scholarly journals Περιορισμός εμπειρικής και στοχευμένης χορήγησης καρβαπενεμών με αντικατάστασή τους από άλλα δραστικά αντιμικροβιακά σε Γ΄ βάθμιο νοσοκομείο και διερεύνηση μείωσης της αντοχής στις καρβαπενέμες

2019 ◽  
Author(s):  
Αρμπάννα-Άννα Κούση-Μακίνα

Σκοπός της Μελέτης: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η εφαρμογή ενός προγράμματος εποπτείας των αντιμικροβιακών με κύρια συνιστώσα τον περιορισμό χρήσης των καρβαπενεμών, σε ένα νοσοκομείο με ενδημικότητα παθογόνων με αντοχή στις καρβαπενέμες. Οι στόχοι ήταν πρωταρχικά να ερευνηθεί η εφαρμοσιμότητα και αποδοχή ενός τέτοιου προγράμματος, αλλά και η ασφάλεια των ασθενών, μέσω στενής παρακολούθησης της έκβασης των λοιμώξεων από πολυανθεκτικά Gram- αρνητικά (θεραπευτική επιτυχία-αποτυχία-θάνατος). Ακολούθως, ο απώτερος στόχος ήταν να διερευνηθεί κατά πόσον μια τεκμηριωμένη μείωση των καρβαπενεμών θα μπορούσε να συντελέσει στη μείωση της αντοχής στις καρβαπενέμες στα κύρια παθογόνα του νοσοκομείου που εμφανίζουν αντοχή σε αυτές. Υλικό και μέθοδος: Εκπονήθηκε μια επιδημιολογική μελέτη καταγραφής προ-και μετά παρέμβαση κατά την οποία συγκρίθηκε η 12-μηνη περίοδος προ της εφαρμογής του πρωτοκόλλου (Οκτώβριος 2012 -Σεπτέμβριος 2013) με την 27μηνη περίοδο παρέμβασης (Οκτώβριος 2013- Δεκέμβριος 2015). Κατά την περίοδο παρέμβασης, μια Ομάδα Διαχείρισης Αντιμικροβιακών παρείχε αυτόκλητη συμβουλευτική πρόσωπο-με- πρόσωπο για κάθε συνταγογράφηση μεροπενέμης ή ιμιπενέμης. Η συμβουλευτική περιλάμβανε επίσκεψη παρά την κλίνη του ασθενούς, ανασκόπηση του φακέλου και συζήτηση με τους θεράποντες ιατρούς, κατά την οποία προτεινόταν εναλλακτικό των καρβαπενεμών σχήμα, τόσο στην εμπειρική όσο και στη στοχευμένη θεραπεία. Οι προτεινόμενες επιλογές βασίζονταν στην εκτίμηση κινδύνου, με βάση το επιδημιολογικό ιστορικό του ασθενούς είτε σε τρέχοντα ή προηγούμενα μικροβιολογικά δεδομένα από κλινικά δείγματα ή αποικισμούς. Οι ασθενείς που άλλαζαν σε εναλλακτικό της καρβαπενέμης σχήμα αποτέλεσαν την ομάδα Α, ενώ όσοι διατηρήθηκαν σε καρβαπενέμη με απόφαση του θεράποντος αποτέλεσαν την ομάδα Β. Καταγράφηκαν για όλους τους ασθενείς η θνητότητα στις 28 ημέρες, η διάρκεια νοσηλείας, η διάρκεια χορήγησης αντιμικροβιακών, τα δημογραφικά, κλινικές και παρακλινικές παράμετροι και δείκτες βαρύτητας. Έγινε καταγραφή ανά τρίμηνο της κατανάλωσης αντιβιοτικών σε όλο το νοσοκομείο και στις συμμετέχουσες κλινικές στο πρόγραμμα. Καταγράφηκαν ως πρότυπες ημερήσιες μονάδες ανά 100 ασθενο-ημέρες [Defined Daily Doses (DDDs)/100 patient-days] οι καρβαπενέμες μεροπενέμη και ιμιπενέμη, η πιπερακιλλίνη-ταζομπακτάμη, η τιγεκυκλίνη, η κολιστίνη, οι 3ης γενεάς κεφαλοσπορίνες κεφτριαξόνη και κεφταζιντίμη, οι αμινογλυκοσίδες και η σιπροφλοξασίνη. Επιπλέον, τα ποσοστά αντιμικροβιακής αντοχής τριών κύριων Gram- αρνητικών νοσοκομειακών παθογόνων (Klebsiella pneumoniae, Acinetobacter baumannii και Pseudomonas aeruginosa) καταγράφηκαν με μεσοδιαστήματα έξι μηνών κατά την προ- και μετά- την παρέμβαση περίοδο. Η αντοχή εκφράστηκε ως ποσοστό των στελεχών από οποιοδήποτε δείγμα με αντοχή σε συγκεκριμένους εκπροσώπους αντιμικροβιακών κλάσεων. Αποτελέσματα: Η ομάδα Α συγκέντρωσε 168 ασθενείς και η ομάδα Β 136 (σύνολο 304 ασθενείς), με παρόμοια βαρύτητα (διάμεση τιμή δείκτη APACHE II, 19) και μέσο ποσοστό σηπτικής καταπληξίας 68%. Η συμμόρφωση των θεραπόντων ιατρών με τη συμβουλευτική της επιτροπής ήταν 71, 8%. Η πλειονότητα των ασθενών της ομάδας Α έλαβαν σχήματα με κορμό την πιπερακιλλίνη-ταζομπακτάμη ως αντικατάσταση των καρβαπενεμών, ακολουθούμενα από σχήματα με βάση την κολιστίνη. Η