Η ελευθερία του άλλου
Ο σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η κατανόηση των εννοιών της ελευθερίας και της παιδείας στη φιλοσοφία του Hegel μέσα από την ανάλυση των θέσεών του σε μια σειρά από κείμενα που πραγματεύονται τη σχέση των ατόμων με την πολιτική κοινότητα. Παρότι τα ύστερα εγελιανά έργα λειτουργούν ως θεωρητικός ορίζοντας για την έρευνα, η παρουσίαση πρώιμων ιδεών σε αδημοσίευτα γραπτά του Hegel προηγείται, προκειμένου να διερευνηθούν τυχόν συνάφειες ή διαφορές μεταξύ τους.Σημείο εκκίνησης αποτελούν ορισμένα χειρόγραφα του νεαρού Hegel, τα ο-ποία συντάχθηκαν κατά την περίοδο της Βέρνης και της Φραγκφούρτης. Εκεί, ο Hegel αποπειράται να προσδιορίσει τη σχέση της ατομικής ελευθερίας με την πολιτική κοινότητα σε νεωτερικό και προνεωτερικό πλαίσιο. Στο χειρόγραφο Η θετικότητα της χριστιανικής θρησκείας (Die Positivität der christlichen Religion, 1795/1796) ο Hegel διακρίνει την ελευθερία ως αυτονομία από την εξωτερική αυθεντία. Παράλληλα υπογραμμίζει τη σημασία του κράτους για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων και της εσωτερικότητας. Την ίδια περίοδο ο Hegel στρέφει την προσοχή του στην αρχαία δημοκρατία, την οποία προσεγγίζει ως κατεξοχήν παράδειγμα εναρμόνισης του ατό-μου με την κοινότητά του. Στο χειρόγραφο Το πνεύμα του εβραϊσμού (Der Geist des Judentums, 1798) η αυτενέργεια αναδεικνύεται ως συστατικό στοιχείο της πολιτικής αυτονομίας. Μεταξύ των ετών 1799 και 1802 ο Hegel συγγράφει μία σειρά κειμένων για την κατάσταση της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπου εκθέτει την υπεροχή του όλου εν σχέσει προς τα μέρη ως ουσιαστικό χαρακτηριστικό της κρατικής συγκρότησης. Η θέση αυτή επανέρχεται στο χειρόγραφο Φιλοσοφία του πνεύματος (Philosophie des Geistes, 1805/06), στο οποίο εντοπίζονται οι απαρχές της ύστερης εγελιανής πολιτικής φιλοσοφίας. Κατά την ανάλυση του χειρογράφου προκύπτει η επικριτική στάση του Hegel στις προκείμενες και τα αποτελέσματα των θεωριών του κοινωνικού συμβολαίου, όπως και η σημασία που αποδίδει στην παιδεία (Bildung) και την αλλοτρίωση (Entäußerung) για την ενότητα της μερικής με τη γενική βούληση. Η ιστορικώς ανακύπτουσα νεωτερική αρχή της ατομικότητας (Individualität) και ο προσδιορισμός του κράτους ως τεχνάσματος (List) οδηγούν την έρευνα στην εξέταση του εγελιανού στοχασμού περί ελευθερίας στο ύστερο έργο Βασικές γραμμές της φιλοσοφίας του δικαίου (Grundlinien der Philosophie des Rechts, 1820).Σε αυτό το σημείο η έρευνα εστιάζει κυρίως στο τρίτο μέρος του κειμένου με τον τίτλο ήθος (Sittlichkeit), εκθέτοντας τον τρόπο με τον οποίο το ορθολογικό κράτος θεμελιώνεται στην καλλιέργεια των ατόμων και στην άρση του ατομισμού. Η αναβίβαση της ιδιαιτερότητας στην πολιτική οπτική προκύπτει ως αποτέλεσμα της παιδευτικής λειτουργίας της αστικής κοινωνίας εν συνόλω και του θεσμού των σωματείων ειδικότερα. Για τον Hegel η εξασφάλιση θέσης και ικανοποίησης υποκειμενικών σκοπών σε μη πολιτικά πεδία δράσης συμβάλλει στη διαμόρφωση του πολιτικού φρονήματος, όπου το ατομικό πράττειν προσδιορίζεται από καθήκοντα και δικαιώματα. Μετά την έκθεση της λειτουργίας των επιμέρους κρατικών εξουσιών η έρευνα μεταβαίνει καταληκτικά στην εγελιανή οπτική περί παγκόσμιας ιστορίας, την οποία προσεγγίζει ως ορθολογική ανασυγκρότηση των ιστορικών φαινομένων βάσει της έννοιας της ελευθερίας.