scholarly journals Η μελέτη του ρόλου των προγεννητικών παραγόντων στην εμφάνιση καλοήθων και κακοήθων παθήσεων του κεντρικού νευρικού συστήμματος (ΚΝΣ) στα παιδιά

2017 ◽  
Author(s):  
Σωτήριος Πλάκας

ΣΚΟΠΟΣ: Σκοπός της μελέτης είναι η ανάδειξη του ρόλου των προγεννητικών παραγόντων κινδύνου στην εμφάνιση καλοήθων και κακοήθων παθήσεων του ΚΝΣ στα παιδιά. Προγεννητικοί ή περιγεννητικοί παράγοντες κινδύνου ονομάζονται οι παράγοντες που επηρεάζουν την ανάπτυξη του ανθρώπινου εμβρύου κατά τη διάρκεια της κύησης, από τη γονιμοποίηση μέχρι τη γέννηση. Στους παράγοντες αυτούς περιλαμβάνονται η ηλικία των γονέων, το ατομικό και οικογενειακό ιστορικό, οι συνθήκες ζωής, οι κοινωνικές συμπεριφορές των γονέων, η γονική επαγγελματική έκθεση, οι θεραπείες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και η μητρική έκθεση κατά την κύηση σε φαρμακευτικά σκευάσματα, νοσήματα ή παθολογικές καταστάσεις που ενδεχομένως μπορεί να καθορίσουν την υγεία του εμβρύου.ΥΛΙΚΟ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ: Διεξήχθη μελέτη ασθενών-μαρτύρων (case –control study), στο Νοσοκομείο Παίδων "Η Αγία Σοφία" της Αθήνας από το 2007 – 2012. σε ασθενείς που αντιμετωπίσθηκαν χειρουργικά για κάποια καλοήθη ή κακοήθη πάθηση του ΚΝΣ. Με βάση τη συχνότητα των προγεννητικών παραγόντων στο γενικό πληθυσμό των υγιών παιδιών, [αναμενόμενος ΣΚ (σχετικός κίνδυνος) κατ’ ελάχιστο 2,2 και p≤0.05], ελήφθησαν συνεντεύξεις από τους γονείς 100 ασθενών – παιδιών που αντιμετωπίσθηκαν χειρουργικά για κάποια καλοήθη ή κακοήθη πάθηση του ΚΝΣ και από τους γονείς διπλάσιου, ανά κατηγορία παθήσεως, αριθμό μαρτύρων. Για λόγους μελέτης οι παθήσεις των ασθενών ομαδοποιήθηκαν σε όγκου, δυσραφισμούς/υδροκέφαλους, κρανιοσυνοστεώσεις και άλλες συγγενείς ανωμαλίες. Οι μέσες τιμές, οι τυπικές αποκλίσεις, οι διάμεσοι και τα ενδοτεταρτημοριακά εύρη χρησιμοποιήθηκαν για την περιγραφή των ποσοτικών μεταβλητών. Οι απόλυτες (Ν) και οι σχετικές (%) συχνότητες χρησιμοποιήθηκαν για την περιγραφή των ποιοτικών μεταβλητών. Για τη σύγκριση αναλογιών χρησιμοποιήθηκε το Pearson’s χ2 test ή το Fisher's exact test, όπου ήταν απαραίτητο. Για τη σύγκριση ποσοτικών μεταβλητών μεταξύ δυο ομάδων χρησιμοποιήθηκε το Student’s t-test. Επίσης για την εύρεση ανεξάρτητων παραγόντων που σχετίζονται με την ύπαρξη όγκου, δυσραφισμού/υδροκέφαλου, κρανιοσυνοστέωσης και άλλων συγγενών ανωμαλιών, έγινε ανάλυση λογαριθμιστικής παλινδρόμησης με τη διαδικασία διαδοχικής ένταξης/αφαίρεσης και προέκυψαν σχετικοί λόγοι (Odds ratio) με τα 95% διαστήματα εμπιστοσύνης τους (95% ΔΕ). Τα επίπεδα σημαντικότητας είναι αμφίπλευρα και η στατιστική σημαντικότητα τέθηκε στο 0,05.