αδρή θνητότητα στις 28 ημέρες για όλη την κοορτή ήταν 30%, χωρίς σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων της (26,2% έναντι 35,3% για την ομάδα Α και Β αντίστοιχα). Η ηλικία άνω των 65 ετών και APACHE II score άνω του 12 ήταν παράγοντες που συνοδεύονταν από σημαντικά υψηλότερη θνητότητα. Η ασφάλεια της παρέμβασης καταδείχθηκε και στην ομάδα των βακτηριαιμικών λοιμώξεων από ESBL-παραγωγά Enterobacteriaceae ή ανθεκτικά στις καρβαπενέμες παθογόνα, όπου καταγράφηκε παρόμοια θνητότητα μεταξύ των δύο ομάδων της μελέτης. Η ομάδα Α είχε μακρότερη χορήγηση αντιμικροβιακών αλλά βραχύτερη διάρκεια νοσηλείας σε σύγκριση με την ομάδα Β, (μέση διάρκεια χορήγησης 13,3 έναντι 10,8 ημερών αντίστοιχα, P<0,001 και μέση διάρκεια νοσηλείας 18 έναντι 26,5 ημερών αντίστοιχα, P<0,001). Η κατανάλωση καρβαπενεμών στο νοσοκομείο σημείωσε στατιστικά σημαντική μείωση από 32,0 [διάστημα εμπιστοσύνης 30,1 – 56,9] DDDs/100patient-days κατά την προ-παρέμβασης περίοδο σε 26,6 [διάστημα εμπιστοσύνης 4,3 – 35,8] DDDs/100patient-days στην μετά την παρέμβαση περίοδο (Ρ=0,009). Από την άλλη πλευρά, καταγράφηκε σημαντική αύξηση των υπόλοιπων αντιβιοτικών, από 485,4 [ΔΕ 352,1 – 596,5] σε 660, 0 [ΔΕ 641,4 – 822,9] DDDs/100patient-days κατά τις αντίστοιχες περιόδους (p=0,009). Τα δεδομένα αυτά δεν άλλαξαν μετά τον συνυπολογισμό και των καταναλώσεων στις ΜΕΘ του Νοσοκομείου. Τα ποσοστά αντοχής στα αντιβιοτικά (και στις καρβαπενέμες) των επιτηρούμενων παθογόνων δεν μεταβλήθηκαν κατά το διάστημα της μελέτης. Αξιοσημείωτο όμως ήταν το γεγονός ότι δεν αυξήθηκαν και τα ποσοστά αντοχής έναντι των αντιβιοτικών που αναπλήρωσαν τη μείωση των καρβαπενεμών, ήτοι της πιπερακιλλίνης-ταζομπακτάμης και της κολιστίνης. Συμπεράσματα: Το πρόγραμμα περιορισμού των καρβαπενεμών που εφαρμόσθηκε στο Νοσοκομείο Θριάσιο ήταν ασφαλές για τους ασθενείς που έπασχαν από λοίμωξη από Gram-αρνητικά παθογόνα με πολυαντοχή, καταδεικνύοντας ότι η μείωση της κατανάλωσης καρβαπενεμών είναι δυνατή και ασφαλής. Το πρόγραμμα έτυχε ευρείας αποδοχής από τους συνταγογραφούντες ιατρούς, κυρίως λόγω της αφοσιωμένης και παρά την κλίνη του ασθενούς παρεχόμενης συμβουλευτικής από την αρμόδια ομάδα. Η χρήση καρβαπενεμών σημείωσε σημαντική μείωση αλλά όχι η αντοχή των τριών κύριων παθογόνων (K. pneumoniae, A. baumannii, P. aeruginosa) στις καρβαπενέμες. Κύρια Σημεία•Ένα πρόγραμμα περιορισμού της κατανάλωσης των καρβαπενεμών που εφαρμόστηκε σε Ελληνικό Τριτοβάθμιο Νοσοκομείο με ενδημικότητα Gram(-) με αντοχή στις καρβαπενέμες αποδείχθηκε ασφαλές για τους ασθενείς που έπασχαν από λοίμωξη από πολυανθεκτικά Gram(-) παθογόνα. Η παρατήρηση αυτή υποδηλώνει ότι η μείωση της κατανάλωσης καρβαπενεμών είναι ασφαλής και εφικτή •Η Ομάδα Διαχείρισης των Αντιμικροβιακών παρείχε αυτόκλητη συμβουλευτική παρά την κλίνη του ασθενούς, επιτυγχάνοντας 71,8% συμμόρφωση των θεραπόντων Ιατρών με τις συμβουλές της, ποσοστό από τα υψηλότερα που έχουν καταγραφεί σε αντίστοιχες μελέτες στη βιβλιογραφία •Η πλειονότητα των εναλλακτικών στις καρβαπενέμες σχημάτων βασίστηκε στην πιπερακιλλίνη/ταζομπακτάμη ή στην κολιστίνη •Η ομάδα που έλαβε εναλλακτικό των καρβαπενεμών αντιμικροβιακό σχήμα και αυτή που παρέμεινε σε καρβαπενέμη δεν σημείωσαν διαφορά στη θνητότητα, ούτε όταν επρόκειτο για βακτηριαιμία από ESBL ή Carbapenem-resistant παθογόνο •Η επιβίωση ήταν πολύ χαμηλότερη σε άτομα με ηλικία >65 ετών και APACHE II >12 •Η παρέμβαση μείωσε σημαντικά την κατανάλωση των καρβαπενεμών αλλά όχι και την αντοχή σε αυτές των κύριων παθογόνων, υποδηλώνοντας ότι πιθανώς χρειάζονται και άλλες ή πολλαπλές παρεμβάσεις

