scholarly journals Μελέτη επί της παρουσίας των Culicidae στην Ελλάδα, της μοριακής ταξινόμησης αυτών και της εποχικής διακύμανσης και του κρατούντος συστήματος αντιμετώπισής τους στους ορυζώνες

2015 ◽  
Author(s):  
Ιωάννα Λύτρα

Οι πρώτες προσπάθειες για την καταγραφή των κουνουπιών που ενδημούν στη χώρα μας ξεκίνησαν από Έλληνες και ξένους ερευνητές στις αρχές του 20ου αιώνα, αμέσως μετά την ανακάλυψη του ρόλου των ειδών του γένους Anopheles στη μετάδοση της ελονοσίας. Ο τελευταίος κατάλογος των ειδών κουνουπιών που διαβιούν στην Ελλάδα συντάχθηκε το 2011 και περιλαμβάνει 64 είδη ταξινομημένα σε 2 υποοικογένειες και 8 γένη. Στην παρούσα μελέτη επιχειρήθηκε η επικαιροποίηση της καταγραφή της εξάπλωσης των ειδών των κουνουπιών στην Ελλάδα. Για τον σκοπό αυτό πραγματοποιήθηκαν τυχαίες δειγματοληψίες για τη συλλογή κουνουπιών από τον Απρίλιο του 2009 έως και τον Αύγουστο του 2012 σε 25 συνολικά Περιφερειακές Ενότητες ενώ έγινε προσπάθεια να καλυφθεί όσο το δυνατό μεγαλύτερο εύρος εστιών ανάπτυξης των κουνουπιών (δέλτα ποταμών, λίμνες, ρέματα, πηγάδια, αστικά περιβάλλοντα, μόνιμες και μη συλλογές νερού). Κατά τη διάρκεια της μελέτης συλλέχθηκαν περισσότερα από 5.200 δείγματα (άτομα) προνυμφών, νυμφών και τελείων κουνουπιών. Από το σύνολο των ατόμων που εξετάστηκαν, αναγνωρίσθηκαν 24 είδη κουνουπιών, από 6 διαφορετικά γένη (Anopheles, Culex, Aedes, Ochlerotatus, Culiseta και Uranotaenia). Το είδος Culex pipiens εντοπίστηκε σε όλες σχεδόν τις εστίες από τις οποίες λήφθηκε δείγμα. Επίσης, τα περισσότερα από τα ευρεθέντα είδη είναι σημαντικά από υγειονομική άποψη καθώς μπορούν να αποτελέσουν φορείς σοβαρών ασθενειών που προσβάλλουν τον άνθρωπο. Λόγω των προβλημάτων που αρκετές φορές παρουσιάζονται με τη χρησιμοποίηση των μορφομετρικών χαρακτήρων για την ταξινόμηση των οργανισμών χρησιμοποιούνται πλέον και τεχνικές που αφορούν το γενετικό υλικό. Αυτές συνήθως στοχεύουν στην ανάλυση του γενετικού υλικού, αλλά πολλές φορές και σε παράγωγά του, όπως είναι οι πρωτεΐνες και τα ένζυμα. Στην παρούσα εργασία έγινε μοριακή ανάλυση τριών ειδών κουνουπιών με στόχο την συμβολή της μελέτης στη μοριακή ταξινόμηση ειδών Culicidae στην Ελλάδα. Τα είδη που ταξινομήθηκαν με μοριακές τεχνικές ήταν τα Culex tritaeniorhynchus, Culex laticinctus και Ochlerotatus zammitti. Τα άτομα του είδους Cx. tritaeniorhynchus συλλέχθηκαν από την Π.Ε. Αιτωλοακαρνανίας, το είδος Oc. zammitti από την Π.Ε. Ανατολικής Αττικής και το είδος Cx. laticinctus από την Π.Ε. Χανίων. Σκοπός της παρούσας διατριβής ήταν επίσης η μελέτη της σύνθεσης των ειδών κουνουπιών και η εποχική διακύμανση αυτών κατά τα έτη 2009, 2010 και 2011 σε ορυζώνα βιολογικής καλλιέργειας στην περιοχή Νεοχωρίου της Π. Ε. Αιτωλοακαρνανίας. Συλλέχθηκαν συνολικά 11.716 προνύμφες και νύμφες κουνουπιών που ανήκαν σε 4 γένη και 7 είδη (Ochlerotatus caspius, Anopheles hyrcanus, Anopheles sacharovi, Culex theileri, Culex tritaeniorhynchus, Culex pipiens, Uranotaenia unguiculata). Το είδος Cx. tritaeniorhynchus που ήταν το πολυπληθέστερο καταγράφηκε για δεύτερη φορά στην Ελλάδα αλλά είναι η πρώτη φορά που καταγράφηκαν υψηλές πληθυσμιακές πυκνότητες του είδους αυτού στη χώρα μας. Κατά τη διάρκεια και των 3 ετών της μελέτης η πληθυσμιακή πυκνότητα των ατελών των κουνουπιών ήταν υψηλότερη τον Αύγουστο. Ο αριθμός των ατελών όλων των ειδών ήταν υψηλότερος το 2009 και το 2010 σε σχέση με το 