scholarly journals Πρόγνωση ασθενών με κακοήθεια που εισάγονται στη μονάδα εντατικής θεραπείας

2013 ◽  
Author(s):  
Σουσάνα Ανίσογλου

ΣΚΟΠΟΣ: Η συλλογή, ανάλυση και επεξεργασία στοιχείων ογκολογικών ασθενών που νοσηλεύθηκαν στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) και η συσχέτισή τους με συγκεκριμένους πιθανούς παράγοντες κινδύνου .ΥΛΙΚΟ: Πρόκειται για μία προοπτική μελέτη παρατήρησης (prospective observational) σε δείγμα 125 ογκολογικών ασθενών που νοσηλεύθηκαν στη Μ.Ε.Θ. κατά την τελευταία διετία.ΜΕΘΟΔΟΣ: Αξιολογήθηκαν επιδημιολογικοί, κλινικοί και λειτουργικοί παράγοντες. Ειδικότερα ελέγχθηκαν η πρωτοπαθής νεοπλασματική νόσος, η ηλικία, η παρουσία στεφανιαίας νόσου, χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας, σακχαρώδους διαβήτη, νεφρικής ανεπάρκειας, ο δείκτης μάζας σώματος, η εφαρμογή χημειοθεραπείας ή και ακτινοθεραπείας, η διάρκεια νοσηλείας, τα score βαρύτητας (APACHE II, SAPS II, SOFA) και η έκβαση (εξιτήριο ή θάνατος) και έγιναν συσχετίσεις με τα προηγούμενα στοιχεία. Χρησιμοποιήθηκε το στατιστικό λογισμικό πακέτο SPSS 17.0 (SPSS, Chicago, IL, USA) για Windows. Οι συνεχείς μεταβλητές παρουσιάζονται ως μέσοι όροι + τυπική απόκλιση (mean + standard deviation). Για τη σύγκριση των μέσων όρων μεταξύ δύο ομάδων έγινε χρήση του student’s t-test, εφόσον οι μεταβλητές ακολουθούσαν την κανονική κατανομή και του Mann-Whitney U test στην αντίθετη περίπτωση. Για την ανάδειξη συσχετίσεων μεταξύ ποιοτικών μεταβλητών έγινε χρήση του x2 test.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Η θνητότητα ανήλθε στο 48.8%. Στατιστικά σημαντικοί παράγοντες κακής έκβασης κατά την εισαγωγή του ασθενούς στη ΜΕΘ ήταν τα score βαρύτητας (APACHE II, SAPS II, SOFA), το πτωχό performance status και τα συνυπάρχοντα σοβαρά νοσήματα. Στατιστικά σημαντικοί παράγοντες κακής έκβασης κατά τη διάρκεια νοσηλείας του ασθενούς στη Μ.Ε.Θ. ήταν η διάρκεια του μηχανικού αερισμού, η χρήση αγγειοσυσπαστικών, η πολυοργανική ανεπάρκεια και η σηπτική κατάσταση. Από τις εργαστηριακές εξετάσεις στατιστικά σημαντικές ήταν ο χαμηλός αριθμός αιμοπεταλίων και η θετική αιμοκαλλιέργεια. Ο στατιστικός έλεγχος αξιολόγησης κατά Hosmer Lemeshow παρά τον σχετικά μικρό αριθμό του δείγματος επιβεβαίωσε τη χρησιμότητα των APACHE II, SAPS II, SOFA ως προγνωστικών μοντέλων.ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η πρόγνωση ογκολογικών ασθενών που εισάγονται στη ΜΕΘ είναι μέτρια. Υπάρχουν σαφείς προγνωστικοί παράγοντες κινδύνου που μπορούν να συνθέσουν ένα είδος προγνωστικού μοντέλου, ωστόσο απαιτούνται περαιτέρω πολυκεντρικές μελέτες με προοπτικό χαρακτήρα σε μεγαλύτερο αριθμό ασθενών.