2020 ◽  
Vol 8 (12) ◽  
pp. 2035
Author(s):  
Chien Chuang ◽  
Chin-Fang Su ◽  
Jung-Chung Lin ◽  
Po-Liang Lu ◽  
Ching-Tai Huang ◽  
...  

Few clinical studies have previously discussed patients with carbapenem-resistant Klebsiella pneumoniae (CRKP) bacteriuria. This study aimed to assess the effect of antimicrobial therapy on the mortality of patients with CRKP bacteriuria. Hospitalized adults with CRKP bacteriuria were enrolled retrospectively from 16 hospitals in Taiwan during 2013 and 2014. Critically ill patients were defined as those with an Acute Physiology and Chronic Health Evaluation (APACHE) II score ≥ 20. Multivariate Cox regression analysis was used to determine independent risk factors for 14- and 28-day mortality. Of 107 patients with CRKP bacteriuria, the 14-day and 28-day mortality was 14.0% and 25.2%, respectively. Thirty-three patients received appropriate antimicrobial therapy. In the multivariate Cox regression analysis, the APACHE II score ≥ 20 was the only independent risk factor for 14-day mortality (hazard ratio [HR]: 6.15, p = 0.024). APACHE II score ≥ 20 (HR: 3.05, p = 0.018) and male sex (HR: 2.57, p = 0.037) were associated with 28-day mortality. Among critically ill patients with CRKP bacteriuria, appropriate antimicrobial therapy was not associated with 14-day or 28-day survival. In conclusion, in patients with CRKP bacteriuria, the use of appropriate antimicrobial therapy was not an independent factor associated with reduced mortality. Our findings may inform future antibiotic stewardship interventions for bacteriuria caused by multidrug resistant pathogens.