2011 καθώς και των τελείων του είδους Cx. tritaeniorhynchus που προέκυψαν μετά την εκτροφή των ατελών σταδίων που συλλέχθηκαν. Αυτό πιθανώς οφείλεται στην έλλειψη νερού που σημειώθηκε στον αγρό στις αρχές Αυγούστου του 2011. Το είδος Cx. tritaeniorhynchus ήταν το είδος με τη μεγαλύτερη αφθονία μετά την εκτροφή των ατελών, αποτελώντας το 85,1%, 93,5% και 96,1% του συνολικού αριθμού των τελείων κουνουπιών για το 2009, το 2010 και το 2011, αντίστοιχα. Οι καλλιεργητικές τεχνικές που εφαρμόζονται στους ορυζώνες πιθανότατα επηρέασαν την εποχική εμφάνιση των ατελών των κουνουπιών και τα 3 έτη της μελέτης. Επίσης, στην παρούσα διατριβή έγινε μια καταγραφή του συστήματος και των μεθόδων αντιμετώπισης των κουνουπιών στους ορυζώνες στη χώρα μας. Για να συλλεγούν τα απαραίτητα στοιχεία συντάχθηκαν ερωτηματολόγια και απεστάλησαν σε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς (σε εταιρείες που αναλαμβάνουν έργα αντιμετώπισης κουνουπιών σε ορυζώνες της χώρας, στις Διευθύνσεις Αγροτικής Ανάπτυξης και Κτηνιατρικής, στα διοικητικά όρια των οποίων καλλιεργείται ρύζι, στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και σε ορυζόμυλους. Από τις απαντήσεις που δόθηκαν καθώς και από άλλες πηγές καταγράφηκαν τα προβλήματα του συστήματος ενώ στην μελέτη παρατίθενται και προτάσεις για τη βελτίωσή του, τόσο σε οργανωτικό όσο και σε επιχειρησιακό επίπεδο. Τέλος εξετάστηκαν τρία εντομοκτόνα σκευάσματα με δραστικές ουσίες το spinosad, το diflubenzuron και το methoprene σε σχέση με την τοξικότητά τους σε προνύμφες 3ου–4ου σταδίου του Aedes albopictus σε εργαστηριακές συνθήκες. Οι προνύμφες που χρησιμοποιήθηκαν στα πειράματα προέρχονταν από εργαστηριακή εκτροφή η οποία προήλθε από άτομα του Aedes albopictus τα οποία συλλέχθηκαν στην περιοχή της Αιτωλοακαρνανία. Τα εντομοκτόνα εξετάστηκαν στις συνιστώμενες δόσεις σύμφωνά με την ετικέτα τους (0.0984ppm, 0.1014ppm και 0.0234ppm αντίστοιχα) καθώς και στο 1/4, 1/16 και 1/64 αυτών. Οι τιμές των LC50 και LC90 του spinosad μετά από 24 ώρες έκθεσης των προνυμφών ήταν 0.0131ppm και 0.0341ppm αντίστοιχα ενώ μετά από 48 ώρες οι αντίστοιχες τιμές ήταν 0.0106ppm και 0.0239ppm. Οι τιμές των EI50 και EI90 του diflubenzuron ήταν 0.0002ppm και 0.0031ppm αντίστοιχα ενώ για το methoprene οι αντίστοιχες τιμές βρέθηκαν να είναι 0.0010ppm και 0.0104ppm. Η τοξική δράση του spinosad στην συνιστώμενη δόση και στο 1/4 αυτής ήταν ιδιαίτερα ταχεία προκαλώντας πολύ υψηλή θνησιμότητα στις προνύμφες μετά από 24 ώρες έκθεσης (97.5% και 88.3% θνησιμότητες αντίστοιχα). Οι τιμές LT50 κυμάνθηκαν ανάλογα με την δόση του εντομοκτόνου από 48 έως 63 ώρες για το diflubenzuron και από 64 έως 321 ώρες για το methoprene. Όλα τα σκευάσματα που εξετάσθηκαν στις συνιστώμενες δόσεις επέδειξαν υψηλή τοξικότητα στις προνύμφες του Aedes albopictus. Επτά ημέρες μετά την εφαρμογή τους οι θνησιμότητες που παρατηρήθηκαν από την δράση του spinosad, του diflubenzuron και του methoprene ήταν 99.6%, 99.2% και 97.9% αντίστοιχα. Στο 1/4 της συνιστώμενης δόσης το spinosad και το diflubenzuron παρέμειναν πολύ τοξικά και η τοξικότητές τους ήταν υψηλότερες από αυτή του methoprene. Επτά ημέρες μετά την εφαρμογή των εντομοκτόνων στο 1/16 και στο 1/64 της συνιστώμενης δόσης μόνο το diflubenzuron επέδειξε υψηλές τοξικότητες (97.1% και 81.7% θνησιμότητες αντίστοιχα) και ήταν υψηλότερες από αυτές που εμφάνισαν τα δύο άλλα σκευάσματα.

