scholarly journals Παραγωγή κυτταροκινών από το ολικό αίμα υγιών ενηλίκων και ασθενών μετά από διέγερση με λιποτειχοϊκό οξύ και πεπτιδογλυκάνη

2014 ◽  
Author(s):  
Ευδοξία Τσίγκου

Εισαγωγή: Υπάρχουν μελέτες που καταδεικνύουν διαταραγμένη ανοσιακή απάντηση διαφόρων ομάδων ασθενών ευπαθών σε λοιμώξεις, οι οποίες στηρίζονται σε διέγερση του ανοσιακού συστήματος με ενδοτοξίνη των gram-αρνητικών μικροβίων. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η αξιολόγηση της βασικής ανοσολογικής κατάστασης ασθενών ευπαθών σε λοιμώξεις και της ανοσολογικής τους αντίδρασης, μετά διέγερση με συστατικά του τοιχώματος των gram-θετικών μικροβίων.Υλικό-Μέθοδος: Κατά την αρχική φάση της μελέτης ελήφθη αίμα από 8 υγιείς εθελοντές και διαμορφώθηκαν οι καμπύλες δόσης-απόκρισης και χρόνου-απόκρισης με εφαρμογή διαφόρων δόσεων λιποτειχοϊκού οξέος (LTA) και πεπτιδογλυκάνης (PepG), για ποικίλα χρονικά διαστήματα. Ο βέλτιστος χρόνος επώασης ήταν 8 ώρες και η βέλτιστη δόση του LTA 1 μg/ml, ενώ της PepG 10 μg/ml.Στη δεύτερη φάση της μελέτης ελήφθη αίμα από 10 υγιείς εθελοντές, 10 αιμοκαθαιρόμενους ασθενείς με τελικού σταδίου ΧΝΑ αμέσως προ της συνεδρίας αιμοκάθαρσης, 10 ασθενείς με ΣΔ τύπου ΙΙ και τιμή γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης >6,5% και 10 βαριά πάσχοντες ασθενείς στη δεύτερη ημέρα νοσηλείας τους, που εμφάνιζαν SIRS μη σηπτικής αιτιολογίας και είχαν APACHE II score ≥ 25. Κατόπιν κατάλληλης επεξεργασίας τα δείγματα επωάσθηκαν με 1 μg LTA για 8 ώρες και διατηρήθηκαν σε θερμοκρασία -20οC μέχρι τη μέτρηση των κυτταροκινών TNF-α, IL-6, IL-1β και IL-10 με μέθοδο ELISA. Τα αποτελέσματα παρουσιάζονται ως μέσες τιμές ± SEM, η μεταβολή της κάθε κυτταροκίνης ανά ομάδα ασθενών εκτιμήθηκε με Student’s t-test και οι διαφορές μεταξύ των τεσσάρων ομάδων με δοκιμασία A-NOVA προσαρμοσμένη για πολλαπλές συγκρίσεις κατά το Tukey test. Για την ανάλυση των δεδομένων χρησιμοποιήθηκε το στατιστικό πρόγραμμα Graph Pad 4.0.Αποτελέσματα: Οι βασικές τιμές των κυτταροκινών στις τρεις ομάδες ασθενών ήταν αυξημένες σε σχέση με την ομάδα ελέγχου, όμως μόνο για την ομάδα των βαριά πασχόντων η διαφορά ήταν στατιστικά σημαντική. Ο λόγος IL-10/IL-6 βρέθηκε ήταν 0,22, 0,51 και 1,24 στους υγιείς εθελοντές, ESRD και DM ασθενείς, αντίστοιχα, και 2,46 στους ασθενείς της ΜΕΘ. Σε όλες τις ομάδες εξετασθέντων τα επίπεδα των κυτταροκινών αυξήθηκαν σημαντικά μετά τη διέγερση με LTA, αν και στους βαριά πάσχοντες η μεταβολή ήταν αρκετά μικρότερη. Συμπεράσματα: Οι χρόνιοι νεφροπαθείς και οι σακχαροδιαβητικοί ασθενείς βρίσκονται σε προφλεγμονώδη κατάσταση, ενώ στους βαριά πάσχοντες ασθενείς ελέγχεται μικτή προφλεγμονώδης-αντιφλεγμονώδης αντίδραση με αυξημένα επίπεδα τόσο των προφλεγμονωδών όσο και των αντιφλεγμονωδών κυτταροκινών και με αυξημένο ρόλο IL-10/IL-6. Η απάντηση των νεφροπαθών και των διαβητικών στο LTA ελέγχθηκε ικανοποιητική και ανάλογη αυτής των υγιών ατόμων, ενώ αυτή των βαριά πασχόντων υπολείπεται, αντικατοπτρίζοντας πιθανά την κατάσταση σχετικής ανοσοπαράλυσης στην οποία βρίσκονται.