Antibiotics ◽  
2020 ◽  
Vol 9 (8) ◽  
pp. 514
Author(s):  
Xuemei Zhen ◽  
Cecilia Stålsby Lundborg ◽  
Xueshan Sun ◽  
Shuyan Gu ◽  
Hengjin Dong

Background: Carbapenem resistant Klebsiella pneumoniae (CRKP), Pseudomonas aeruginosa (CRPA), and Acinetobacter baumannii (CRAB) pose significant threats to public health. However, the clinical and economic impacts of CRKP, CRPA, and CRAB remain largely uninvestigated in China. This study aimed to examine the clinical and economic burden of CRKP, CRPA, and CRAB compared with carbapenem susceptible cases in China. Method: We conducted a retrospective and multicenter study among inpatients hospitalized at four tertiary hospitals between 2013 and 2015 who had K. pneumoniae, P. aeruginosa, and A. baumannii positive clinical samples. Propensity score matching (PSM) was used to balance the impact of potential confounding variables, including age, sex, insurance, number of diagnosis, comorbidities (disease diagnosis, and Charlson comorbidity index), admission to intensive care unit, and surgeries. The main indicators included economic costs, length of stay (LOS), and mortality rate. Results: We included 12,022 inpatients infected or colonized with K. pneumoniae, P. aeruginosa, and A. baumannii between 2013 and 2015, including 831 with CRKP and 4328 with carbapenem susceptible K. pneumoniae (CSKP), 1244 with CRPA and 2674 with carbapenem susceptible P. aeruginosa (CSPA), 1665 with CRAB and 1280 with carbapenem susceptible A. baumannii (CSAB). After PSM, 822 pairs, 1155 pairs, and 682 pairs, respectively were generated. Compared with carbapenem-susceptible cases, those with CRKP, CRPA, and CRAB were associated with statistically significantly increased total hospital cost ($14,252, p < 0.0001; $4605, p < 0.0001; $7277, p < 0.0001) and excess LOS (13.2 days, p < 0.0001; 5.4 days, p = 0.0003; 15.8 days, p = 0.0004). In addition, there were statistically significantly differences in hospital mortality rate between CRKP and CSKP, and CRAB and CSAB group (2.94%, p = 0.024; 4.03%, p = 0.03); however, the difference between CRPA and CSPA group was marginal significant (2.03%, p = 0.052). Conclusion: It highlights the clinical and economic impact of CRKP, CRPA, and CRAB to justify more resources for implementing antibiotic stewardship practices to improve clinical outcomes and to reduce economic costs.


2021 ◽  
Vol 14 (4) ◽  
pp. 370
Author(s):  
Le Phuong Nguyen ◽  
Chul Soon Park ◽  
Naina Adren Pinto ◽  
Hyunsook Lee ◽  
Hyun Soo Seo ◽  
...  

The siderophore–antibiotic conjugate LCB10-0200 (a.k.a. GT-1) has been developed to combat multidrug-resistant Gram-negative bacteria. In this study, the in vitro activity of LCB10-0200 and LCB10-0200/avibactam (AVI) has been investigated against carbapenem-resistant Escherichia coli, Klebsiella pneumoniae, Acinetobacter baumannii, and Pseudomonas aeruginosa. Minimal inhibitory concentrations (MICs) of LCB10-0200, LCB10-0200/AVI, aztreonam, aztreonam/AVI, ceftazidime, ceftazidime/AVI, and meropenem were measured using the agar dilution method. Whole genome sequencing was performed using Illumina and the resistome was analyzed. LCB10-0200 displayed stronger activity than the comparator drugs in meropenem-resistant E. coli and K. pneumoniae, and the addition of AVI enhanced the LCB10-0200 activity to MIC ≤ 0.12 mg/L for 90.5% of isolates. In contrast, whereas LCB10-0200 alone showed potent activity against meropenem-resistant A. baumannii and P. aeruginosa at MIC ≤ 4 mg/L for 84.3% of isolates, the combination with AVI did not improve its activity. LCB10-0200/AVI was active against CTX-M-, SHV-, CMY-, and KPC- producing E. coli and K. pneumoniae, while LCB10-0200 alone was active against ADC-, OXA-, and VIM- producing A. baumannii and P. aeruginosa. Both LCB10-0200 and LCB10-0200/AVI displayed low activity against IMP- and NDM- producing strains. LCB10-0200 alone exhibited strong activity against selected strains. The addition of AVI significantly increased LCB10-0200 activity against carbapenem-resistant E. coli, K. pneumoniae.


