Benzyl butyl phthalate exposure impairs learning and memory and attenuates neurotransmission and CREB phosphorylation in mice

2014 ◽  
Vol 71 ◽  
pp. 81-89 ◽  
Author(s):  
Anna Min ◽  
Fengming Liu ◽  
Xu Yang ◽  
Mingqing Chen
2021 ◽  
Vol 13 (1) ◽  
Author(s):  
Wan-Ru Wang ◽  
Nai-Tzu Chen ◽  
Nai-Yun Hsu ◽  
I-Ying Kuo ◽  
Hsin-Wen Chang ◽  
...  

Abstract Background Dysregulation of thymic stromal lymphopoietin (TSLP) expressions is linked to asthma and allergic disease. Exposure to phthalate esters, a widely used plasticizer, is associated with respiratory and allergic morbidity. Dibutyl phthalate (DBP) causes TSLP upregulation in the skin. In addition, phthalate exposure is associated with changes in environmentally induced DNA methylation, which might cause phenotypic heterogeneity. This study examined the DNA methylation of the TSLP gene to determine the potential mechanism between phthalate exposure and allergic diseases. Results Among all evaluated, only benzyl butyl phthalate (BBzP) in the settled dusts were negatively correlated with the methylation levels of TSLP and positively associated with children’s respiratory symptoms. The results revealed that every unit increase in BBzP concentration in the settled dust was associated with a 1.75% decrease in the methylation level on upstream 775 bp from the transcription start site (TSS) of TSLP (β =  − 1.75, p = 0.015) after adjustment for child’s sex, age, BMI, parents’ smoking status, allergic history, and education levels, PM2.5, formaldehyde, temperature; and relative humidity. Moreover, every percentage increase in the methylation level was associated with a 20% decrease in the risk of morning respiratory symptoms in the children (OR 0.80, 95% CI 0.65–0.99). Conclusions Exposure to BBzP in settled dust might increase children’s respiratory symptoms in the morning through decreasing TSLP methylation. Therefore, the exposure to BBzP should be reduced especially for the children already having allergic diseases.


Toxics ◽  
2021 ◽  
Vol 9 (2) ◽  
pp. 33
Author(s):  
Po-Ching Chu ◽  
Charlene Wu ◽  
Ta-Chen Su

Endothelial function is crucial in the pathogenesis of circulatory and cardiovascular toxicity; epidemiologic research investigating the association between phthalate exposure and endothelial dysfunction remains limited. We examined the associations between exposures to specific phthalates (di-2-ethylhexyl phthalate, DEHP; di-n-butyl phthalate, DnBP) and circulating endothelial and platelet microparticles (EMPs and PMPs) in adolescents and young adults. Of the 697 participants recruited, anthropometric measurements and health-related behaviors relevant to cardiovascular risks were collected and assessed. Urine and serum were collected and analyzed with liquid chromatography-tandem mass spectrometry (LC-MS/MS) and flow cytometry. Multiple linear regression indicated that increases in urinary concentrations of ΣDEHP and MnBP (mono-n-butyl phthalate), across quartiles, were positively associated with serum EMPs level (p for trend <0.001 and <0.001; β = 0.798 and 0.007; standard error = 0.189 and 0.001, respectively). Moreover, female and overweight subjects had higher MnBP, and males were more vulnerable to DnBP exposure compared to females. In conclusion, our results demonstrate a dose-response relationship between exposures to phthalates (ΣDEHP and MnBP) and microparticle formation (EMPs and PMPs) in adolescents and young adults. The findings indicate that exposures to phthalates of both low and high-molecular weight are positively associated with microparticle production, and might contribute to endothelial dysfunction; such damage might manifest in the form of atherosclerotic-related vascular diseases. Future in vivo and in vitro studies are warranted to elucidate whether a causal relationship exists between phthalate exposure and EMPs and PMPs.