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Σχετικά με το είδος της σύλληψης (φυσιολογική ή υποβοηθούμενη) στην μονοπαραγοντική ανάλυση, το OR για ανάπτυξη καρκίνου του εγκεφάλου, κρανιοσυνοστέωσης και δυσραφισμού/υδροκέφαλου είναι 3,2, 3,7 και 4,8 αντίστοιχα για παιδιά που γεννήθηκαν μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση σε σχέση με τους μάρτυρες. Με την πολυπαραγοντική λογαριθμιστική παλινδρόμηση έχοντας σαν εξαρτημένη μεταβλητή την ύπαρξη όγκου, διαπιστώθηκε ότι το υψόμετρο διαμονής κατά την κύηση, η χρήση ή επαφή του πατέρα πριν την κύηση με βιομηχανικούς διαλύτες ή άλλες ουσίες και η περιοχή διαμονής κατά την κύηση βρέθηκαν να σχετίζονται ανεξάρτητα με την ύπαρξη όγκου εγκεφάλου στην παιδική ηλικία. Όσον αφορά την ύπαρξη δυσραφισμού/υδροκέφαλου, διαπιστώθηκε ότι η χρήση ή επαφή του πατέρα πριν την κύηση με βιομηχανικούς διαλύτες ή άλλες ουσίες, η έκθεση μητέρας σε φάρμακα κατά την κύηση και η ύπαρξη επεισοδίου ενδομήτριας ενδοεγκεφαλικής-ενδοκοιλιακής αιμορραγίας σχετίζονται ανεξάρτητα με τις εν λόγω βλάβες. Επίσης, η χρήση κινητού από τη μητέρα κατά την κύηση, η έκθεση της μητέρας σε φάρμακα κατά την κύηση, η χορήγηση προγεστερόνης (Utrogestan) στη μητέρα από το γυναικολόγο κατά τη διάρκεια της κύησης και το ιστορικό προηγούμενου τέκνου με κάποια πάθηση του ΚΝΣ βρέθηκαν να σχετίζονται ανεξάρτητα με την ύπαρξη κρανιοσυνοστέωσης. Όσον αφορά την ύπαρξη άλλων συγγενών ανωμαλιών, διαπιστώθηκε ότι μόνο η χρήση ή επαφή του πατέρα πριν την κύηση με βιομηχανικούς διαλύτες ή άλλες ουσίες βρέθηκε να σχετίζεται ανεξάρτητα με την ύπαρξη άλλων συγγενών ανωμαλιών. Τέλος, τα παιδιά με δυσραφισμό/υδροκέφαλο ή κρανιοσυνοστέωση, έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να γεννηθούν με καισαρική σε σύγκριση με τους μάρτυρες, ενώ τα παιδιά με δυσραφισμό/υδροκέφαλο βρέθηκαν να έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να γεννηθούν πρόωρα ή να συμβεί κατά τη διαδικασία της γέννησης τους πρώιμη ρήξη του αμνιακού σάκου σε σύγκριση με τους μάρτυρες.ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Συμπερασματικά, επιβεβαιώνονται και ενισχύονται ήδη γνωστοί παράγοντες κινδύνου για καλοήθεις και κακοήθεις παθήσεις του ΚΝΣ στα παιδιά ενώ επανεξετάζεται ο ρόλος της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής στην εμφάνιση συγγενών ανωμαλιών του ΚΝΣ στα παιδιά. Επίσης, η συγκεκριμένη μελέτη, θέτει τη βάση για την αξιολόγηση της επαγγελματικής έκθεσης του πατέρα (χρήση ή επαφή) σε βιομηχανικούς διαλύτες ή άλλες ουσίες πριν από την εγκυμοσύνη, τη λήψη προγεστερόνης (Utrogestan) και τη χρήση κινητού τηλεφώνου από τη μητέρα κατά την κύηση, ως ένα σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση υδροκεφαλίας και κρανιοσυνοστέωσης στην παιδική ηλικία, αντίστοιχα. Βέβαια, λόγω του μικρού αριθμού των ασθενών που συμμετέχουν στη μελέτη, κρίνεται αναγκαία η περαιτέρω διερεύνηση.