2013 ◽  
Author(s):  
Σουσάνα Ανίσογλου

ΣΚΟΠΟΣ: Η συλλογή, ανάλυση και επεξεργασία στοιχείων ογκολογικών ασθενών που νοσηλεύθηκαν στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) και η συσχέτισή τους με συγκεκριμένους πιθανούς παράγοντες κινδύνου .ΥΛΙΚΟ: Πρόκειται για μία προοπτική μελέτη παρατήρησης (prospective observational) σε δείγμα 125 ογκολογικών ασθενών που νοσηλεύθηκαν στη Μ.Ε.Θ. κατά την τελευταία διετία.ΜΕΘΟΔΟΣ: Αξιολογήθηκαν επιδημιολογικοί, κλινικοί και λειτουργικοί παράγοντες. Ειδικότερα ελέγχθηκαν η πρωτοπαθής νεοπλασματική νόσος, η ηλικία, η παρουσία στεφανιαίας νόσου, χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας, σακχαρώδους διαβήτη, νεφρικής ανεπάρκειας, ο δείκτης μάζας σώματος, η εφαρμογή χημειοθεραπείας ή και ακτινοθεραπείας, η διάρκεια νοσηλείας, τα score βαρύτητας (APACHE II, SAPS II, SOFA) και η έκβαση (εξιτήριο ή θάνατος) και έγιναν συσχετίσεις με τα προηγούμενα στοιχεία. Χρησιμοποιήθηκε το στατιστικό λογισμικό πακέτο SPSS 17.0 (SPSS, Chicago, IL, USA) για Windows. Οι συνεχείς μεταβλητές παρουσιάζονται ως μέσοι όροι + τυπική απόκλιση (mean + standard deviation). Για τη σύγκριση των μέσων όρων μεταξύ δύο ομάδων έγινε χρήση του student’s t-test, εφόσον οι μεταβλητές ακολουθούσαν την κανονική κατανομή και του Mann-Whitney U test στην αντίθετη περίπτωση. Για την ανάδειξη συσχετίσεων μεταξύ ποιοτικών μεταβλητών έγινε χρήση του x2 test.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Η θνητότητα ανήλθε στο 48.8%. Στατιστικά σημαντικοί παράγοντες κακής έκβασης κατά την εισαγωγή του ασθενούς στη ΜΕΘ ήταν τα score βαρύτητας (APACHE II, SAPS II, SOFA), το πτωχό performance status και τα συνυπάρχοντα σοβαρά νοσήματα. Στατιστικά σημαντικοί παράγοντες κακής έκβασης κατά τη διάρκεια νοσηλείας του ασθενούς στη Μ.Ε.Θ. ήταν η διάρκεια του μηχανικού αερισμού, η χρήση αγγειοσυσπαστικών, η πολυοργανική ανεπάρκεια και η σηπτική κατάσταση. Από τις εργαστηριακές εξετάσεις στατιστικά σημαντικές ήταν ο χαμηλός αριθμός αιμοπεταλίων και η θετική αιμοκαλλιέργεια. Ο στατιστικός έλεγχος αξιολόγησης κατά Hosmer Lemeshow παρά τον σχετικά μικρό αριθμό του δείγματος επιβεβαίωσε τη χρησιμότητα των APACHE II, SAPS II, SOFA ως προγνωστικών μοντέλων.ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η πρόγνωση ογκολογικών ασθενών που εισάγονται στη ΜΕΘ είναι μέτρια. Υπάρχουν σαφείς προγνωστικοί παράγοντες κινδύνου που μπορούν να συνθέσουν ένα είδος προγνωστικού μοντέλου, ωστόσο απαιτούνται περαιτέρω πολυκεντρικές μελέτες με προοπτικό χαρακτήρα σε μεγαλύτερο αριθμό ασθενών.