1986 ◽  
Vol 69 (4) ◽  
pp. 664-666
Author(s):  
Peter F Kane

Abstract The official AOAC manual Kjeldahl methods for determining crude protein in animal feeds have several disadvantages. For the HgO catalyst method, there are environmental concerns and a lengthy digestion. For the CuS04 catalyst method, the digestion period is shorter, but still 90 min. A different catalyst combination, CuS04-Ti02, makes 40 min digestion feasible. Comparison of these catalysts on a group of representative feeds resulted in a mean difference, Cu-Ti minus HgO, of 0.034% protein. Standard deviation of the differences was 0.36. A Student’s t-test showed no significant difference. The method will be collaboratively studied.


2020 ◽  
Vol 19 ◽  
pp. e209937
Author(s):  
Adriana Postiglione Buhrer Samra ◽  
Marcos Pomini ◽  
Francielly Granville ◽  
Adrielly Zavolski ◽  
Fabio Brasil de Oliveira ◽  
...  

Aim: To compare the accuracy (trueness and precision)of cost-accessible three-dimensional (3D) printed models.Methods: A maxillary typodont (MM) was scanned andprinted 10 times in polylactic acid, resulting in 10 digitalmodels (DMs). Polyvinylsiloxane impressions were made toobtain 10 conventional stone models (SMs). All models werescanned and imported to CloudCompare software. The totalarea and three locations of interest were evaluated (zenith toincisal [Z-I], canine to canine [C-C], and first molar to canine[1M-C] distances). Total area evaluations were performed byaligning the MM and experimental models using the best-fitalgorithm and were compared using the Haussdorf distance.The distances between points of interest were measured usingthe point-picking tool at the same 3D coordinates. The meanvolumetric deviations were considered for trueness analysis.Precision was set as the standard deviation. Statisticaldifferences were evaluated using the Student’s t-test. Results:Total area volumetric comparisons showed that DMs showedsuperior trueness and precision (-0.02 ± 0.03) compared tothe SMs (0.37 ± 0.29) (P < 0.001). No differences between themodels were observed for Z-I (P = .155); however, SMs showedfewer deviations for C-C (P = .035) and 1M-C (P = .001) thanDMs. Conclusions: The DMs presented superior trueness andprecision for total area compared to the SMs; however, the SMswere more accurate when points of interest were evaluated.