Author(s):  
Donald L. J. Quicke ◽  
Buntika A. Butcher ◽  
Rachel A. Kruft Welton

Abstract There are a number of statistical tests that are frequently used, even by non-specialists. This chapter will cover tests such as Chi-squared, Fisher's exact test, Mann-Whitney U and several variations of the Student's t-test, amongst others.


2014 ◽  
Author(s):  
Μαρουδιά Κρίνη

Σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής ήταν να διερευνήσει την κατανομή των HLA-DRB1, DQA1 και DQB1 αλληλομόρφων γονιδίων, των απλοτύπων και γονοτύπων στον ελληνικό παιδιατρικό πληθυσμό με κοιλιοκάκη, σε σύγκριση με τους υγιείς μάρτυρες, και να αξιολογήσει την επίδραση των HLA τάξης ΙΙ γονιδίων στην επιδεκτικότητα της νόσου. Παράλληλα, αναζητήθηκαν συσχετίσεις του HLA-γενετικού υποστρώματος των ασθενών με τα κλινικά, επιδημιολογικά, ορολογικά και ιστολογικά χαρακτηριστικά της νόσου.Μελετήθηκαν 118 παιδιά με κοιλιοκάκη ελληνικής καταγωγής. Oι συμπτωματικοί ασθενείς ταξινομήθηκαν σε 3 ομάδες ως εξής: ομάδα Α = DQB1*02 ομοζυγώτες, ομάδα Β = DQB1*02 ετεροζυγώτες και ομάδα Γ = DQB1*02 αρνητικοί ασθενείς. Ως ομάδα ελέγχου, για τη σύγκριση των αποτελεσμάτων της HLA τυποποίησης των ασθενών, χρησίμευσε η HLA τυποποίηση 120 υγιών ατόμων, δοτών αίματος και μυελού των οστών, μη συγγενών μεταξύ τους, ελληνικής καταγωγής και εθνικότητας. Η γονιδιακή HLA τυποποίηση πραγματοποιήθηκε με τις μεθόδους PCR-SSP και PCR-SSO. Η στατιστική ανάλυση περιελάμβανε τα Pearson’s Chi-Square test, Fisher’s exact test, Student’s t-test, Mann-Whitney και Kruskal-Wallis test. Ο βαθμός τη σχέσης ελέγχθηκε με ακριβή λογιστική παλινδρόμηση (exact logistic regression) και παρουσιάστηκε ως λόγος σχετικών πιθανοτήτων (odds ratios, OR). Tα αποτελέσματα έδειξαν στατιστικά αυξημένη συχνότητα των HLA-DQB1*02:01, DQB1*02:02, DQA1*02:01, DQA1*05:01, DRB1*03 και DRB1*07 και στατιστικά μειωμένη συχνότητα των HLA-DQB1*03:01, DQB1*05:01, DQB1*05:02, DQA1*01:01, DQA1*01:02, DQA1*01:04, DQA1*05:05, DRB1*01 και DRB1*16 στους ασθενείς σε σύγκριση με τους υγιείς μάρτυρες. Σε επίπεδο απλοτύπων, ο κύριος συσχετιζόμενος με την κοιλιοκάκη απλότυπος ήταν ο DR3-DQ2 και ακολούθησε ο DR7-DQ2. Το 95,8% των ασθενών με κοιλιοκάκη εκφράζει το DQ2 ή/και το DQ8 μόριο. Μόνο ένας στους 118 ασθενείς, που αντιστοιχεί σε πιθανότητα 0,8%, δεν εκφράζει κανένα από τα συσχετιζόμενα με την κοιλιοκάκη αλλήλια και είναι DQ2/DQ8/DQA1*05/DQB1*02 - αρνητικός. Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν μια στατιστικά σημαντική διαφορά στον τίτλο των ΕΜΑ αντισωμάτων μεταξύ των ομάδων Α και Γ. Αναλυτικά, οι τίτλοι των ΕΜΑ αντισωμάτων είναι σημαντικά υψηλότεροι στους HLA-DQB1*02 ομοζυγώτες σε σχέση με τους HLA-DQB1*02 αρνητικούς ασθενείς, γεγονός που πιθανόν να αντανακλά μια HLA-DQB1*02 δοσοεξαρτώμενη επίδραση στον τίτλο των ΕΜΑ αντισωμάτων.Συμπερασματικά, η παρούσα διατριβή περιγράφει για πρώτη φορά στον ελληνικό παιδιατρικό πληθυσμό τη συχνότητα εμφάνισης των HLA τάξης ΙΙ αλληλομόρφων γονιδίων, απλοτύπων και γονοτύπων, και επιβεβαιώνει τη συμβολή των HLA τάξης ΙΙ γονιδίων στη γενετική προδιάθεση της νόσου. Επιπλέον, παρέχει στοιχεία που υποδηλώνουν μια πιθανή HLΑ-DQB1*02 δοσοεξαρτώμενη επίδραση στον τίτλο των ΕΜΑ αντισωμάτων.


