaline at high physiological concentrations are dominated by an α-adrenoceptor mediated proaggregatory action.


1979 ◽  
Vol 41 (03) ◽  
pp. 465-474 ◽  
Author(s):  
Marcia R Stelzer ◽  
Thomas S Burns ◽  
Robert N Saunders

SummaryThe relationship between the effects of suloctidil in vivo as an antiplatelet agent and in vitro as a modifier of platelet serotonin (5-HT) parameters was investigated. Suloctidil was found to be effective in reducing platelet aggregates formation in the retired breeder rat as determined using the platelet aggregate ratio method (PAR) with an ED50 of 16.1 mg/kg 24 hours post administration. In contrast to the hypothesis that 5-HT depletion is involved in the anti-aggregatory mechanism of suloctidil, no correlation was found between platelet 5- HT content and this antiplatelet activity. Reduction of platelet 5-HT content required multiple injections of high doses (100 mg/kg/day) of suloctidil. Suloctidil administration for 8 days at 100 mg/kg/day, which lowered platelet 5-HT content by 50%, resulted in no permanent effect on ex vivo platelet 5-HT uptake or thrombin-induced release, nor alteration in the plasma 5-HT level. However, these platelets exhibited a short-lived, significant increase in percent leakage of 5-HT after 30 minutes of incubation. Therefore, suloctidil treatment at high doses may with time result in platelet 5-HT depletion, however this effect is probably not related to the primary anti-aggregatory activity of the drug.


1977 ◽  
Vol 37 (01) ◽  
pp. 154-161 ◽  
Author(s):  
B. A Janik ◽  
S. E Papaioannou

SummaryUrokinase, streptokinase, Brinase, trypsin, and SN 687, a bacterial exoprotease, have been evaluated in an ex vivo assay system. These enzymes were injected into rabbits and the fibrinolytic activity as well as other coagulation parameters were measured by in vitro techniques. Dose-response correlations have been made using the euglobulin lysis time as a measure of fibrinolytic activity and the 50% effective dose has been determined for each enzyme. Loading doses, equal to four times the 50% effective dose, were administered to monitor potential toxicity revealing that Brinase, trypsin, and SN 687 were very toxic at this concentration.Having established the 50% effective dose for each enzyme, further testing was conducted where relevant fibrinolytic and coagulation parameters were measured for up to two days following a 50% effective dose bolus injection of each enzyme. Our results have demonstrated that urokinase and streptokinase are plasminogen activators specifically activating the rabbit fibrinolytic system while Brinase, trypsin and SN 687 increase the general proteolytic activity in vivo.The advantages of this ex vivo assay system for evaluating relative fibrinolytic potencies and side effects for plasminogen activators and fibrinolytic proteases have been discussed.


1988 ◽  
Vol 08 (02) ◽  
pp. 90-99 ◽  
Author(s):  
H. Schröder ◽  
K. Schrör

ZusammenfassungOrganische Nitrate unterschiedlicher chemischer Struktur sowie Nitroprussidnatrium und Molsidomin (bzw. ihre biologisch aktiven Metaboliten) können die (primäre) Aggregation und Sekretion von Humanthrombozyten in vitro und ex vivo hemmen. Eine solche Wirkung wird für Molsidomin (SIN-1) und Nitroprussidnatrium in vitro in Konzentrationen beobachtet, die in der gleichen Größenordnung liegen wie die vasodilatierenden Effekte der Substanzen. Dagegen sind für eine direkte Antiplättchenwirkung organischer Nitrate (Glyzeryltrinitrat, Isosorbiddinitr at, Isosorbidmononitrate, Teopranitol) in vitro Konzentrationen erforderlich, die ca. 100- bis 1000fach höher sind als die Plasmaspiegel der Substanzen nach therapeutischer Dosierung bzw. die Konzentrationen, die isolierte Gefäßstreifen relaxieren. Als gemeinsamer Wirkungsmechanismus der direkten thrombozy-tenfunktionshemmenden und gefäßerweiternden Wirkung all dieser Substanzen kann heute eine Stickoxid-(NO)-vermittelte Stimulation der cGMP-Bildung angenommen werden, das aus organischen Nitraten als »Pro-drug« entsteht. Die Freisetzung von NO, eines »endothelial cell-derived relaxing factors« (EDRF) aus Nitroprussidnatrium und SIN-1 erfolgt spontan. Dagegen erfordert die Freisetzung von NO aus organischen Nitraten einen enzymatischen Stoffwechselweg, der in isolierten Thrombozyten nicht vorhanden ist. Eine Antiplättchenwirkung organischer Nitrate in vivo bzw. ex vivo wird daher über die Stimulation eines endothelialen, thrombozyteninhibitorischen Faktors erklärt. Hierbei sind Prostazyklin sowie ein bisher unbekannter Endothel-zellfaktor neben einer synergistischen Wirkung organischer Nitrate mit endogenem Prostazyklin in Diskussion. Eine thrombozytenfunktionshemmen-de Wirkung organischer Nitrate könnte in Kombination mit ihren hämody-namischen Effekten auch für die an-tianginöse Wirkung in der Klinik bedeutsam sein, insbesondere zur Verhinderung vasospastischer Zustände bei der instabilen Angina pectoris.


2018 ◽  
Vol 24 (9) ◽  
pp. 989-992 ◽  
Author(s):  
Samir Gorasiya ◽  
Juliet Mushi ◽  
Ryan Pekson ◽  
Sabesan Yoganathan ◽  
Sandra E. Reznik

Background: Preterm birth (PTB), or birth that occurs before 37 weeks of gestation, accounts for the majority of perinatal morbidity and mortality. As of 2016, PTB has an occurrence rate of 9.6% in the United States and accounts for up to 18 percent of births worldwide. Inflammation has been identified as the most common cause of PTB, but effective pharmacotherapy has yet to be developed to prevent inflammation driven PTB. Our group has discovered that N,N-dimethylacetamide (DMA), a readily available solvent commonly used as a pharmaceutical excipient, rescues lipopolysaccharide (LPS)-induced timed pregnant mice from PTB. Methods: We have used in vivo, ex vivo and in vitro approaches to investigate this compound further. Results: Interestingly, we found that DMA suppresses cytokine secretion by inhibiting nuclear factor-kappa B (NF-κB). In ongoing work in this exciting line of investigation, we are currently investigating structural analogs of DMA, some of them novel, to optimize this approach focused on the inflammation associated with PTB. Conclusion: Successful development of pharmacotherapy for the prevention of PTB rests upon the pursuit of multiple strategies to solve this important clinical challenge.


Sign in / Sign up

Export Citation Format

Share Document