2014 ◽  
Author(s):  
Ευδοξία Τσίγκου

Εισαγωγή: Υπάρχουν μελέτες που καταδεικνύουν διαταραγμένη ανοσιακή απάντηση διαφόρων ομάδων ασθενών ευπαθών σε λοιμώξεις, οι οποίες στηρίζονται σε διέγερση του ανοσιακού συστήματος με ενδοτοξίνη των gram-αρνητικών μικροβίων. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η αξιολόγηση της βασικής ανοσολογικής κατάστασης ασθενών ευπαθών σε λοιμώξεις και της ανοσολογικής τους αντίδρασης, μετά διέγερση με συστατικά του τοιχώματος των gram-θετικών μικροβίων.Υλικό-Μέθοδος: Κατά την αρχική φάση της μελέτης ελήφθη αίμα από 8 υγιείς εθελοντές και διαμορφώθηκαν οι καμπύλες δόσης-απόκρισης και χρόνου-απόκρισης με εφαρμογή διαφόρων δόσεων λιποτειχοϊκού οξέος (LTA) και πεπτιδογλυκάνης (PepG), για ποικίλα χρονικά διαστήματα. Ο βέλτιστος χρόνος επώασης ήταν 8 ώρες και η βέλτιστη δόση του LTA 1 μg/ml, ενώ της PepG 10 μg/ml.Στη δεύτερη φάση της μελέτης ελήφθη αίμα από 10 υγιείς εθελοντές, 10 αιμοκαθαιρόμενους ασθενείς με τελικού σταδίου ΧΝΑ αμέσως προ της συνεδρίας αιμοκάθαρσης, 10 ασθενείς με ΣΔ τύπου ΙΙ και τιμή γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης >6,5% και 10 βαριά πάσχοντες ασθενείς στη δεύτερη ημέρα νοσηλείας τους, που εμφάνιζαν SIRS μη σηπτικής αιτιολογίας και είχαν APACHE II score ≥ 25. Κατόπιν κατάλληλης επεξεργασίας τα δείγματα επωάσθηκαν με 1 μg LTA για 8 ώρες και διατηρήθηκαν σε θερμοκρασία -20οC μέχρι τη μέτρηση των κυτταροκινών TNF-α, IL-6, IL-1β και IL-10 με μέθοδο ELISA. Τα αποτελέσματα παρουσιάζονται ως μέσες τιμές ± SEM, η μεταβολή της κάθε κυτταροκίνης ανά ομάδα ασθενών εκτιμήθηκε με Student’s t-test και οι διαφορές μεταξύ των τεσσάρων ομάδων με δοκιμασία A-NOVA προσαρμοσμένη για πολλαπλές συγκρίσεις κατά το Tukey test. Για την ανάλυση των δεδομένων χρησιμοποιήθηκε το στατιστικό πρόγραμμα Graph Pad 4.0.Αποτελέσματα: Οι βασικές τιμές των κυτταροκινών στις τρεις ομάδες ασθενών ήταν αυξημένες σε σχέση με την ομάδα ελέγχου, όμως μόνο για την ομάδα των βαριά πασχόντων η διαφορά ήταν στατιστικά σημαντική. Ο λόγος IL-10/IL-6 βρέθηκε ήταν 0,22, 0,51 και 1,24 στους υγιείς εθελοντές, ESRD και DM ασθενείς, αντίστοιχα, και 2,46 στους ασθενείς της ΜΕΘ. Σε όλες τις ομάδες εξετασθέντων τα επίπεδα των κυτταροκινών αυξήθηκαν σημαντικά μετά τη διέγερση με LTA, αν και στους βαριά πάσχοντες η μεταβολή ήταν αρκετά μικρότερη. Συμπεράσματα: Οι χρόνιοι νεφροπαθείς και οι σακχαροδιαβητικοί ασθενείς βρίσκονται σε προφλεγμονώδη κατάσταση, ενώ στους βαριά πάσχοντες ασθενείς ελέγχεται μικτή προφλεγμονώδης-αντιφλεγμονώδης αντίδραση με αυξημένα επίπεδα τόσο των προφλεγμονωδών όσο και των αντιφλεγμονωδών κυτταροκινών και με αυξημένο ρόλο IL-10/IL-6. Η απάντηση των νεφροπαθών και των διαβητικών στο LTA ελέγχθηκε ικανοποιητική και ανάλογη αυτής των υγιών ατόμων, ενώ αυτή των βαριά πασχόντων υπολείπεται, αντικατοπτρίζοντας πιθανά την κατάσταση σχετικής ανοσοπαράλυσης στην οποία βρίσκονται.