2013 ◽  
Author(s):  
Ελένη Λεζέ

Εισαγωγή: Η Προεμφυτευτική Γενετική Διάγνωση ή PreimplantationGenetic Diagnosis (PGD) αποτελεί ιδιαίτερα χρήσιμη μέθοδο που συνδυάζει την εξωσωματική γονιμοποίηση και τον γενετικό έλεγχο του εμβρύου, πριν τη μεταφορά στη μήτρα, με σκοπό τη γέννηση υγιούς παιδιού. Η ίδια η φύση της μεθόδου με την διενέργεια μικροεπεμβατικών χειρισμών στα πρώιμα στάδια του αναπτυσσόμενου εμβρύου είχε εγείρει, παλαιότερα, σοβαρά ερωτήματα ως προς την ασφάλειά της σχετικά με την φυσιολογική ανάπτυξη των παιδιών που γεννιούνται. Οι μέχρι τώρα όμως μελέτες δεν αναδεικύουν αυξημένο κίνδυνο συγγενών γενετικών ανωμαλιών ή ψυχοκινητικής υστέρησης. Σκοπός της παρούσας διατριβής είναι η μελέτη, στη χώρα μας, των συγγενών ανωμαλιών και της ψυχοκινητικής ανάπτυξης των παιδιών που γεννιούνται μετά από PGD,καθώς και του άγχος των γονέων τους.Πληθυσμός μελέτης - Μέθοδος: Στην παρούσα μελέτη 53 παιδιά (26 θήλεα και 27 άρρενα) που γεννήθηκαν από 39 κυήσεις PGD και οι 78 γονείς των παιδιών αυτών (39 ζευγάρια) που είναι φορείς μονογονιδιακού νοσήματος αποτέλεσαν τον πληθυσμό μελέτης. Περιελήφθησαν παιδιά τόσο από μονήρεις όσο και από πολύδυμες κυήσεις με PGD. Η κλινική γενετική και αναπτυξιολογική εξέταση των 51 παιδιών που επέζησαν της περιγεννητικής περιόδου διενεργήθηκε στην ηλικία των 6 μηνών έως 8 ετών, με την παράλληλη χρήση ερωτηματολογίων και των κλιμάκων ανάπτυξης Bayley, Griffiths. Η σύγκριση των αποτελεσμάτων έγινε με βάση τη διεθνή βιβλιογραφία. Από τους 78 γονείς των παιδιών PGD στην μελέτη αξιολόγησης του γονεϊκού άγχους συμμετείχαν οι 49. Την ομάδα ελέγχου αποτέλεσαν 52 γονείς παιδιών με φυσική σύλληψη, οι οποίοι επιλέχθηκαν από το γενικό πληθυσμό. Για τη μελέτη του γονεϊκού άγχους χρησιμοποιήθηκε το Parental Stress Index-Short Form (PSI-SF),προσαρμοσμένο στον ελληνικό πληθυσμό. Η στατιστική ανάλυση όλων των δεδομένων έγινε με τη χρήση των Χ 2, Fisher’s exact test, Student’s t-test, Ανάλυση Διακύμανσης (Analysis of Variance-ANOVA), Man- Whitney και τωνKruskal-Wallis καθώς και με ανάλυση πολλαπλής λογαριθμιστικήςπαλινδρόμησης.Αποτελέσματα: Διαπιστώθηκε αυξημένη συχνότητα προωρότητας (31,6%),πολυδυμίας (28,2%) και καισαρικών τομών (87%). Σημαντικό ποσοστό (29,4%)των παιδιών που γεννήθηκαν μετά από προεμφυτευτική γενετική διάγνωση είχαν χαμηλό βάρος γέννησης (≤2500gr) ενώ το 10% γεννήθηκαν με πολύ χαμηλό βάρος (≤1500gr). Ένα μη αναμενόμενο εύρημα, που δεν αναφέρεται στην μέχρι τώρα βιβλιογραφία, ήταν η μεγαλύτερη επίπτωση των περιγεννητικών επιπλοκών στο θήλυ φύλο.