Antigone’s Tragic ‘Sisters’ in Sylvia Plath’s The Bell Jar and H.D.’S Her

2021 ◽  
Author(s):  
Μιχαήλ Φουντουλάκης
Keyword(s):  

Η παρούσα Διδακτορική Διατριβή εξετάζει το μυθιστόρημα της Sylvia Plath, The Bell Jar και εκείνο της Hilda Doolittle, Her, αντιπαραβάλλοντάς τα με την τραγωδία του Σοφοκλέους, Αντιγόνη. Όπως η ομώνυμη ηρωίδα του έργου, η οποία καταδικάζεται να πεθάνει θαπτόμενη, ενώ είναι ουσιαστικά εν ζωή, εκτός των τειχών της αρχαίας πόλης της Θήβας, λόγω της παράβασης της επισύρουσας ποινή θανάτου διαταγής του Κρέοντα, σύμφωνα με την οποία το νεκρό σώμα του Πολυνείκη πρέπει να μείνει άταφο, ως τιμωρία για την προδοσία του εναντίον της πατρίδας του, ομοίως και οι ηρωίδες, Esther και Hermione, «τιμωρούνται» εξ αιτίας της απόφασής τους να αψηφήσουν τον πατριαρχικό ηγεμονισμό στις αλληγορικές τους πόλεις.Η «τιμωρία» τους, αφ’ ενός, λαμβάνει την μορφή εγκληματικοποίησης της πράξης της, στην περίπτωση της Αντιγόνης, και, αφ’ ετέρου, την μορφή της ιατρικοποίησης των πράξεων τους, στις περιπτώσεις της Esther και της Hermione. Όσον αφορά στην αντίσταση που προβάλλει η Esther Greenwood, αυτή ερμηνεύεται ως σωματικό σύμπτωμα, ως «τρέλα», ακριβώς επειδή η Esther, ως υποκείμενο, έχει εσωτερικεύει τους ηγεμονικούς μηχανισμούς του πατριαρχικού συστήματος, ενώ ταυτοχρόνως μάχεται εναντίον τους. Επίσης, η στάση της Hermione εναντίον του κοινωνικού φύλου, ως κοινωνικής κατασκευής της ανδροκρατούμενης πατριαρχικής κοινωνίας η οποία υποσημασιοδοτεί τον ρόλο της γυναίκας, δομώντας αυτόν ως υποδεέστερο εντός αυτής της κοινωνίας, ερμηνεύεται ως σωματικό σύμπτωμα, «παράνοια», όπως το ονομάζει η ίδια η ηρωίδα στο μυθιστόρημα, ακριβώς επειδή και η Hermione, ως υποκείμενο, έχει εσωτερικεύσει τους ίδιους ηγεμονικούς μηχανισμούς του πατριαρχικού συστήματος, τους οποίους έχει εσωτερικεύσει και η Esther, ενώ ταυτοχρόνως, και αυτή, αντιτάσσεται εναντίον τους σθεναρά έως το τέλος του μυθιστορήματος.Οι απόπειρές τους να εκφράσουν τη διαφωνία τους και να την εγχαράξουν στο «αφήγημα» αντίστασής τους στην ιδεολογία φύλου μέσω της συγγραφής, όπως επίσης και της σεξουαλικότητάς τους, μας παρέχει τα «εργαλεία» ώστε να ερευνήσουμε την αντιστασιακή δράση των γυναικείων αυτών υποκειμενικοτήτων στα δύο μυθιστορήματα σε συνάρτηση με τον τρόπο με τον οποίο η πραξιακή διάσταση της αντιφρονούσας σκέψης τους, δηλαδή το «πράττειν» ως αντιφρονούσες, εν τέλει εξουδετερώνεται και ενσωματώνεται στο «αφήγημα» του πατριαρχικού ηγεμονισμού, λόγω των μηχανισμών του πατριαρχικού συστήματος που ωθούν το υποκείμενο αναντίρρητα να εσωτερικεύει, κάτι το οποίο, πέρα από το πώς αποτυπώνεται στα δύο αυτά λογοτεχνικά έργα, αντανακλά και την πραγματικότητα.Οι δύο συγγραφείς ουσιαστικά εναγκαλίζονται τη διαφορετικότητα παλεύοντας να αποδομήσουν το διαλεκτικό συμπαγές στη δυαδικότητα του κοινωνικά υποδεέστερου «παρία»/ έμφυλης κατηγοριοποίησης του θηλυκού, διαμέσου της προσπάθειάς τους να μιλήσουν ως παρίες με αυτεπίγνωση και να δραπετεύσουν από την προκαθορισμένη έμφυλη ταυτότητά τους. Όμως, όπως μας διδάσκει η Αντιγόνη, κάθε απόπειρα να υπονομευθεί το ηγεμονικό «αφήγημα» φαίνεται αναποτελεσματική, αφού οποιαδήποτε πράξη αντίστασης υποβάλλει τους αντιστασιακούς σε «ετεροποίηση», με την αντίσταση της Esther και της Hermione να ιατρικοποιούνται ούτως ώστε να ενσωματωθούν στο ηγεμονικό «αφήγημα» της αλληγορικής τους πόλης και να καταστούν ακίνδυνες. Προς αυτήν την κατεύθυνση, η αλληγορική τους πόλη καθίσταται ο εννοιολογικός χώρος που παρέχεται στις δύο ηρωίδες, οι οποίες, όπως και πολλές άλλες καθημερινές ηρωίδες, στο παρόν και στο παρελθόν, δεν δύνανται να τον εργαλειοποιήσουν για να μεταβάλουν τον πατριαρχικό ηγεμονικό πολιτισμό παρά μόνο με την υιοθέτηση μιας πιο μαζικοποιημένης σθεναρής αντίστασης