2009 ◽  
Vol 17 (1) ◽  
pp. 28-33 ◽  
Author(s):  
Alexandre Pazetto Balsanelli ◽  
Isabel Cristina Kowal Olm Cunha ◽  
Iveth Yamaguchi Whitaker

This study aims to explore the association between nurses' leadership styles and personal and professional nursing profile and workload. The sample consisted of seven nurses and seven nursing technicians who were grouped into pairs. At the end of three months, nurses were queried regarding what leadership style would be adopted when the nursing technician under their evaluation delivered care to patients admitted to the ICU. Relevant data was analyzed by applying descriptive statistics, Tukey's multiple comparison test and Student's t-test (p< 0.05). Nursing workload reached 80.1% on average. The personal and professional profile variables did not show any relation with the leadership styles chosen by nurses (p>0.05). The determine, persuade, and share leadership styles prevailed. However, whenever the nursing workload peaked, the determine and persuade styles were used (p<0.05).


2010 ◽  
Vol 14 (1) ◽  
pp. 15 ◽  
Author(s):  
G. QUADRI ◽  
N. NATALE ◽  
C. SPREAFICO ◽  
C. BELLONI ◽  
D. BARISANI ◽  
...  

Intravesical prostaglandin E2 is effective in the recovery of spontaneous voiding after transvaginal reconstruction of the pubocervical fascia and short arm sling according to Lahodny. The aim of the study was to compare the effects of intravesical prostaglandin E2 in the prevention of urinary retention after transvaginal reconstruction of the pubocervical fascia and short arm sling according to Lahodny. STUDY DESIGN: From November 1996 to June 1999 fifty women underwent the Lahodny procedure for moderate/severe cystocele and stress urinary incontinence. Women were randomly assigned to 1 of the 2 study groups: intravesical prostaglandin E2 versus controls. Data obtained were analyzed with the Student t test and the Fisher exact test. RESULTS: Two patients of the treatment group had to be excluded from the study, one because of the wrong measurement of the post-voidal residual volume and another due to a fastidious burning sensation which appeared immediately after prostaglandin instillation and required the suspension of the treatment. No other side effects such as nausea, vomiting, diarrhea or hyperthermia were observed. Patients who underwent the prostaglandin E2 treatment showed a recovery of spontaneous voiding after 7.9&plusmn;6.7 days, whereas this interval was significantly longer in the control group, being 12.9&plusmn;9.7 days (p=0.04, Two tailed Unpaired Student's T test). CONCLUSION: The effectiveness and the low associated morbidity mark the treatment with intravesical prostaglandin E2 useful in the recovery of normal voiding after transvaginal pubocervical fascia reconstruction and short arm sling with the procedure according to Lahodny.


2018 ◽  
Vol 5 (2) ◽  
pp. 105-108
Author(s):  
Lijo Isaac ◽  
A. P. Nirmal Raj ◽  
Reshma Karkera ◽  
R Naveen Reddy

Very little studies were done on relationship of the dental status and the nutritional status. The present study was done to study relation between edentulism and the presence of anemia. The study was included of 46 adult patients with edentulism and same numbers of patients were taken as controls. The results were tabulated and analyzed with the help of IBM SPSS statistics 20 using student’s t test. The hemoglobin levels were lower in the edentulous patients that that of the control group. The present study had shown that the nutritional status were poor resulting in anemia in case of edentulous patients as compared to control group with the same age group.  