2013 ◽  
Author(s):  
Αικατερίνη Παναγιώτου

Μέχρι σήμερα, οι παραδοσιακές αναλυτικές μεθοδολογίες χαρακτηρίζονται για το υψηλό κόστος και τους μεγάλους όγκους τοξικών οργανικών διαλυτών που απαιτούνται. Η διαπίστωση αυτή έμελλε να αποτελέσει και το εφαλτήριο για την ανάπτυξη νέων αναλυτικών μεθόδων, υψηλής ευαισθησίας και ταχείας εφαρμογής. Αυτοί ήταν και οι λόγοι για τους οποίους στην παρούσα Διατριβή επιλέχθηκαν να μελετηθούν λεπτομερώς δυο νέες αναλυτικές μέθοδοι, η υγρή υγρή μικροεκχύλιση διασποράς (DLLME) και η υγρή υγρή μικροεκχύλιση διασποράς βασιζόμενη στην στερεοποίηση της επιπλέουσας οργανικής φάσης (DLLME-SFO).Οι αναλυτικές μέθοδοι, DLLME και DLLME-SFO, εφαρμόστηκαν σε μίγματα αναλυτών της κατηγορίας των Προϊόντων Προσωπικής Περιποίησης, αντιηλιακών παραγόντων (φίλτρα UV), πολυκυκλικών αρωματικών ενώσεων (PCMs) και φθαλικών εστέρων (PAEs). Η επιλογή των αναλυτών: Celestolide (ADBI), Galaxolide (HHCB), Tonalide (AHTN), Phantolide (AHMI), Traseolide (ATII), Benzyl butyl phthalate (BBΡ), Di-n-octyl phthalate (DOP) Eusolex 4360, Eusolex 6300, Eusolex 9020, Octyl salicylate, Eusolex Ηomosalate και Eusolex 6007 (OD-PABA) έγινε με κύριο γνώμονα την ευρεία χρήση τους από την βιομηχανία των καλλυντικών (σαμπουάν, αφρόλουτρα, αρώματα) και τον άνθρωπο, την ύπαρξη τους στο περιβάλλον και τέλος τον χαρακτηρισμό τους ως αναδυόμενους ρύπους. Οι αναλύτες χωρίστηκαν σε τρία μίγματα: α) στα φίλτρα UV (μίγμα 1), β) στις πολυκυκλικές αρωματικές ενώσεις (PCMs) με τους φθαλικούς εστέρες (PAEs) (μίγμα 2) και γ) σε ένα συνολικό μίγμα (μίγμα 3). Τα μίγματα αναλυτών 1 και 2 χρησιμοποιήθηκαν για τον πειραματικό σχεδιασμό, την εργαστηριακή ανάπτυξη και εφαρμογή των DLLME και DLLME-SFO μεθόδων σε επιφανειακά ύδατα και στερεά υποστρώματα (εδάφη). Το μίγμα αναλυτών 3, χρησιμοποιήθηκε για την εφαρμογή της DLLME-SFO σε επιφανειακά ύδατα, στερεά υποστρώματα (εδάφη) και σε υγρά και στερεά απόβλητα των Μονάδων Επεξεργασίας Υγρών Αποβλήτων της πόλης των Ιωαννίνων. Η ταυτοποίηση και ο ποσοτικός προσδιορισμός των αναλυτών στα δείγματα έγινε χρησιμοποιώντας Αέριο Χρωματογράφο συζευγμένο με Φασματογράφο Μάζας (GC-MS) και Υγρή Χρωματογραφία Υψηλής Απόδοσης συζευγμένη με ανιχνευτή υπεριώδους ακτινοβολίας (HPLC/UV-DAD). Πολλοί είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν την απόκριση των μεθόδων, DLLME και DLLME-SFO, όπως για παράδειγμα ο όγκος του διαλύτη εκχύλισης, ο όγκος του διαλύτη διασποράς, η αλατότητα και ο χρόνος εκχύλισης. Γι αυτό το λόγο, οι παράγοντες βελτιστοποιήθηκαν χρησιμοποιώντας τον Πειραματικό Σχεδιασμό