Στη παρούσα Διδακτορική Διατριβή αναπτύσσονται βελτιωµένες µεθοδολογίες αξιολόγησης εργαλείων πολιτικής για την ενεργειακή εξοικονόµηση. Η διατριβή συµβάλλει στη βελτίωση των υπάρχοντών διαδικασιών σχεδιασµού και αξιολόγησης εργαλείων πολιτικής για την ενεργειακή απόδοση, επεκτείνοντας σηµαντικά τη σύγχρονη βιβλιογραφία. Η βελτίωση αυτή κρίνεται αναγκαία ενόψει των συνεχώς αυξανόµενων απαιτήσεων για εξοικονόµηση ενέργειας σε εθνικό και διεθνές επίπεδο καθώς και των αυστηρότερων προϋποθέσεων επιπροσθετικότητας των πολιτικών ενεργειακής απόδοσης. Συνεπώς οι υφιστάµενες διαδικασίες σχεδιασµού εργαλείων πολιτικής για την εξοικονόµηση ενέργειας είναι αναγκαίο ναβελτιωθούν ώστε να αξιολογούν τα εργαλεία πολιτικής σε διαφορετικά στάδια στον κύκλο εφαρµογής τους και να εξετάζουν πτυχές και κανόνες µέτρησης που είχαν παραµεληθεί στο παρελθόν. Η διατριβή συµβάλει στην κάλυψη του επιστηµονικού «κενού» που εντοπίστηκε για την καλύτερη ενσωµάτωση αυστηρότερων προϋποθέσεων επι-προσθετικότητας των εργαλείων πολιτικής (i.e. additionality) καθώς και των κοινωνικών πτυχών που χαρακτηρίζουν τις επενδύσεις για ενεργειακή εξοικονόµηση. Μέσω µιας εµπεριστατωµένης ανάλυσης όλων των παραµέτρων του προβλήµατος και της ανάπτυξης µιας βάσης τεκµηρίωσης, αναπτύχθηκαν πιο ρεαλιστικές και διαφανείς µεθοδολογίες αξιολόγησης. Αυτές βελτιώνουν τις υπάρχουσες πρακτικές αξιολόγησης και αποσκοπούν στην υποστήριξη της διαδικασίας λήψης αποφάσεων των εθνικών φορέων χάραξης πολιτικής για αποτελεσµατικότερα εργαλεία πολιτικής για την ενεργειακή απόδοση. Συγκεκριµένα, η διατριβή προτείνει την ανάπτυξη των κάτωθι µεθοδολογιών: (i) Ποιοτική αξιολόγηση του σταδίου εφαρµογής των εργαλείων πολιτικής: υποστηρίζει τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής στη διαδικασία εντοπισµού και κατάταξης εργαλείων πολιτικής για την εξοικονόµηση ενέργειας. Η αξιολόγηση και κατάταξη πραγµατοποιείται σύµφωνα µε ενδιάµεσες επιδόσεις για τη δυνατότητα εφαρµογής των εργαλείων. Η προτεινόµενη προσέγγιση παρέχει προτάσεις ανασχεδιασµού, σύµφωνα µε τα εµπόδια που εντοπίστηκαν κατά το στάδιο της εφαρµογής των εργαλείων. (ii) Εµπειρικό µοντέλο προσδιορισµού της επίδρασης των εργαλείων οικονοµικής επιδότησης: ποσοτικοποιεί την επιπρόσθετη επίδραση που µπορεί να αποδοθεί στο επιλεγµένο εργαλείο πολιτικής, αναφορικά µε την υιοθέτηση τεχνολογιών ενεργειακής εξοικονόµησης. Η επιλογή του εργαλείου µπορεί να προκύψει από την προηγούµενη αξιολόγηση. Η µοντελοποίηση που προτείνεται λαµβάνει υπόψη την ετερογένεια των οικιακών καταναλωτών καθώς και άλλους εξωγενείς παράγοντες που επηρεάζουν την υιοθέτηση