Το 15.7% των παιδιών που γεννήθηκαν μετά από PGD παρουσίασαν τουλάχιστον μία μείζονα συγγενή ανωμαλία, με συνηθέστερη την μακροκεφαλία ενώ οι άλλες μείζονες αφορούσαν στον εγκέφαλο/κρανίο, σκελετικό, πεπτικό,ουροποιογεννητικό και καρδιαγγειακό σύστημα. Το 72.6% είχαν κάποια ελάσσονα συγγενή ανωμαλία. Στατιστικά σημαντική ήταν η συσχέτιση του άρρενος φύλου με την εμφάνιση μειζόνων συγγενών ανωμαλιών, Ρ=0,05(9/πλάσιος σχεδόν κίνδυνος εμφάνισης σε σχέση με τα θήλεα, C.I. 0,96-82,94). Το εύρημα αυτό προέκυψε τόσο κατά τη μονοπαραγοντική όσο και κατά την πολυπαραγοντική ανάλυση ως προς το βάρος γέννησης και των αριθμό των μεταφερόμενων εμβρύων. Αντιθέτως, δεν διαπιστώθηκε θετική συσχέτιση των μειζόνων ανωμαλιών με τον αριθμό των μεταφερόμενων εμβρύων, τις επιπλοκές της κύησης, το χαμηλό βάρος γέννησης (≤10η ΕΘ), την προωρότητα και την πολυδυμία. Η αναπτυξιολογική εξέταση έδειξε ότι η πλειονότητα των παιδιών είχε φυσιολογική τιμή για το Κινητικό (67,5%), το Νοητικό (80,5%) και το Γενικό Αναπτυξιακό Πηλίκο (74,6%). Ωστόσο, το ποσοστό σοβαρής υστέρησης ήταν 3%για το Γενικό Πηλίκο, 5,9% για το Νοητικό Πηλίκο και 6,5% για το Κινητικό Πηλίκο. Τα αντίστοιχα ποσοστά για την ήπια υστέρηση ήταν 11,7%, 8,7% και 17,3%, αποτελέσματα που διαφοροποιούνται από τη διεθνή βιβλιογραφία.Οι γονείς των παιδιών PGD βρέθηκε όχι μόνο να έχουν στην πλειονότητά τους (71,1%) άγχος εντός του φυσιολογικού αλλά και να αντιμετωπίζουν λιγότερο συχνά υψηλά επίπεδα ψυχολογικής φόρτισης σχετικά με το γονεϊκό τους ρόλο (2,6% έναντι 17,3% της ομάδας μαρτύρων). Μολονότι, η στατιστική σημαντικότητα του παραπάνω ευρήματος είναι οριακή (P=0,065), αντίστοιχες μελέτες έχουν επίσης καταλήξει ότι οι γονείς παιδιών PGD δεν βιώνουν αυξημένα επίπεδα άγχους ως προς το ρόλο τους.Συμπεράσματα: Η παρούσα μελέτη, πρώτη στην Ελλάδα και τρίτη παγκοσμίως, αφορά συγχρόνως στην κλινική γενετική και αναπτυξιολογική εκτίμηση παιδιών που γεννήθηκαν μετά από PGD καθώς και του άγχους των γονέων τους. Η μελέτη ανέδειξε ότι στην πλειονότητά τους τα παιδιά από PGDκυήσεις φαίνονται να έχουν φυσιολογική ψυχοσωματική ανάπτυξη και οι γονείς τους να μην επιβαρύνονται ψυχολογικά ως προς το ρόλο τους. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μελέτης είναι η εξ ολοκλήρου κλινική εξέταση των παιδιών και η συμπερίληψη παιδιών τόσο από μονήρεις όσο και από πολύδυμες PGDκυήσεις. Παρά τα ευοίωνα αποτελέσματα των μέχρι τώρα μελετών ως προς την ασφάλεια της μεθόδου PGD στο σύνολο της υγείας των παιδιών που γεννιούνται,η μελέτη αυτή καταδεικνύει την σπουδαιότητα προοπτικών κυρίως μελετών σε παιδιά από μονήρεις και πολύδυμες PGD κυήσεις, σε εθνικό αλλά και διεθνές επίπεδο.