2003 ◽  
Author(s):  
Linda Wagner-Martin
Keyword(s):  

2015 ◽  
Vol 11 (1) ◽  
pp. 41-54 ◽  
Author(s):  
Zsófia Demjén

This paper demonstrates how a range of linguistic methods can be harnessed in pursuit of a deeper understanding of the ‘lived experience’ of psychological disorders. It argues that such methods should be applied more in medical contexts, especially in medical humanities. Key extracts from The Unabridged Journals of Sylvia Plath are examined, as a case study of the experience of depression. Combinations of qualitative and quantitative linguistic methods, and inter- and intra-textual comparisons are used to consider distinctive patterns in the use of metaphor, personal pronouns and (the semantics of) verbs, as well as other relevant aspects of language. Qualitative techniques provide in-depth insights, while quantitative corpus methods make the analyses more robust and ensure the breadth necessary to gain insights into the individual experience. Depression emerges as a highly complex and sometimes potentially contradictory experience for Plath, involving both a sense of apathy and inner turmoil. It involves a sense of a split self, trapped in a state that one cannot overcome, and intense self-focus, a turning in on oneself and a view of the world that is both more negative and more polarized than the norm. It is argued that a linguistic approach is useful beyond this specific case.


2004 ◽  
Vol 27 (4) ◽  
pp. 59-72 ◽  
Author(s):  
Robin Peel
Keyword(s):  

Anglophonia ◽  
2002 ◽  
Vol 11 (1) ◽  
pp. 83-88
Author(s):  
Barbara Dobretsberger
Keyword(s):  

Author(s):  
Sheila Murnaghan ◽  
Deborah H. Roberts

This chapter considers some of the ways in which the association between childhood and antiquity has been conceptualized and elaborated in works for adults, particularly in the early decades of the twentieth century. Memories of formative encounters by the archaeologist Heinrich Schliemann and the poet and novelist H.D. (Hilda Doolittle) set the stage for a discussion of Freudian psychoanalysis, the scholarly theories of Jane Harrison, and the works of James Joyce, H.D., Mary Butts, Naomi Mitchison, and Virginia Woolf. The practice of archaeology and the knowledge of Greek emerge as key elements in distinctly gendered visions of the relationship between modern lives and the classical past.


1986 ◽  
Vol 55 (1) ◽  
pp. 99-129 ◽  
Author(s):  
Martin A. Silverman ◽  
Norman P. Will
Keyword(s):  

Janus Head ◽  
2007 ◽  
Vol 10 (1) ◽  
pp. 137-155
Author(s):  
Ellen M. Miller ◽  

Sylvia Plath wrote in the midst of growing racial tensions in 1950s and 1960s America. Her work demonstrates ambivalence towards her role as a middle-class white woman. In this paper, I examine the racial implications in Plath's color terms. I disagree with Renee Curry's reading in White Women Writing White that Plath only considers her whiteness insofar as it affects herself. Through a phenomenological study of how whiteness shifts meaning in this poem, I hope to show that Curry's negative estimation is only partly right. I suggest that embodiment is a problem for Plath in general, and this contributes to her inability to fully examine other bodies.


Sign in / Sign up

Export Citation Format

Share Document