Βελτιστοποίησης. Αρχικά, εφαρμόσθηκε ο σχεδιασμός Plackett – Burman ώστε να επιλεγούν οι σημαντικοί παράγοντες και στη συνέχεια, βελτιστοποιήθηκαν εφαρμόζοντας τον κεντρικό σύνθετο σχεδιασμό (CCD). Στο τελικό στάδιο, χρησιμοποιήθηκε η συνάρτηση επιθυμίας (desirability function) για την ταυτόχρονη βελτιστοποίηση όλων τον επιδρώντων παραγόντων ώστε να επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή ανάκτηση.Μετά το στάδιο βελτιστοποίησης των DLLME και DLLME-SFO μεθόδων, πραγματοποιήθηκε η μεταξύ τους σύγκριση, χρησιμοποιώντας το F-test και το t-test. Η επεξεργασία των δεδομένων υπέδειξε ότι δεν υπάρχει στατιστικά, σημαντική διαφορά μεταξύ των δυο μεθόδων, για διάστημα εμπιστοσύνης 95%. Η DLLME-SFO μέθοδος όμως παρουσιάζει κάποια βασικά πλεονεκτήματα έναντι της DLLME:χρησιμοποιούνται διαλύτες εκχύλισης (π.χ. 1-DD-OH, 1-UD-OH) μικρής τοξικότητας σε σχέση με τους αλογονομένους διαλύτες CCl4, C2Cl4. ο διαλύτης εκχύλισης απομακρύνεται ευκολότερα από την υδατική φάση με το στάδιο της στερεοποίησης του, λαμβάνοντας υψηλότερες τιμές ανακτήσεων (R%) και χαμηλότερα όρια ανίχνευση (LODs). Για τους ανωτέρω λόγους, η DLLME-SFO μέθοδος επιλέχθηκε να εφαρμοστεί στο συνολικό μίγμα αναλυτών (φίλτρα UV, PCMs και PAEs) στοχεύοντας στην βελτιστοποίηση και στην μετέπειτα εφαρμογή της, στις Μονάδες Επεξεργασίας Υγρών Αποβλήτων (ΜΕΥΑ) της πόλης των Ιωαννίνων, αποσκοπώντας στην ανίχνευση και τον προσδιορισμό των συγκεντρώσεων των αναλυτών σε αστικά υγρά και στερεά απόβλητα.Συνοψίζοντας και έχοντας πάντα ως γνώμονα και μέσο αναφοράς την αναγκαιότητα ανάπτυξης νέων αναλυτικών μεθόδων υψηλής ευαισθησίας, ταχείας εφαρμογής και φυσικά φιλικών προς το περιβάλλον, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι οι δυο νέες αναλυτικές μέθοδοι, DLLME και DLLME-SFO, που εφαρμόστηκαν σε επιφανειακά ύδατα και εδάφη, δίνουν αξιόπιστα αποτελέσματα, σε μικρό χρόνο, χρησιμοποιώντας μικρούς όγκους διαλυτών, καθιστώντας δυνατή τη χρήση τους σε αναλύσεις ρουτίνας. Η μεταξύ τους σύγκριση, δίνει το πλεονέκτημα στην DLLME-SFO, καθώς είναι περιβαλλοντικά φιλικότερη, παρέχοντας υψηλότερες τιμές ανακτήσεων και χαμηλότερα όρια ανίχνευσης επιτρέποντας την εφαρμογή της σε αναλύσεις ρουτίνας.


2015 ◽  
Vol 123 (3) ◽  
pp. 223-230 ◽  
Author(s):  
Sander van den Driesche ◽  
Chris McKinnell ◽  
Ana Calarrão ◽  
Laura Kennedy ◽  
Gary R. Hutchison ◽  
...  

2010 ◽  
Vol 18 (3) ◽  
Author(s):  
Sylwia Jarmołowicz ◽  
Krystyna Demska-Zakęś ◽  
Radosław Kowalski ◽  
Beata Cejko ◽  
Jan Glogowski ◽  
...  

Sign in / Sign up

Export Citation Format

Share Document