2014 ◽  
Author(s):  
Γεώργιος Μιχαλόπουλος

ΕισαγωγήΤα πτητικά αναισθητικά και κυρίως το αλοθάνιο, έχουν ενοχοποιηθεί για τη πρόκληση φαρμακευτικά επαγόμενης ηπατικής βλάβης (drug-induced liver injury, DILI). Ως κυριότερος υπεύθυνος μηχανισμός θεωρείται μία αντίδραση υπερευαισθησίας οφειλόμενη στη παραγωγή συμπλόκων μεταξύ του τριφθοροοξικού χλωριδίου και εγγενών πρωτεϊνών κατά τη διάρκεια μεταβολισμού των πτητικών αναισθητικών μέσω του κυττοχρώματος P4502E1 (CYP2E1). Οι πρωτεΐνες αυτές δρουν ως νεοαντιγόνα οδηγώντας στη παραγωγή αυτοαντισωμάτων έναντι του ηπατικού ιστού. Το πτητικό αναισθητικό δεσφλουράνιο παρουσιάζει ιδιαίτερα χαμηλό ποσοστό μεταβολισμού μέσω του CYP2E1, έχουν όμως αναφερθεί αρκετές περιπτώσεις ηπατοτοξικότητας μετά από έκθεση σε αυτό. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση της πιθανής παραγωγής ή μεταβολής των επιπέδων των CYP2E1 IgG4 αυτοαντισωμάτων σε συνδυασμό με άλλους βιοχημικούς δείκτες της ηπατικής λειτουργίας, σε ασθενείς που έλαβαν γενική αναισθησία με δεσφλουράνιο.ΜέθοδοςΜελετήθηκαν 40 ενήλικες ασθενείς που έλαβαν γενική αναισθησία με δεσφλουράνιο για την επιτέλεση προγραμματισμένης χειρουργικής επέμβασης. Προεγχειρητικά καθώς και 96 ώρες μετεγχειρητικά, έγιναν μετρήσεις της alpha-glutathione-S-transferase (aGST) και των αντισωμάτων CYP2E1 IgG4, καθώς επίσης και μετρήσεις των παρακάτω: γενική αίματος, χρόνος προθρομβίνης (ΡΤ), χρόνος ενεργοποιημένης μερικής. θρομβοπλαστίνης (aPTT), διεθνής ομαλοποιημένη αναλογία (INR) ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST), αλανινική αμινοτρανσφεράση (ALT), γ-γλουταμυλ-τρανσφεράση (γ-GT), αλκαλική φωσφατάση (ALP), ολικές πρωτεΐνες ορού, λευκωματίνη και χολερυθρίνη (άμεση/έμμεση). Οκτώ ασθενείς οι οποίοι έλαβαν περιοχική αναισθησία για προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση μελετήθηκαν επίσης ως προς τις ίδιες παραμέτρους με στόχο τη βαθμονόμηση της μεθοδολογίας. Εφαρμόσθηκαν οι δοκιμασίες Student’s t test, Mann-Whitney U test και Fisher’s exact test αμφίδρομα για τη σύγκριση των μεταβλητών, με επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας p<05.ΑποτελέσματαΔεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά σε καμία από τις βασικές δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας (SGOT, SGPT, γGT, χολερυθρίνης, INR), καθώς και στα επίπεδα της aGST και των CYP2E1 IgG4 πριν και μετά την έκθεση στο δεσφλουράνιο. Μετά από το διαχωρισμό των ασθενών σε δύο υποομάδες, ανάλογα με την προηγηθείσα ή μη έκθεση σε γενική αναισθησία, επίσης δεν βρέθηκε σημαντική διαφορά στις διάμεσες τιμές των επιπέδων CYP2E1 πριν και 96 ώρες μετά την αναισθησία (p=0,099 και p=0,051 αντίστοιχα). Επίσης, δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά όσον αφορά τις τιμές της aGST μεταξύ των δύο υποομάδων (p>0,1). Κανένας από τους ασθενείς της μελέτης δεν παρουσίασε κλινικές ή εργαστηριακές εκδηλώσεις ηπατοτοξικότητας,ΣυμπέρασμαΔεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά ως προς τα επίπεδα CYP2E1 ΙgG4 και aGST μετά την έκθεση στο δεσφλουράνιο. Απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση του ρόλου των CYP2E1 IgG4 στη παθογένεια της πρόκλησης φαρμακευτικά επαγόμενης ηπατικής βλάβης από αλογονωμένα πτητικά αναισθητικά, ιδιαίτερα σε ασθενείς με πολλαπλή έκθεση σε αυτά.


2018 ◽  
Vol 7 ◽  
pp. 15
Author(s):  
Wenny Nursa Octarina ◽  
Andani Eka Putra ◽  
Puja Agung Antonius