2017 ◽  
Author(s):  
Ιωάννα Κορμπίλα

Εισαγωγή: Η πνευμονία που σχετίζεται με αναπνευστήρα επιπλέκει συχνά τη νοσηλεία των ασθενών στη μονάδα εντατικής θεραπείας, οδηγώντας σε αύξηση της θνητότητας, της διάρκειας νοσηλείας και του κόστους. Προκαλείται κυρίως από πολυανθεκτικά βακτήρια, τα κυριότερα των οποίων στα ελληνικά νοσοκομεία είναι τα ανθεκτικά στις καρβαπενέμες Acinetobacter baumannii, Klebsiella pneumoniae και Pseudomonas aeruginosa. Η ενδοφλέβια κολιστίνη αποτελεί την κυριότερη θεραπευτική επιλογή. Χορηγείται ως προφάρμακο (νατριούχος κολιστιμεθάτη) έχοντας ιδιαίτερα σύνθετη φαρμακοκινητική, με αποτελεσματικότητα που δεν έχει σαφώς τεκμηριωθεί και συχνή τοξικότητα. Η κολιστίνη έχει χορηγηθεί από δεκαετίες και ως εισπνεόμενο αντιβιοτικό σε ασθενείς με κυστική ίνωση. Η χορήγηση εισπνεόμενης κολιστίνης σε ασθενείς με πνευμονία που σχετίζεται με αναπνευστήρα μπορεί θεωρητικά να οδηγήσει σε υψηλότερες συγκεντρώσεις στην εστία της λοίμωξης, χωρίς ιδιαίτερο κίνδυνο για συστηματική τοξικότητα. Σκοπός: Ο σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η εκτίμηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας με εισπνεόμενη σε συνδυασμό με ενδοφλέβια κολιστίνη σε σύγκριση με ενδοφλέβια κολιστίνη μόνο για την πνευμονία που σχετίζεται με αναπνευστήρα. Μεθοδολογία: Πρόκειται για μια αναδρομική, συγκριτική ως προς την έκθεση, μελέτη κοόρτης. Πραγματοποιήθηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας ενός τριτοβάθμιου νοσοκομείου των Αθηνών. Συμπεριλήφθηκαν όλοι οι ασθενείς με μικροβιολογικά τεκμηριωμένη πνευμονία σχετιζόμενη αναπνευστήρα που έλαβαν ενδοφλέβια κολιστίνη για τουλάχιστον 3 ημέρες, σε συνδυασμό ή όχι με νεφελοποιημένη κολιστίνη, μεταξύ Μαΐου 2005 και Αυγούστου 2007. Η συνήθης δοσολογία της νεφελοποιημένης κολιστίνης ήταν 1 MIU τρις ημερησίως και της ενδοφλέβιας κολιστίνης ήταν 3 MIU τρις ημερησίως για φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Συλλέχθηκαν και αναλύθηκαν δεδομένα των ασθενών σχετικά με τα δημογραφικά στοιχεία, τα υποκείμενα νοσήματα, τα εργαστηριακά, απεικονιστικά και μικροβιολογικά ευρήματα, την αντιμικροβιακή αγωγή, τυχόν επεμβατικές πράξεις, την παρουσία ξένων σωμάτων και καθετήρων, ειδικές θεραπείες, καθώς και τη διάρκεια νοσηλείας και μηχανικού αερισμού. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν η ίαση (υποχώρηση της πνευμονίας) κατά το τέλος της θεραπείας με κολιστίνη. Δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν η θνητότητα από κάθε αιτία. Οι μεταβλητές που σχετίζονταν με την έκβαση αξιολογήθηκαν σε πολυπαραγοντική ανάλυση λογιστικής εξάρτησης. Αποτελέσματα: Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν 121 ασθενείς, 78 εκ των οποίων (64,5%) έλαβαν εισπνεόμενη σε συνδυασμό με ενδοφλέβια κολιστίνη, ενώ 43 (35,5%) έλαβαν ενδοφλέβια κολιστίνη μόνο. Από τους 121 ασθενείς, 23 (19,0%) έλαβαν ταυτόχρονα και άλλα δραστικά αντιβιοτικά. Τα υπεύθυνα παθογόνα ήταν A. baumannii σε 92 (76,0%) ασθενείς, P. aeruginosa σε 22 (18,2%) και K. pneumoniae σε 7 (5,8%). Οι ασθενείς που έλαβαν εισπνεόμενη κολιστίνη είχαν λιγότερα παθογόνα που ήταν ευαίσθητα μόνο στην κολιστίνη, είχαν λάβει λιγότερες μεταγγίσεις αίματος, ενώ έλαβαν μακρύτερη διάρκεια θεραπείας με ενδοφλέβια κολιστίνη. Περισσότεροι ασθενείς στην ομάδα της εισπνεόμενης κολιστίνης παρουσίασαν κλινική ίαση [62/78 (79,5%) έναντι 26/43 (60,5%) ασθενών στην ομάδα της ενδοφλέβια κολιστίνη μόνο (p=0,025)]. Στην πολυπαραγοντική ανάλυση, η χορήγηση εισπνεόμενης κολιστίνης ήταν η μόνη παράμετρος που σχετίστηκε ανεξάρτητα με αυξημένη πιθανότητα ίασης (OR 2,53, 95% CI 1,11-5,76). Μεταξύ των 98 ασθενών στους οποίους η κολιστίνη ήταν το μόνο δραστικό αντιβιοτικό, η κλινική ίαση της πνευμονίας ήταν επίσης πιο συχνή σε όσους έλαβαν εισπνεόμενη κολιστίνη [46/60 (76,7%) έναντι 22/38 (57,9%) όσων έλαβαν ενδοφλέβια κολιστίνη μόνο, p=0,049]. Η θνητότητα από κάθε αιτία στο νοσοκομείο ήταν 31/78 (39,7%) στην ομάδα της εισπνεόμενης κολιστίνης έναντι 19/43 (44,2%) στην ομάδα της ενδοφλέβιας κολιστίνης μόνο (p=0,63). Η θνητότητα από κάθε αιτία στη μονάδα εντατικής θεραπείας ήταν 28/78 (35,9%) και 17/43 (39,5%), αντίστοιχα (p=0,69). Μετά από προσαρμογή για παράγοντες κινδύνου, η θεραπεία με εισπνεόμενη κολιστίνη δεν βρέθηκε να σχετίζεται με τη νοσοκομειακή θνητότητα. Οι παράγοντες που συσχετίσθηκαν ανεξάρτητα με αυξημένη θνητότητα ήταν το υψηλότερο APACHE II σκορ (OR 1,12, 95% CI 1,04-1,20), η ύπαρξη κακοήθειας (OR 4,11, 95% CI 1,18-14,23) και η χορήγηση χαμηλότερης ημερήσιας δόσης ενδοφλέβιας κολιστίνης [OR (ανά MIU) 0,81, 95% CI 0,68-0,96]. Συζήτηση: Το κύριο εύρημα της μελέτης είναι ότι οι ασθενείς με πνευμονία που σχετίζεται με αναπνευστήρα από πολυανθεκτικά Gram-αρνητικά βακτήρια παρουσίασαν συχνότερα κλινική ίαση αν είχαν λάβει θεραπεία με συνδυασμό εισπνεόμενης και ενδοφλέβιας κολιστίνης έναντι ενδοφλέβιας κολιστίνης μόνο.Η χρησιμότητα της προσθήκης εισπνεόμενης κολιστίνης μπορεί να αποδοθεί στην περιορισμένη και καθυστερημένη διείσδυση της ενδοφλέβιας κολιστίνης στο πνευμονικό παρέγχυμα. Αντιθέτως, η εισπνεόμενη κολιστίνη φαίνεται ότι επιτυγχάνει υψηλές συγκεντρώσεις στους πνεύμονες και συνοδεύεται από μικρό σχετικά κίνδυνο νεφροτοξικότητας. Ερωτήματα όμως ακόμα παραμένουν αναφορικά με τον καλύτερο τρόπο χορήγησης των νεφελοποιημένων αντιβιοτικών και τη διείσδυση τους σε περιοχές σοβαρής πνευμονίας. Η θνητότητα των ασθενών με πνευμονία που σχετίζεται με αναπνευστήρα σχετίζεται σε σημαντικό βαθμό με την υποκείμενη κλινική τους κατάσταση, ενώ η αποδοτέα στην λοίμωξη θνητότητα φαίνεται ότι είναι σχετικά μικρή. Για την εύρεση τυχόν διαφοράς στη θνητότητα από την προσθήκη της εισπνεόμενης κολιστίνης απαιτείται ιδιαίτερα μεγάλο μέγεθος δείγματος. Οι περισσότερες από τις σχετικές πειραματικές και κλινικές μελέτες έχουν δείξει ωφέλη από την εισπνεόμενη κολιστίνη ως προς την κλινική βελτίωση και τη μικροβιολογική εκρίζωση στην πνευμονία που σχετίζεται με αναπνευστήρα. Υπάρχει όμως αρκετή ετερογένεια μεταξύ των μελετών όσον αφορά τον τρόπο χορήγησης της εισπνεόμενης κολιστίνης και της δοσολογίας της, τα ενδοφλέβια αντιβιοτικά που συγχορηγήθηκαν και το προφίλ ευαισθησίας των παθογόνων μικροοργανισμών. Συμπεράσματα: Η προσθήκη εισπνεόμενης κολιστίνης στην ενδοφλέβια κολιστίνη μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη πιθανότητα ίασης των ασθενών με πνευμονία που σχετίζεται με αναπνευστήρα από πολυανθεκτικά Gram-αρνητικά βακτήρια, χωρίς όμως εμφανές όφελος αναφορικά με την επιβίωση. Τα αποτελέσματα αυτά δικαιολογούν τη διενέργεια τυχαιοποιημένων κλινικών μελετών για την περαιτέρω μελέτη της αποτελεσματικότητας και ασφάλειας της θεραπείας με εισπνεόμενη κολιστίνη.