2014 ◽  
Author(s):  
Σταύρος Αλοΐζος

Η σήψη αντιπροσωπεύει ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας, που σχετίζεταιμε υψηλή θνητότητα και θνησιμότητα, παρατεταμένη παραμονή για νοσηλείαστο Νοσοκομείο, και αυξημένα άμεσα και έμμεσα κόστη. Ειδικά στην ΜΕΘ, ησήψη είναι το πρώτο αίτιο θανάτου. Ακολούθως με τα αποτελέσματα τηςμελέτης Sepsis Occurrence in Acutely Ill Patients (SOAP), 35% των βαρέωςπασχόντων ασθενών αναπτύσσουν σήψη σε κάποιο σημείο της νοσηλείαςτους στην ΜΕΘ, με θανατηφόρες επιπλοκές στο 27% από αυτές, έναποσοστό που πλησιάζει το 50% σε ασθενείς με σηπτικό σοκ. Τα Grampositive[gram (+)] βακτήρια έχουν αναδειχθεί ως το συχνότερο αίτιο λοίμωξηςτων βαρέως πασχόντων ασθενών, ακολουθούμενα από τα gram-negative[gram (-)] βακτήρια και από τους μύκητες, οι οποίοι εμπλέκονται σε περίπου18% των περιπτώσεων.Η ΧΝΑ συχνά επιπλέκεται από λοιμώξεις, ειδικά όταν φτάνει στο τελικότης στάδιο που απαιτεί αιμοδιάλυση. Η θνητότητα των ασθενών με τελικούσταδίου ΧΝΑ είναι περίπου 20%, με τις καρδιαγγειακές παθήσεις και τιςλοιμώξεις να ενοχοποιούνται για το 70% των θανάτων. Η αυξημένη επίπτωσητης σήψης στους ασθενείς με τελικού σταδίου ΧΝΑ είναι πολυπαραγοντική καιαποδίδεται στην ουραιμία, την υποθρεψία, και την διαδικασία αιμοδιάλυσης, ηοποία μπορεί να επηρεάσει πολλαπλώς τόσο την εγγενή όσο και την επίκτητηανοσία. Η υπεργλυκαιμία είναι ένας καλά μελετημένος παράγοντας πουευοδώνει σε λοιμώδεις επιπλοκές. Η διαταραγμένη ομοιόσταση της γλυκόζηςεπηρεάζει πολλές παραμέτρους της ανοσιακής απάντησης,συμπεριλαμβανομένης της εκκρίσεως κυτταροκινών, της λειτουργίας των κυττάρων της ανοσίας και της επιθηλιακής δυσπραγίας. Οι ασθενείς με ΣΔείναι συνήθως εξαιρετικά επιρρεπείς σε λοιμώξεις.Αμέσως μετά μια μικροβιακή προσβολή η φλεγμονώδης απάντησηξεκινάει μετά την αναγνώριση των συστατικών του μικροβιακού εισβολέα. Οικύριες προφλεγμονώδεις κυτταροκίνες είναι ο TNF-α και οι ιντερλευκίνεςIL-6,IL-1β, and IL-8, οι οποίες προωθούν την φλεγμονώδη αντίδραση καιπροκαλούν την εμφάνιση του Συνδρόμου Συστηματικής ΦλεγμονώδουςΑντίδρασης {Systemic Inflammatory Response Syndrome (SIRS)}.Ταυτόχρονα με την προφλεγμονώδη διέγερση, ξεκινάει και ηαντιφλεγμονώδης, η οποία αντιπροσωπεύεται κυρίως από την IL-10. Ηκυριαρχία του προφλεγμονώδους ή του αντιφλεγμονώδους προφίλ σχετίζεταιμε την κλινική έκφραση της λοίμωξης και την έκβαση της σήψης αμφότερα.Η παθογένεση της gram(-) σήψης έχει μελετηθεί εκτεταμένως καιαποδίδεται σχεδόν αποκλειστικά στη δράση του λιποπολυσακχαρίτη(ενδοτοξίνη, LPS) του βακτηριακού τοιχώματος. Το κυτταρικό τοίχωμα τωνμυκήτων αποτελείται από τρείς κυρίως ομάδες πολυσακχαριδών, πολυμερήτης μανόζης (μαννοπρωτεΐνες, 40% της ξηρής μάζας του κυτταρικούτοιχώματος), πολυμερή της γλυκόζης (b-γλυκάνη, 60% της ξηρής μάζας τουκυτταρικού τοιχώματος) και πολυμερή της N-acetylglucosamine (χιτίνη, 2%της ξηρής μάζας του κυτταρικού τοιχώματος). Ανάμεσα σε αυτά οι μαννάνεςέχουν ιδιαίτερη σημαντικότητα, καθώς παρέχουν αντιγονική πολυμορφία καικατέχουν ανοσοδιεγερτικές ιδιότητες.