Abortus merupakan salah satu penyebab dari morbiditas dan mortalitas maternal. Abortus adalah berakhirnya kehamilan pada atau sebelum kehamilan tersebut berusia 22 minggu. Banyak faktor yang mempengaruhi abortus, salah satunya adalah infeksi yang disebabkan oleh Chlamydia trachomatis, selain itu faktor resiko lain yang mempengaruhi terjadinya abortus adalah usia maternal, paritas, riwayat kejadian abortus pada kehamilan sebelumnya, dan jarak kehamilan. Tujuan penelitian ini adalah untuk mengetahui hungan infeksi Chlamydia trachomatis dengan kejadian abortus spontan. Penelitian ini merupakan studi analitik dengan desain case control yaitu untuk mengetahui infeksi C. trachomatis dengan kejadian abortus spontan. Populasi penelitian adalah semua ibu hamil dengan abortus spontan di RS dr. Rasidin padang dan RSIA Siti Hawa Padang. Teknik pengambilan sampel dengan consecutive sampling yaitu setiap penderita yang memenuhi kriteria inklusi dimasukkan dalam subyek penelitian sampai jumlah sampel tercapai  yaitu sebanyak 50 sampel. Hasil penelitian didapatkan Proporsi kejadian abortus pada sampel positif C. trachomatis yaitu 44,0%. Analisa statistik dengan uji Fisher’s Exact Test menunjukan, terdapat hubungan yang bermakna antara infeksi C.trachomatis dengan kejadian abortus (p<0.05) dengan nilai Odds Ratio (OR) 5,7. Dari hasil penelitian dapat disimpulkan terdapat hubungan antara infeksi C.trachomatis dengan kejadian abortus. Diharapkan untuk penelitian berikutnya melakukan penelitian lebih lanjutan mengenai hubungan faktor resiko maternal dan  infeksi Chlamydia trachomatis  terhadap kejadian abortus spontan dengan metode penelitian yang berbeda dan jumlah sampel yang lebih banyak.


2019 ◽  
Vol 2 (1) ◽  
pp. 39-44
Author(s):  
Ermawati Ermawati ◽  
Hafni Bachtiar

Prolap organ panggul merupakan kondisi yang mempengaruhi kualitas hidup wanita. Prolaps organ panggul ini dapat disebabkan oleh perlukaan sewaktu proses persalinan, proses penuaan, komposisi jaringan pada seorang wanita, batuk- batuk kronis, atau sering melakukan pekerjaan berat. Pengenalan dini prolaps terkait dengan prognosis pemulihan anatomik dan fungsional organ panggul. Hingga kini, penerapannya dalam dunia klinis belum banyak sehingga pelatihan dan pembelajaran lebih lanjut tentang pelvic organ prolapse quantification (POPQ) jelas diperlukan. Penelitian ini dilakukan dengan metode case control study di polikilinik Obgin RSUP. Dr. M. Djamil Padang mulai bulan September 2013 sampai jumlah sampel terpenuhi sebanyak 98 orang. Dengan 49 orang kelompok kontrol dan 49 orang kelompok kasus .Analisis dilakukan untuk menilai hubungan usia, paritas, pekerjaan dan indek massa tubuh dengan kejadian prolap organ panggul berdasarkan skor POPQ. Data disajikan dalam bentuk tabel. Data diuji dengan t test dan chi square test. Jika p<0,05 menunjukan hasil yang bermakna. Terdapat hubungan yang bermakna antara usia dengan kejadian prolap organ panggul dengan (p<0,05) dan OR 27,871.terdapat hubungan yang bermakna antara paritas dengan kejadian prolap organ panggul dengan (p<0,05) dan OR 52,970.Dari analisa statistik pekerjaan tidak bisa di uji secara statistik.indek massa tubuh tidak terdapat hubungan yang bermakna terhadap kejadian prolap organ panggul.(p>0,05)


2021 ◽  
Vol 11 (1) ◽  
Author(s):  
Mariem Hajji-Louati ◽  
Emilie Cordina-Duverger ◽  
Nasser Laouali ◽  
Francesca-Romana Mancini ◽  
Pascal Guénel

AbstractDietary regimens promoting inflammatory conditions have been implicated in breast cancer development, but studies on the association between pro-inflammatory diet and breast cancer risk have reported inconsistent results. We investigated the association between the inflammatory potential of diet and breast cancer risk in a case–control study in France including 872 breast cancer cases and 966 population controls. All women completed a food frequency questionnaire that was used to compute a Dietary Inflammatory Index (DII) based on the inflammatory weight of 33 dietary components. The DII ranged from a median of − 3.22 in the lowest quartile (anti-inflammatory) to + 2.96 in the highest quartile (pro-inflammatory). The odds ratio contrasting quartile 4 to quartile 1 was 1.31 (95% CI 1.00, 1.73; p-trend = 0.02). Slightly higher odds ratios were observed in post-menopausal women, particularly those with body mass index > 25 kg/m2 (odds ratio 1.62; 95% CI 0.92, 2.83; p-trend = 0.02), and among ever smokers (odds ratio 1.71; 95% CI 1.11, 2.65; p-trend 0.01). The analyses by breast cancer subtype showed that the DII was associated with breast tumors that expressed either the estrogen (ER) or progesterone (PR) hormone receptors or the Human Epidermal Growth Factor Receptor-2 (HER2), but no association was seen for the triple negative breast tumor subtype. Our results add further evidence that a pro-inflammatory diet is associated with breast cancer risk with possible effect variation according to tumor subtype.