τεχνολογιών εξοικονόµησης και κατ΄επέκταση την επίδραση του εργαλείου πολιτικής. (iii) Eκ των προτέρων αξιολόγηση των µελλοντικών δυνατοτήτων των οικονοµικών επιδοτήσεων για εξοικονόµηση ενέργειας: επικεντρώνεται στο σχεδιασµό ενός χαρτοφυλακίου τεχνολογιών ενεργειακής εξοικονόµησης για την υλοποίηση εναλλακτικών πολιτικών επιδότησης. Για τον σκοπό αυτό αναπτύσσεται ένα καινοτόµο οικονοµοτεχνικό πλαίσιο «από κάτω προς τα πάνω» (i.e. bottom-up) που στόχο έχει την µοντελοποίηση των εναλλακτικών πολιτικών. Μέσω του συγκεκριµένου πλαισίου εκτιµώνται οι µακροπρόθεσµες δυνατότητες εξοικονόµησης ενέργειας για τις επιµέρους τεχνολογίες, υπό διαφορετικά σενάρια επιδότησης, καθώς και από διαφορετικές οπτικές, σε σχέση µε τους στόχους που έχουν τεθεί καθώς και τον προϋπολογισµό που απαιτείται. Στο σύνολό τους, τα προαναφερθέντα ερευνητικά κεφάλαια αποτελούν ανεξάρτητα αλλά διαδοχικά βήµατα ενός ολοκληρωµένου µεθοδολογικού πλαισίου αξιολόγησης, το οποίο: αξιολογεί τα εργαλεία πολιτικής σε διαφορετικά στάδια του κύκλου ζωής τους (δηλαδή κατά τη διάρκεια, εκ των υστέρων και εκ των προτέρων) και ενσωµατώνει κοινωνικούς και συµπεριφορικούς φραγµούς κατά την εκτίµηση του µελλοντικού δυναµικού τους για εξοικονόµηση ενέργειας. Επιπλέον, η παρούσα διατριβή συµβάλλει στην ανάπτυξη και αξιοποίηση καινοτόµων µεθόδων και τεχνικών για την υποστήριξη του σχεδιασµού αποτελεσµατικότερων πολιτικών ενεργειακής εξοικονόµησης όπως: η πολύ-κριτιριακή ανάλυση, η ανάλυση ευαισθησίας (µέσω cluster analysis), η οικονοµετρική µοντελοποίηση βάσει έρευνας (i.e. survey-based), καθώς και η αξιολόγηση «από κάτω προς τα πάνω» για τον προσδιορισµό των µακροπρόθεσµων δυνατοτήτων ενεργειακής εξοικονόµησης. Η διαθεσιµότητα πραγµατικών και εθνικά αντιπροσωπευτικών δεδοµένων που συλλέχθηκαν στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών έργων “APRAISE-Assessment of Policy Interrelationships and Impacts on Sustainability in Europe” και “ENSPOL - Energy Saving Policies and Energy Efficiency Obligation Schemes”, διαµόρφωσαν το σχεδιασµό του µεθοδολογικού πλαισίου αξιολόγησης και αποτελούν σηµαντικό στοιχείο της προτεινόµενης προσέγγισης καθώς και των αποτελεσµάτων της. Τέλος η εφαρµογή του προτεινόµενου µεθοδολογικού πλαισίου στο µίγµα των εργαλείων εθνικής πολιτικής καθώς και των τεχνολογιών εξοικονόµησης στον Ελληνικό κτιριακό καιοικιακό τοµέα, επέτρεψε την αξιολόγηση της πληρότητας και της αξιοπιστίας τωναποτελεσµάτων. Αυτό επιτεύχθηκε µέσω της ανάπτυξης του µεθοδολογικού πλαισίου σε στενή συνεργασία µε τους εθνικούς φορείς χάραξης πολιτικής και τους βασικούς ενδιαφερόµενους στην αγορά.