scholarly journals Μελέτη του υδατοδιαλυτού κλάσματος των βαρέων μετάλλων και της συσχέτισής του με τη γονιδιοτοξικότητα των αναπνεύσιμων αιωρούμενων σωματιδίων του αέρα εσωτερικών χώρων

2021 ◽  
Author(s):  
Ευθαλία Κογιάννη

Δείγματα αιωρούμενων σωματιδίων ΡΜ2.5 (σωματίδια με αεροδυναμική διάμετρο ≤2.5 μm) που συλλέχθηκαν από τον εσωτερικό αέρα 20 επαγγελματικών χώρων στην περιοχή της Αλεξανδρούπολης, υποβλήθηκαν σε υδατική εκχύλιση από την οποία προέκυψαν τρία διαδοχικά υδατοδιαλυτά κλάσματα: το αρχικό υδατοδιαλυτό κλάσμα διηθημένο από μεμβράνη πόρων <0,45μm (WSA), το υδατοδιαλυτό κλάσμα διηθημένο από μεμβράνη πόρων <0,22 μm (WSΒ) και το υδατοδιαλυτό κλάσμα μετά από συμπλοκοποίηση με ρητίνη Chelex (WSC). Στα τρία υδατοδιαλυτά κλάσματα προσδιορίστηκαν τα βαρέα μέταλλα Cu, Pb, Mn, Ni, Co, Zn, Cr και Cd με φασματοφωτομετρία ατομικής απορρόφησης και τεχνική φούρνου γραφίτη. Παράλληλα, έγινε προσδιορισμός της γονοτοξικότητας των υδατικών εκχυλισμάτων, εφαρμόζοντας τη μέθοδο των χρωματιδιακών ανταλλαγών (Sister Chromatid Exchanges, SCEs), η οποία εφαρμόστηκε σε ανθρώπινα λεμφοκύτταρα υγιών εθελοντών δοτών. Οι τρεις δείκτες που υπολογίστηκαν για κάθε εκχύλισμα είναι ο δείκτης SCEs/μετάφαση, ο Δείκτης Ρυθμού Πολλαπλασιασμού (ΔΡΠ) και ο Μιτωτικός Δείκτης (ΜΔ). Οι συγκεντρώσεις των αιωρούμενων σωματιδίων PM2.5 και οι συγκεντρώσεις των υδατοδιαλυτών βαρέων μετάλλων παρουσίασαν σημαντική διακύμανση μεταξύ των 20 εργασιακών χώρων, ακόμα και μεταξύ χώρων του ίδιου τύπου. Οι συγκεντρώσεις των PM2.5 κυμάνθηκαν από 11,5 μg m-3 μέχρι 276 μg m-3, ενώ οι συγκεντρώσεις των βαρέων μετάλλων στο αρχικό υδατοδιαλυτό κλάσμα κυμάνθηκαν από 0,67± 2,52 ng m-3 για το Co μέχρι 27,8±19,1 ng m-3 για το Ni.Η επεξεργασία με τη ρητίνη Chelex οδήγησε στη συμπλοκοποίηση και κατακράτηση σημαντικού μέρους του μεταλλικού περιεχομένου του αρχικού υδατοδιαλυτού κλάσματος. Τα μεγαλύτερα ποσοστά (53-67% των αντίστοιχων συγκεντρώσεων των μετάλλων στο αρχικό υδατοδιαλυτό κλάσμα) παρατηρήθηκαν για τα μέταλλα Cd, Mn, Cu και Ni, ενώ για τα μέταλλα Pb, Cr, Co και Zn τα ποσοστά αυτά βρέθηκαν χαμηλότερα (34-42% των αντίστοιχων συγκεντρώσεων των μετάλλων στο αρχικό υδατοδιαλυτό κλάσμα). Με βάση τις συγκεντρώσεις των υδατοδιαλυτών βαρέων μετάλλων στο αρχικό υδατοδιαλυτό κλάσμα WSA και στο συμπλοκοποιημένο κλάσμα WSB-WSC, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ότι εκφράζει το βιοπροσβάσιμο κλάσμα των βαρέων μετάλλων, έγινε εκτίμηση του κινδύνου για την υγεία λόγω εισπνοής ΡΜ2.5 με τον υπολογισμό δύο δεικτών κινδύνου: του κινδύνου μη-καρκινογένεσης και του κινδύνου καρκινογένεσης. Ο συνολικός δείκτης κινδύνου μη-καρκινογένεσης (ΣΤHQ), υπολογιζόμενος για τα μέταλλα Mn, Cd, Ni και Cr (VI), βρέθηκε να υπερβαίνει το αποδεκτό όριο του 1,0 σε όλους τους εργασιακούς χώρους για το αρχικό υδατοδιαλυτό κλάσμα και στους περισσότερους χώρους για το βιοπροσβάσιμο κλάσμα. Ο συνολικός δείκτης κινδύνου καρκινογένεσης (ΣΤR), υπολογιζόμενος για τα μέταλλα Ni, Cd, Pb και Cr (VI), βρέθηκε μικρότερος του επιπέδου αναφοράς 1x10-6 και για τα δύο κλάσματα σε όλους τους χώρους. Σε ό,τι αφορά στην γονοτοξικότητα των υδατικών εκχυλισμάτων των σωματιδίων ΡΜ2.5, τα αποτελέσματα έδειξαν στατιστικά σημαντική γονοτοξικότητα σε όλα τα υδατοδιαλυτά κλάσματα σε σχέση με το control, που ακολουθεί τη σειρά: WSA>WSΒ>WSC. Η γονοτοξικότητα των υδατοδιαλυτών PM2.5 υπολογίσθηκε (α) ως γονοτοξικότητα κανονικοποιημένη ως προς τη μάζα των σωματιδίων (SCEs/mg PM2.5) και (β) γονοτοξικότητα κανονικοποιημένη ως προς τον όγκο του αέρα (SCEs/m3 air). Και στις δύο περιπτώσεις, η γονοτοξικότητα βρέθηκε να εξαρτάται σημαντικά από τις συγκεντρώσεις των μετάλλων Zn και Pb.