2017 ◽  
Author(s):  
Ιωάννης Σταθούλης

Εισαγωγή: Τα τελευταία χρόνια, η αλματώδης πρόοδος της τεχνολογίας έχει επηρεάσει αναπόφευκτα και το χώρο της υγείας, με την εισαγωγή σε αυτή πολλών νέων κατηγοριών ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού που σκοπό έχουν τη βελτίωση της παρεχόμενης φροντίδας υγείας, την ποιοτικότερη παροχή υπηρεσιών υγείας και τη γρήγορη αποκατάσταση τωνασθενών. Σκοπός: Η διερεύνηση του τρόπου και των μεθόδων, με τις οποίες οι νοσηλευτές εκπαιδεύονται στην εκμάθηση των βασικών αρχών λειτουργίας και τη χρήση του Ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού που χρησιμοποιείται στην καθημερινή κλινική πρακτική. Επιπλέον, διερευνώνται οι θετικές αλλά και αρνητικές επιπτώσεις της χρήσης του καθώς και οι πιθανές συνέπειες τόσο για τους ασθενείς όσο και για τους νοσηλευτές. Μεθοδολογία: Το αρχικό δείγμα της μελέτης αποτέλεσαν 733 νοσηλευτές εκ των οποίων 6 δεν έδωσαν συγκατάθεση συμπλήρωσης και κατά συνέπεια το τελικό δείγμα της μελέτης αποτέλεσαν 727 νοσηλευτές Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, Δευτεροβάθμιων,Τριτοβάθμιων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων της Χώρας εγγεγραμμένοι σε Νοσηλευτικούς Φορείς και Επιστημονικές Εταιρείες που εργάζονται σε Κλινικές ή Μονάδες Εντατικής Νοσηλείας και σε Δομές Πρωτοβάθμιας Περίθαλψης. Στην πρώτη φάση της μελέτης, πραγματοποιήθηκε κατασκευή νέου ερωτηματολογίου, το οποίο στηρίχθηκε στα ερωτηματολόγια των McConnell Ε. Α. (1995), Paclova, S., Mornstein, V. & Caruana, C. J.(2009) και Liu, S., Cheng, P., Huang, H. and Zhang, Q. (2013). Επίσης, διενεμήθη και η ελεύθερη στο διαδίκτυο κλίμακα ποσοτικής εκτίμησης του άγχους του Hamilton (1976). Στη δεύτερη φάση της μελέτης πραγματοποιήθηκαν εκπαιδευτικές παρεμβάσεις στο πλαίσιο διαδραστικών κλινικών φροντιστηρίων με επίδειξη ή και εκπαίδευση στις ίδιες τις συσκευές (Hands-On Training), που αφορούσαν στην αξιολόγηση των γνώσεων στην ασφαλή χρήσητου παλμικού οξυμέτρου, των χειρουργικών διαθερμιών και των απινιδωτών σε δείγμα 78,62 και 65 νοσηλευτών αντίστοιχα με τη συμπλήρωση ερωτηματολογίων πριν και μετά από κάθε εκπαιδευτική παρέμβαση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι Χειρουργικές Διαθερμίες και ο Απινιδωτής επιλέχθηκαν ως συσκευές για την εκπαιδευτική παρέμβαση με βάση τα αποτελέσματα της στατιστικής ανάλυσης του ερωτηματολογίου ανίχνευσης εκπαιδευτικών αναγκών, όπου για τις συγκεκριμένες συσκευές παρουσιάστηκαν αυξημένα ποσοστά άγχους των νοσηλευτών κατά τη χρήση των συσκευών αυτών. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε επιλογή για εκπαιδευτική παρέμβαση και του Παλμικού Οξυμέτρου, εξαιτίας του γεγονότος ότι η συγκεκριμένη συσκευή αν και δεν επιφέρει αύξηση του άγχους των νοσηλευτών κατά τη χρήση της, παρόλα αυτά από τη βιβλιογραφία φάνηκε ότι υπάρχει κενό γνώσης σε αυτή το οποίο είναι καταγεγραμμένο τόσο στην Ελληνική όσο και στην Ξενόγλωσση βιβλιογραφία(Κιέκκας και συν., 2012; Kiekkas et al., 2013; Milutinovic, Repic, and Arandelovic, 2016).