Παρότι είναι βολικό να πιστεύουμε ότι μια κοινή παθογενετική οδόςαποτελεί την βάση σε όλες τις σηπτικές προσβολές, φαίνεται να υπάρχειδιαφορετικότητα ανάμεσα σε διαφορετικά είδη βακτηρίων. Σκοπός της μελέτης: Ο κύριος σκοπός της παρούσης μελέτης είναι νααξιολογήσει την βασική ανοσιακή κατάσταση των ασθενών των ευπαθών σεμυκητιασικές λοιμώξεις, και να αξιολογήσει την ανοσολογική τους απάντησημετά διέγερση με συστατικά του κυτταρικού τοιχώματος των μυκήτων και νασυγκριθεί αυτή η αντίδραση με την αντίδραση υγειών εθελοντών ενηλίκων,χρησιμοποιώντας ένα ex vivo μοντέλο διέγερσης. Ένας δευτερεύων σκοπόςήταν να διαπιστωθεί το εάν αυτέ οι ομάδες ασθενών ευρίσκονται σεκατάσταση ανοσοπαράλυσης, κάτι που αναγνωρίζεται με ολοένα καιαυξανόμενη συχνότητα σε βαριά πάσχοντες ασθενείς.Υλικό και μέθοδος: Μετρήσαμε τα βασικά επίπεδα των κυτταροκινών τουορού καθώς και τα επίπεδα που παρήχθησαν αυτές μετά από ex vivoδιέγερση με μαννάνη σε ολικό αίμα που συνελέγη από 10 υγιείς εθελοντές, 10ασθενείς με τελικού σταδίου ΧΝΑ, 10 ασθενείς με ΣΔ και 10 ασθενείς πουβρίσκονταν στη 2η ημέρα νοσηλείας τους σε ΜΕΘ, οι οποίοι είχαν μη σηπτικόSIRS και είχαν ένα APACHE II score ≥25. Χρησιμοποιήσαμε 100 μg/mlμαννάνης για μια περίοδο επώασης 8 ωρών ώστε να διεγείρουμε 1 ml ολικούαίματος. Τα δείγματα του αίματος συνελέγησαν από περιφερική φλέβα και ηδιέγερση έλαβε χώρα κάτω από τις ίδιες συνθήκες για όλες τις ομάδες μεμαννάνη από Saccharomyces cerevisiae της εταιρείας Sigma Chemical Co.(St Louis, MO, USA). Η μέτρηση των κυτταροκινών έγινε χρησιμοποιώνταςειδικά για το ανθρώπινο είδος εμπορικά διαθέσιμα κιτ με ELISA γιακυτταροκίνες.Αποτελέσματα: Όλες οι ομάδες των ασθενών είχαν υψηλότερες βασικέςτιμές TNF-α, IL-6, IL-1β, και IL-10 συγκρινόμενες με την ομάδα ελέγχου, αλλάμόνο στους ασθενείς της ΜΕΘ οι διαφορές ήταν στατιστικά σημαντικές. Ο λόγος IL-10/IL-6 βρέθηκε 0.33, 0.22 και 0.96 αντίστοιχα στους υγιείς, τουςασθενείς με ΧΝΑ και τους ασθενείς με ΣΔ, και 1.32 για τους ασθενείς τηςΜΕΘ πριν την διέγερση και 0.22, 0.51, 1.21, 2.46 αντίστοιχα μετά τηνδιέγερση. Σε όλες τις εξετασθείσες ομάδες, τα επίπεδα των κυτταροκινώναυξήθηκαν σημαντικά μετά την διέγερση με την μαννάνη, αν και οι βαριάπάσχοντες ασθενείς εμφάνισαν σημαντικά μικρότερη μεταβολή. Δενδιαπιστώθηκε ανοσοπαράλυση σε όλες τις εξετασθείσες ομάδες, αν καιυπήρξε σχετική ανοσοπαράλυση στους ασθενείς με ΣΔ και στους ασθενείςτης ομάδας της ΜΕΘ σύμφωνα με τον λόγο IL-10/Il-6. Επιπλέον, σύμφωνα μετον λόγο IL-10/TNF-α, όλες οι ομάδες ασθενών έχουν υψηλότερη πιθανότηταθανάτου σε σύγκριση με τους υγιείς εθελοντές, με αυτούς της ομάδας τηςΜΕΘ στην κορυφή της επικινδυνότητας και ακολουθούμενους από τουςασθενείς της ομάδας του ΣΔ. Ο λόγος IL-10/TNF-α πριν και μετά από τηνδιέγερση ήταν 0.52/0.35, 0.77/0.64, 0.96/0.91 και 1.46/1.19 για τους υγιείςεθελοντές, την ομάδα της ΧΝΑ, τους ασθενείς με ΣΔ και την ομάδα της ΜΕΘαντίστοιχα.Συμπεράσματα: Οι βαρέως πάσχοντες ασθενείς και δευτερευόντως οιασθενείς με τελικού σταδίου ΧΝΑ καθώς και οι ασθενείς με ΣΔ βρίσκονται σεπροφλεγμονώδη κατάσταση. Η ανταπόκριση των ασθενών με ΧΝΑ και ΣΔστην διέγερση με μαννάνη κρίνεται ως ικανοποιητική και συγκρίνεται με τηναντίδραση των υγειών ενηλίκων, ενώ αυτή των βαρέως πασχόντωνδιαφοροποιείται, πιθανά εξαιτίας της διαφορετικής ανοσολογικής τουςκατάστασης. Οι ασθενείς της ΜΕΘ και δευτερευόντως οι ασθενείς με ΣΔ είχανσχετική ανοσοπαράλυση.