Author(s):  
L. Toma ◽  
F. Severini ◽  
R. Romi ◽  
M. Goffredo ◽  
A. Torina ◽  
...  

The present study reports the results of the first survey of mosquito species in four of the minor Sicilian Islands, namely Lampedusa, Linosa, Pantelleria and Ustica. These surveys were carried out during field activities aimed at recording the occurrence of Aedes albopictus, now reported in all these territories. Adult mosquitoes were collected by traps or by handheld electric aspirators. Larval collections were performed using dippers and droppers. Samples were morphologically identified and molecular investigations were carried out when needed. A total of 6 species were found, namely Aedes (Stegomyia) albopictus, Culex (Culex) pipiens, Culex (Culex) laticinctus, Aedes (Ochlerotatus) mariae, Aedes (Ochlerotatus) zammitii, and Culiseta (Allotheobaldia) longiareolata, the first 2 of which are already a known health concern. This checklist of mosquito species shows the widespread occurrence of Culex laticinctus whose distribution in Italy has still not been thoroughly investigated, whose ecology is poorly known and whose competence as a vector of pathogens is unknown. In Pantelleria, we found larvae of an Aedes species worthy of further investigation.


2020 ◽  
Author(s):  
Gui-Lin Xie ◽  
Xin-Ran Ma ◽  
Qi-Yong Liu ◽  
Feng-Xia Meng ◽  
Xiao-Dong Yang ◽  
...  