Οι μέσες τιμές (mean), οι τυπικές αποκλίσεις (Standard Deviation=SD) και οι διάμεσοι (median) και τα ενδοτεταρτημοριακά εύρη (interquartile range) χρησιμοποιήθηκαν για την περιγραφή των ποσοτικών μεταβλητών. Οι απόλυτες (Ν) και οι σχετικές (%) συχνότητες χρησιμοποιήθηκαν για την περιγραφή των ποιοτικών μεταβλητών. Για τη σύγκριση ποσοτικών μεταβλητών μεταξύ δυο ομάδων χρησιμοποιήθηκε το Student’s t-test. Για τησύγκριση ποσοτικών μεταβλητών μεταξύ περισσοτέρων από δυο ομάδων χρησιμοποιήθηκε o παραμετρικός έλεγχος ανάλυσης διασποράς (ANOVA). Για τον έλεγχο του σφάλματος τύπου Ι, λόγω των πολλαπλών συγκρίσεων χρησιμοποιήθηκε η διόρθωση κατά Bonferroni σύμφωνα με την οποία το επίπεδο σημαντικότητας είναι 0,05/κ (κ= αριθμός των συγκρίσεων). Για τον έλεγχο της σχέσης δυο ποσοτικών μεταβλητών χρησιμοποιήθηκε ο συντελεστής συσχέτισης του Spearman (r). Η συσχέτιση θεωρείται χαμηλή όταν ο συντελεστής συσχέτισης (r) κυμαίνεται από 0,1 έως 0,3, μέτρια όταν ο συντελεστής συσχέτισης κυμαίνεται από 0,31 έως 0,5 και υψηλή όταν ο συντελεστής είναι μεγαλύτερος από 0,5. Για τη σύγκριση των σωστών απαντήσεων πριν και μετά την παρέμβαση χρησιμοποιήθηκε το McNemar test. Για τη σύγκριση των βαθμολογιών γνώσεων πριν και μετά την παρέμβαση χρησιμοποιήθηκε το paired t-test. Η ανάλυση γραμμικής παλινδρόμησης (linear regression analysis) με τη διαδικασία διαδοχικής ένταξης/αφαίρεσης (stepwise) χρησιμοποιήθηκε για την εύρεση ανεξάρτητων παραγόντων που σχετίζονται με τις μεταβολές στις βαθμολογίες γνώσεων από την οποία προέκυψαν συντελεστές εξάρτησης (β) και τα τυπικά σφάλματά τους (standard errors=SE). Η εσωτερική αξιοπιστία του ερωτηματολογίου ελέγχθηκε με τη χρήση του συντελεστή Cronbach’s-a. Τα επίπεδα σημαντικότητας είναι αμφίπλευρα και η στατιστική σημαντικότητα τέθηκε στο 0,05. Για την ανάλυση χρησιμοποιήθηκε το στατιστικό πρόγραμμα SPSS 19.0.Αποτελέσματα: Το 92,1% των νοσηλευτών θεωρεί ότι η χρήση ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού στην καθημερινή κλινική πρακτική οδηγεί πολύ/πάρα πολύ στη βελτίωση της ποιότητας της φροντίδας υγείας. Επίσης, το 90,9% των νοσηλευτών θεωρεί ότι η χρήση ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού στην καθημερινή κλινική πρακτική οδηγεί πολύ/πάρα πολύστην ασφάλεια του ασθενούς και το 88,7% στη σωστή διάγνωση για την κατάσταση υγείας του ασθενούς. Το 67,3% των νοσηλευτών ήταν ενήμεροι σχετικά με τις επιπτώσεις από τη χρήση της συσκευής στην υγεία και ασφάλεια του ασθενή και το 59,7% σχετικά με τις επιπτώσεις από τη χρήση της συσκευής στην ατομική τους υγεία και ασφάλεια.Το 20,7% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι η χρήση ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού στην καθημερινή κλινική πρακτική αύξησε πολύ/πάρα πολύ το χρόνο επιτήρησης εκ μέρους της ορθής και χωρίς προβλήματα λειτουργίας του.Συμπεράσματα: Οι νοσηλευτές πραγματοποιούν συχνή χρήση του ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού καθημερινά. Επίσης, ένα μεγάλο μέρος των νοσηλευτών έχει διδαχθεί στο παρελθόν μάθημα σχετικό με τη χρήση ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, στοιχείο που καταδεικνύει την επιθυμία και την ανάγκη του νοσηλευτικού προσωπικού να εκπαιδεύεται στη χρήση του εν λόγω εξοπλισμού. Η εκπαίδευση σε προπτυχιακό επίπεδο δεν είναι επαρκής. Η μετά τη βασική εκπαίδευση στην ασφαλή χρήση του Ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, βελτιώνει το επίπεδο των γνώσεων και των πρακτικών των νοσηλευτών. Απαιτείται συνεχιζόμενη εκπαίδευση και επικαιροποίηση των γνώσεων δεδομένης τηςαλματώδους ανάπτυξης της τεχνολογίας στο χώρο της υγείας.Λέξεις κλειδιά: Ιατροτεχνολογικός Εξοπλισμός, Νοσηλευτές, Νοσηλευτική Εκπαίδευση, Συνεχιζόμενη Επαγγελματική Εκπαίδευση, Βιοϊατρική Μηχανική.