2002 ◽  
Vol 130 (3-4) ◽  
pp. 64-67
Author(s):  
Dejan Petrovic ◽  
Radmila Obrenovic ◽  
Mileta Poskurica ◽  
Biljana Stojimirovic

Functional and structural damages of tubulointerstitium are caused by proteinuria. The aim of this study was to assess the influence of different proteinuria levels on Na+, K+, Cl tubular transport. We examined 50 patients (24 males, 26 females), mean age 46.50 ? 13.08 years, with mean creati-nine clearence of 87.29 ? 31.17 mL/min. They were separated in three groups depending on proteinuria value. The first group with proteinuria less than 0.3 g/24h included 19 persons (7 males, 12 females), mean age 45.12 ? 13.28 years, with mean creatinine clearance of 94.27 ? 34.70 mL/min. The second group of 18 patients (8 males, 10 females), mean age 45.39 ? 12.64 years had proteinuria of 0.3-3,0 g/24h and mean creatinine clearance of 90.07 ? 31.89 mL/min. The third group had proteinuria level higher than 3.0g/24h and mean creatinine clearance of 73.25 ? 20.44 mL/min. It included 13 patients (9 males, 4 females), mean age 50.08 ? 13.73 years. As a parameter of proteinuria influence on tubular transport of Na+, K+ and Cl-, fractional excretion of these electrolytes, was studied. Student's T test, Mann Whitney U test and c2 test were used for statistical analysis. No statistically significant influence of proteinuria was found on Na+, K+ and Cl tubular transport.