Abstract Background: In 2009, China CDC found the distribution of Culex tritaeniorhynchus and Aedes albopictus in Motuo county, Linzhi, Xizang and isolated the epidemic encephalitis V virus from Culex tritaeniorhynchus. However, with the road opend in Motuo County, the trade between people and mosquitoes transmission were more frequent. To illustrate patterns of mosquito population in Linzhi, Xizang, a mosquitoes surveillance was carried.Methods: Adult mosquitoes were collected by light traps and human landing catches, larva by container survey in six counties of Linzhi during August and September 2019. The trapped adult mosquitoes were initially counted and identified according to morphological criteria, and a part of mosquitoes were further identified by PCR. The monitoring data were recorded by Excel 2007, analyzed by SPSS 20.0 software and R.Results: Eight species of mosquitoes belonging to four genera were identified. Culex pipiens pallens (86.80%), Armigeres subalbalus (5.29%) and Aedes vexans (2.99%) were the top three species coolected by 164 light traps on 12 nights with the average mosquito density was 21.20 (mosquitoes per trap per night); Aedes albopictus were only collected in Chayu County Xiachayu Town by human landing catches with high average mosquito density (26.33 mosquitoes per hour per person). The larva were collected from waste tires, cement tanks and drums in Bomi, Milin and Lang Counties. The results of molecular identification are consistent with morphological identification. Aedes albopictus and Culex orientalis were newly recorded species for the first time. It is preliminarily speculated that there is a high potential risk of dengue fever in Xiachayu Town and a certain epidemic risk of Japanese encephalitis, while the risk of malaria is low in Linzhi.Conclusion: Mosquitoes had heterogeneous distribution throughout Linzhi, Xizang. The dominant mosquito species are Culex pipiens pallens. It is emphasized to carry out mosquito surveillance again during the peak period of mosquito activities so as to better understand the distribution and composition of local mosquitoes and assess the mosquito-borne disease risk in this area.


2018 ◽  
Author(s):  
Oswaldo C Villena ◽  
Bahram Momen ◽  
Joseph Sullivan ◽  
Paul T Leisnham

Environmental changes will alter many environmental factors in the coming years including temperature, precipitation, humidity, and the amount of solar radiation reaching the earth’s surface, which in turn will have an impact on living organisms like invertebrates. In this study, we assessed the effect of UV-B radiation upon the metabolic rate and upon three fitness parameters (survival, development time, and body size) of the mosquitoes Aedes albopictus and Culex pipiens, and upon the production of microbial resources on which mosquito larvae feed in aquatic microcosms. We set up three UV-B radiation treatments mimicking levels typically measured in full-sun (FS) and shade (S) conditions, as well as a control group with no UV-B radiation (NUV). The metabolic rate expressed as heat production (µwatts/ml) for larvae and microbial community was measured at days 1, 8, and 15. Our results indicated that UV-B radiation affected the metabolic rate of both Cx. pipiens and Ae. albopictus larvae; metabolic rates were significantly higher in full-sun (FS) compared to shade (S) and no-UV condition (NUV), at days 8 and 15 compared to day 1 (Figures 1A and 1B). Culex pipiens metabolic rates were significantly higher than Ae. albopictus at day 15 compared to days 1 and 8 (Figure 1B). Metabolic rates were significantly lower in microbial communities from vials with Ae. albopictus larvae, Cx. pipiens larvae, and no larvae in FS conditions compared to vials from S and NUV conditions, especially at day 8 (Figure 2A and 2B). There was a major effect of UV-B conditions only on the survival of Ae. albopictus and Cx. pipiens mosquitoes, with significantly lower survival in FS compared to S and NUV conditions. UV-B radiation at levels found in aquatic environments in open fields showed a negative impact on the metabolic rate of Ae. albopictus and Cx. pipiens larvae and on the microbial communities on which they feed. These negative impacts could have important implications for the distribution and abundance of these mosquitoes and for the transmission rate of illness caused by the pathogens that these two broadly distributed mosquitoes transmit.


2020 ◽  
Vol 10 (1) ◽  
Author(s):  
Elijah O. Juma ◽  
Brian F. Allan ◽  
Chang-Hyun Kim ◽  
Christopher Stone ◽  
Christopher Dunlap ◽  
...  

2020 ◽  
Vol 168 (2) ◽  
pp. 148-157
Author(s):  
Mihaela Kavran ◽  
Igor Pajović ◽  
Dušan Petrić ◽  
Aleksandra Ignjatović‐Ćupina ◽  
Nedeljko Latinović ◽  
...  

2003 ◽  
Vol 32 (6) ◽  
pp. 1313-1321 ◽  
Author(s):  
Marco Carrieri ◽  
Marta Bacchi ◽  
Romeo Bellini ◽  
Stefano Maini

Sign in / Sign up

Export Citation Format

Share Document