2009 ◽  
Vol 17 (1) ◽  
pp. 28-33 ◽  
Author(s):  
Alexandre Pazetto Balsanelli ◽  
Isabel Cristina Kowal Olm Cunha ◽  
Iveth Yamaguchi Whitaker

This study aims to explore the association between nurses' leadership styles and personal and professional nursing profile and workload. The sample consisted of seven nurses and seven nursing technicians who were grouped into pairs. At the end of three months, nurses were queried regarding what leadership style would be adopted when the nursing technician under their evaluation delivered care to patients admitted to the ICU. Relevant data was analyzed by applying descriptive statistics, Tukey's multiple comparison test and Student's t-test (p< 0.05). Nursing workload reached 80.1% on average. The personal and professional profile variables did not show any relation with the leadership styles chosen by nurses (p>0.05). The determine, persuade, and share leadership styles prevailed. However, whenever the nursing workload peaked, the determine and persuade styles were used (p<0.05).


2010 ◽  
Vol 14 (1) ◽  
pp. 15 ◽  
Author(s):  
G. QUADRI ◽  
N. NATALE ◽  
C. SPREAFICO ◽  
C. BELLONI ◽  
D. BARISANI ◽  
...  

Intravesical prostaglandin E2 is effective in the recovery of spontaneous voiding after transvaginal reconstruction of the pubocervical fascia and short arm sling according to Lahodny. The aim of the study was to compare the effects of intravesical prostaglandin E2 in the prevention of urinary retention after transvaginal reconstruction of the pubocervical fascia and short arm sling according to Lahodny. STUDY DESIGN: From November 1996 to June 1999 fifty women underwent the Lahodny procedure for moderate/severe cystocele and stress urinary incontinence. Women were randomly assigned to 1 of the 2 study groups: intravesical prostaglandin E2 versus controls. Data obtained were analyzed with the Student t test and the Fisher exact test. RESULTS: Two patients of the treatment group had to be excluded from the study, one because of the wrong measurement of the post-voidal residual volume and another due to a fastidious burning sensation which appeared immediately after prostaglandin instillation and required the suspension of the treatment. No other side effects such as nausea, vomiting, diarrhea or hyperthermia were observed. Patients who underwent the prostaglandin E2 treatment showed a recovery of spontaneous voiding after 7.9&plusmn;6.7 days, whereas this interval was significantly longer in the control group, being 12.9&plusmn;9.7 days (p=0.04, Two tailed Unpaired Student's T test). CONCLUSION: The effectiveness and the low associated morbidity mark the treatment with intravesical prostaglandin E2 useful in the recovery of normal voiding after transvaginal pubocervical fascia reconstruction and short arm sling with the procedure according to Lahodny.


2018 ◽  
Vol 5 (2) ◽  
pp. 105-108
Author(s):  
Lijo Isaac ◽  
A. P. Nirmal Raj ◽  
Reshma Karkera ◽  
R Naveen Reddy

Very little studies were done on relationship of the dental status and the nutritional status. The present study was done to study relation between edentulism and the presence of anemia. The study was included of 46 adult patients with edentulism and same numbers of patients were taken as controls. The results were tabulated and analyzed with the help of IBM SPSS statistics 20 using student’s t test. The hemoglobin levels were lower in the edentulous patients that that of the control group. The present study had shown that the nutritional status were poor resulting in anemia in case of edentulous patients as compared to control group with the same age group.  


2002 ◽  
Vol 130 (3-4) ◽  
pp. 64-67
Author(s):  
Dejan Petrovic ◽  
Radmila Obrenovic ◽  
Mileta Poskurica ◽  
Biljana Stojimirovic

Functional and structural damages of tubulointerstitium are caused by proteinuria. The aim of this study was to assess the influence of different proteinuria levels on Na+, K+, Cl tubular transport. We examined 50 patients (24 males, 26 females), mean age 46.50 ? 13.08 years, with mean creati-nine clearence of 87.29 ? 31.17 mL/min. They were separated in three groups depending on proteinuria value. The first group with proteinuria less than 0.3 g/24h included 19 persons (7 males, 12 females), mean age 45.12 ? 13.28 years, with mean creatinine clearance of 94.27 ? 34.70 mL/min. The second group of 18 patients (8 males, 10 females), mean age 45.39 ? 12.64 years had proteinuria of 0.3-3,0 g/24h and mean creatinine clearance of 90.07 ? 31.89 mL/min. The third group had proteinuria level higher than 3.0g/24h and mean creatinine clearance of 73.25 ? 20.44 mL/min. It included 13 patients (9 males, 4 females), mean age 50.08 ? 13.73 years. As a parameter of proteinuria influence on tubular transport of Na+, K+ and Cl-, fractional excretion of these electrolytes, was studied. Student's T test, Mann Whitney U test and c2 test were used for statistical analysis. No statistically significant influence of proteinuria was found on Na+, K+ and Cl tubular transport.


Sign in / Sign up

Export Citation Format

Share Document