Biometrika ◽  
1949 ◽  
Vol 36 (3/4) ◽  
pp. 426
Author(s):  
S. G. Ghurye

2016 ◽  
Author(s):  
Άννα Καυγά-Παλτόγλου

Εισαγωγή: Το Αγγειακό Εγκεφαλικό Επεισόδιο (ΑΕΕ) αποτελεί παγκοσμίως, την πρώτη αιτία μακροχρόνιας ανικανότητας στους ενήλικες, με σοβαρές επιπτώσειςστον ίδιο τον ασθενή, στην οικογένεια και στο σύστημα υγείας Η λειτουργική ανικανότητα επηρεάζει την ποιότητα της ζωής του ασθενούς που επιβίωσε από εγκεφαλικό επεισόδιο και επιδρά στη ζωή της οικογένειας. Η υπευθυνότητα του ρόλου, η αβεβαιότητα και η απώλεια του ελέγχου προκαλούν επιβάρυνση στους φροντιστές και επηρεάζουν τις συμπεριφορές προαγωγής υγείας, καθώς και τη σωματική, ψυχική και κοινωνική τους υγεία. Ο βαθμός λειτουργικής ανικανότητας των ασθενών ως προς τις καθημερινές δραστηριότητες επηρεάζει τις συμπεριφορές προαγωγής υγείας των φροντιστών. Η κατάσταση αυτή επιδρά δυσμενώς στην υγεία του φροντιστή και σε ολόκληρη τη οικογένεια.Σκοπός: Ο σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η εκτίμηση της επιβάρυνσης,της κατάθλιψης και της κοινωνικής υποστήριξης του βασικού φροντιστή καθώς και της λειτουργικής ικανότητας του ασθενούς στο βαθμό που οι συγκεκριμένες μεταβλητές επηρεάζουν τις συμπεριφορές προαγωγής υγείας των οικογενειακών φροντιστών των ασθενών με ΑΕΕ στην κοινότητα.Υλικό-Μέθοδος: Με τη διαδικασία της σκόπιμης δειγματοληψίας επιλέχθηκαν από την ευρύτερη περιοχή της Αττικής, 109 δυάδες ασθενών και των φροντιστών τους. Από τα βασικά κριτήρια επιλογής ήταν οι ασθενείς να έχουν λειτουργική ανικανότητα, και οι φροντιστές να είναι μέλη της οικογένειας αλλά και οι βασικοί φροντιστές. Η συλλογή των δεδομένων έγινε από την ίδια την ερευνήτρια με επισκέψεις κατ’οίκον. Η λειτουργική ικανότητα των ασθενών εκτιμήθηκε με την κλίμακα Barthel, οι συμπεριφορές προαγωγής υγείας και ο τρόπος ζωής των φροντιστών με την κλίμακα HPLP II, οι αλλαγές στη ζωή των φροντιστών, η κατάθλιψη και η κοινωνική τους υποστήριξη με τις κλίμακες, Bakas Caregiving Outcomes Scale (BCOS), CES-D και Personal Resourse Questionnaire (PRQ 2000) αντίστοιχα. Για την περιγραφή των ποσοτικών μεταβλητών χρησιμοποιήθηκαν οι απόλυτες και οι σχετικές συχνότητες και για τις ποιοτικές μεταβλητές, οι μέσες τιμές, οι τυπικές αποκλίσεις, οι διάμεσοι και τα ενδοτεταρτημοριακά εύρη. Για τις συγκρίσεις χρησιμοποιήθηκε το Student’s t-test και ο παραμετρικός έλεγχος ανάλυσης διασποράς (ANOVA), ενώ για τον έλεγχο της σχέσης ποσοτικών μεταβλητών ο συντελεστής Pearson ή Spearman(r). Για τον έλεγχο σφάλματος τύπου Ι, λόγω των πολλαπλών συγκρίσεων χρησιμοποιήθηκε η διόρθωση κατά Bonferroni όπου, το επίπεδο σημαντικότητας ορίστηκε στο 0,05/κ (κ=αριθμός συγκρίσεων). Η ανάλυση γραμμικής παλινδρόμησης χρησιμοποιήθηκε για να βρεθούν ανεξάρτητοι παράγοντες που σχετίζοντα με τις κλίμακες από την οποία προέκυψαν οι συντελεστές εξάρτησης και τα τυπικά σφάλματά τους. Οι συντελεστές intraclass correlation coeffcients (ICCs) χρησιμοποιήθηκαν για να ερευνηθεί η συμφωνία των απαντήσεων μεταξύ πρώτης και δεύτερης μέτρησης στο ερωτηματολόγιο HPLP II και PRQ 2000. Η εσωτερική αξιοπιστία ελέχθηκε με το συντελεστή Cronbach’s-alpha. Η στατιστική σημαντικότητα τέθηκε στο 0,05. Για την ανάλυση χρησιμοποιήθηκε το στατιστικό πακέτο SPSS V.19.0.