2021 ◽  
Vol 11 (1) ◽  
Author(s):  
Francisco Félix Caballero ◽  
Ellen A. Struijk ◽  
Alberto Lana ◽  
Antonio Buño ◽  
Fernando Rodríguez-Artalejo ◽  
...  

AbstractElevated concentrations of acylcarnitines have been associated with higher risk of obesity, type 2 diabetes and cardiovascular disease. The aim of the present study was to assess the association between L-carnitine and acylcarnitine profiles, and 2-year risk of incident lower-extremity functional impairment (LEFI). This case–control study is nested in the Seniors-ENRICA cohort of community-dwelling older adults, which included 43 incident cases of LEFI and 86 age- and sex- matched controls. LEFI was assessed with the Short Physical Performance Battery. Plasma L-carnitine and 28 acylcarnitine species were measured. After adjusting for potential confounders, medium-chain acylcarnitines levels were associated with 2-year incidence of LEFI [odds ratio per 1-SD increase: 1.69; 95% confidence interval: 1.08, 2.64; p = 0.02]. Similar results were observed for long-chain acylcarnitines [odds ratio per 1-SD increase: 1.70; 95% confidence interval: 1.03, 2.80; p = 0.04]. Stratified analyses showed a stronger association between medium- and long-chain acylcarnitines and incidence of LEFI among those with body mass index and energy intake below the median value. In conclusion, higher plasma concentrations of medium- and long-chain acylcarnitines were associated with higher risk of LEFI. Given the role of these molecules on mitochondrial transport of fatty acids, our results suggest that bioenergetics dysbalance contributes to LEFI.


2021 ◽  
Vol 21 (1) ◽  
Author(s):  
Felicitas Schulz ◽  
Ekkehart Jenetzky ◽  
Nadine Zwink ◽  
Charlotte Bendixen ◽  
Florian Kipfmueller ◽  
...  

Abstract Background Evidence for periconceptional or prenatal environmental risk factors for the development of congenital diaphragmatic hernia (CDH) is still scarce. Here, in a case-control study we investigated potential environmental risk factors in 199 CDH patients compared to 597 healthy control newborns. Methods The following data was collected: time of conception and birth, maternal BMI, parental risk factors such as smoking, alcohol or drug intake, use of hairspray, contact to animals and parental chronic diseases. CDH patients were born between 2001 and 2019, all healthy control newborns were born in 2011. Patients and control newborns were matched in the ratio of three to one. Results Presence of CDH was significantly associated with maternal periconceptional alcohol intake (odds ratio = 1.639, 95% confidence interval 1.101–2.440, p = 0.015) and maternal periconceptional use of hairspray (odds ratio = 2.072, 95% confidence interval 1.330–3.229, p = 0.001). Conclusion Our study suggests an association between CDH and periconceptional maternal alcohol intake and periconceptional maternal use of hairspray. Besides the identification of novel and confirmation of previously described parental risk factors, our study underlines the multifactorial background of isolated CDH.


Neonatology ◽  
2020 ◽  
pp. 1-7
Author(s):  
Tobias Hengartner ◽  
Mark Adams ◽  
Riccardo E. Pfister ◽  
Diane Snyers ◽  
Jane McDougall ◽  
...  

<b><i>Aim:</i></b> The aim of this study is to examine possible associations between the transfusion of RBC or platelets (PLTs) and the development of retinopathy of prematurity (ROP) in infants. <b><i>Methods:</i></b> This retrospective, national, case-control study included all live births in Switzerland between 2013 and 2018. We investigated preterm infants at a gestational age of &#x3c;28 weeks, who developed higher stage ROP (≥stage 2, <i>n</i> = 178). Each case infant was matched to another of the same sex who did not develop ROP (<i>n</i> = 178, control group). <b><i>Results:</i></b> When compared with the control group, we observed higher numbers of RBC transfusions per infant and higher percentages of infants receiving PLT transfusions in the case group. An adjusted logistic regression analysis revealed that both RBC (odds ratio [OR] 1.081, 95% confidence interval [CI] 1.020–1.146) and PLT transfusions (OR = 2.502, 95% CI 1.566–3.998) numbers were associated with ROP development. <b><i>Conclusions:</i></b> Multiple RBC and PLT transfusions are associated with higher stage ROP development. Prospective studies are required to determine their potential as risk factors.


Sign in / Sign up

Export Citation Format

Share Document