1985 ◽  
Vol 40 (9) ◽  
pp. 589-590
Author(s):  
V. CIARAVINO ◽  
A. BRULFERT ◽  
M. W. MILLER ◽  
D. JACOBSON-KRAM ◽  
W. F. MORGAN

Genetics ◽  
1982 ◽  
Vol 100 (2) ◽  
pp. 259-278
Author(s):  
Hideo Tsuji

ABSTRACT Sister chromatid exchanges (SCEs) under in vivo and in vitro conditions were examined in ganglion cells of third-instar larvae of Drosophila melanogaster (Oregon-R). In the in vivo experiment, third-instar larvae were fed on synthetic media containing 5-bromo-2′-deoxyuridine (BrdUrd). After two cell cycles, ganglia were dissected and treated with colchicine. In the in vitro experiment, the ganglia were also incubated in media containing BrdUrd for two cell cycles, and treated with colchicine. SCEs were scored in metaphase stained with Hoechst 33258 plus Giemsa. The frequencies of SCEs stayed constant in the range of 25-150 vg/ml and 0.25-2.5 vg/ml of BrdUrd in vivo and in vitro, respectively. SCEs gradually increased at higher concentrations, strongly suggesting that at least a fraction of the detected SCEs are spontaneous. The constant levels of SCE frequency were estimated, on the average, at 0.103 per cell per two cell cycles for females and 0.101 for males in vivo and at 0.096 for females and 0.091 for males in vitro. No difference was found in the SCE frequency between sexes at any of the BrdUrd concentrations. The analysis for the distribution of SCEs within chromosomes revealed an extraordinarily high proportion of the SCEs at the junctions between euchromatin and heterochromatin; the remaining SCEs were preferentially localized in the euchromatic regions of the chromosomes and in the heterochromatic Y chromosome. These results were largely inconsistent with those of Gatti et al. (1979).


Hereditas ◽  
2008 ◽  
Vol 98 (1) ◽  
pp. 77-81 ◽  
Author(s):  
K. HEDNER ◽  
B. HÖGSTEDT ◽  
A.-M. KOLNIG ◽  
E. MARK-VENDEL ◽  
B. STRÖMBECK ◽  
...  

1984 ◽  
Vol 26 (2) ◽  
pp. 152-157
Author(s):  
S. M. Singh ◽  
D. L. Reimer

Frequency of sister chromatid exchanges (SCE) were recorded separately for different chromosomes from bone marrow cells of female mice of the two genetic strains (C3H/S and C57BL/6J). SCEs were evaluated following different doses of 5-bromo-2′deoxyuridine (BrdU) as nine hourly i.p. injections. The SCE per cell increased with increasing BrdU doses which was slightly higher in C3H/S than in the C57BL/6J. SCEs per cell were variable at every treatment – strain combination, possibly reflecting the heterogeneous nature of the bone marrow cells. In general, there is a positive correlation between SCE per chromosome and the relative chromosome length. Total SCEs on one of the large chromosomes (most likely the X chromosome), however, are significantly higher than expected on the basis of relative length alone. Most of this increase is attributable to one of the homologues of this chromosome, which is not in synchrony with the rest of the chromosomes and may represent the late-replicating X. These results when viewed in the light of replication properties of the heterochromatinized X, suggest a direct involvement of DNA replication in SCE formation and may argue against the replication point as the sole site for the SCEs.Key words: sister chromatid exchange, BrdU, recombination, replication, X chromosome.


Sign in / Sign up

Export Citation Format

Share Document