Αποτελέσματα: Το μεγαλύτερο ποσοστό των φροντιστών (67,95%) ήταν γυναίκες και το 50,5% ήταν σύζυγοι των ασθενών με μέση ηλικία τα 58.0 έτη. Οι περισσότεροι ( 39,4%) ήταν απόφοιτοι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, το 90,6% είχε ενήλικα παιδιά και το 53,2% ήταν συνταξιούχοι. Το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα ήταν περισσότερο από 5000 ευρώ για το 39,4% των φροντιστών και λιγότερο από 5000 ευρώ για το 14,7%. Οι μισοί από τους φροντιστές φρόντιζαν τον ασθενή τουλάχιστον 8 μήνες με μέση ημερήσια διάρκεια 13,2 ώρες. Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν τα 69,3 έτη και στην πλειοψηφία τους ήταν άνδρες (51,4%). Σύμφωνα με την αυτοαντίληψη των φροντιστών για την υγεία τους το 49,5% τη χαρακτήρισε μέτρια. Η μέση τιμή στην κλίμακα της επιβάρυνσης βρέθηκε 48.3, της κατάθλιψης 21.7, της κοινωνικής υποστήριξης 77.7 και της λειτουργικότητας των ασθενών 44,0. Η λειτουργικότητα των ασθενών ήταν σημαντικά υψηλότερη όταν οι ασθενείς ήταν άνδρες. Αρνητική ήταν η συσχέτιση με την ηλικία των ασθενών (p=<0,001) τον αριθμό των παιδιών (p=0,014) και το συνολικό χρόνο φροντίδας (p=0,009) καθώς και με τις ώρες ημερήσιας φροντίδας (p=<0,001). Υπήρξε σημαντική αρνητική συσχέτιση της κλίμακας της επιβάρυνσης με την κλίμακα της κατάθλιψης (r=-0,36,p=<0,001) και θετική συσχέτιση της επιβάρυνσης με την κλίμακα κοινωνικής υποστήριξης (r=0,29,p=0,002) Η συνολική βαθμολογία της κλίμακας HPLP II κυμάνθηκε από 1,69 έως 3,17 (διαπροσωπικές σχέσεις 2,66, πνευματική ανάπτυξη 2,61, διατροφικές συνήθεις 2,25, υπευθυνότητα για τη υγεία 2,25, διαχείριση του στρες 2,04, φυσική άσκηση 1,60). Επιπλέον, υπήρξε σημαντική θετική συσχέτιση και μεταξύ όλων των διαστάσεων της κλίμακας. Θετική ήταν η συσχέτιση της κλίμακας με το επίπεδοεκπαίδευσης των φροντιστών (p=0,026) και το ετήσιο οικονομικό τους εισόδημα (p=0,17) και αρνητική με τη διάρκεια της ημερήσιας φροντίδας (r=-0,29). Σημαντική θετική συσχέτιση βρέθηκε μεταξύ της κλίμακας HPLP II και των κλιμάκων: επιβάρυνσης (r=0,25,P=0,008), εκτίμησης της λειτουργικότητας (r=0,24,p=0,011) και κοινωνικής υποστήριξης (r=0,49,p=<0,001). Η κλίμακα κοινωνικής υποστήριξης είχε θετική σημαντική συσχέτιση με όλες τις διαστάσεις της προαγωγής υγείας. Αντίθετα, η κλίμακα HPLP II δε βρέθηκε να συσχετίζεται σε επίπεδο στατιστικά σημαντικό με τηνκλίμακα της κατάθλιψης.Συμπεράσματα: Οι συμπεριφορές προαγωγής υγείας των φροντιστών επηρεάζονται από τη λειτουργική ικανότητα του ασθενούς, από την επιβάρυνση και την κοινωνική υποστήριξη και λιγότερο από τα καταθλιπτικά συμπτώματα. Οι πολλές ώρες φροντίδας και το χαμηλό εκπαιδευτικό και οικονομικό επίπεδο επηρεάζουν αρνητικά τον τρόπο ζωής και τις συμπεριφορές υγείας των φροντιστών ασθενών με ΑΕΕ. Οι φροντιστές συνήθως δε συμμετέχουν σε δραστηριότητες φυσικής άσκησης. Η παρούσα μελέτη αποτέλεσε μια πρώτη προσέγγιση του θέματος των συμπεριφορών προαγωγής υγείας των Ελλήνων φροντιστών ασθενών που επιβίωσαν από εγκεφαλικό επεισόδιο και ζούν στην κοινότητα. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους νοσηλευτές της κοινότητας για την υποστήριξη των οικογενειακών φροντιστών, με την εφαρμογή ατομικών και ομαδικών προγραμμάτων αγωγής υγείας, συμβουλευτικής και δράσεων κοινωνικής υποστήριξης στο επίπεδο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.


Sign in / Sign up

Export Citation Format

Share Document