2002 ◽  
Vol 23 (2) ◽  
pp. 106-108 ◽  
Author(s):  

AbstractTo assess the effect of antimicrobial resistance on length of hospital stay, a case–control study compared infections due to four nosocomial pathogens. Significantly increased lengths of stay were associated with infections due to methicillin-resistant Staphylococcus aureus, extended-spectrum β-lactamase–producing Klebsiella pneumoniae, and carbapenem-resistant Acinetobacter baumannii or Pseudomonas aeruginosa. Infections with resistant pathogens are associated with prolonged hospitalization.


2010 ◽  
Vol 54 (6) ◽  
pp. 2732-2734 ◽  
Author(s):  
Carl Urban ◽  
Noriel Mariano ◽  
James J. Rahal

ABSTRACT In vitro double and triple bactericidal activities of doripenem, polymyxin B, and rifampin were assessed against 20 carbapenem-resistant clinical isolates with different mechanisms of carbapenem resistance. Bactericidal activity was achieved in 90% of all bacteria assayed using combinations of polymyxin B, doripenem, and rifampin against five each of the carbapenem-resistant Klebsiella pneumoniae, Acinetobacter baumannii, Pseudomonas aeruginosa, and Escherichia coli isolates studied. Combinations with these antibacterials may provide a strategy for treatment of patients infected with such organisms.


2020 ◽  
Vol 7 (Supplement_1) ◽  
pp. S88-S88
Author(s):  
Samuel Simon ◽  
Rosanna Li ◽  
Yu Shia Lin ◽  
Suri Mayer ◽  
Edward Chapnick ◽  
...  

Abstract Background Carbapenem-resistant gram-negative organisms are a continuously mounting threat, underscoring the need for effective antimicrobial stewardship interventions to improve the use of carbapenems. We sought to implement several multidisciplinary antimicrobial stewardship interventions beginning in January 2019 in an effort to reduce unnecessary meropenem use and the incidence of carbapenem-resistant gram-negatives. Methods Prospective audit and feedback was utilized daily in combination with weekly stewardship rounds between an Infectious Diseases pharmacist and physician in the Intensive Care Units. A second Infectious Diseases physician attended weekly interdisciplinary rounds on meropenem high-use units. Meropenem Days of Therapy (DOT) per 1,000 patient days and the incidence of meropenem resistant Pseudomonas aeruginosa and Klebsiella pneumoniae were compared by the chi-square test of proportions. Results Between 2018 and 2019 the institution’s meropenem DOT per 1,000 patient days decreased 33%, from 57 to 38 days per 1,000 patient days (difference, 19 days per 1,000 patient days; p&lt; 0.001). In the hospital antibiogram, the meropenem susceptibility of Pseudomonas aeruginosa over the same time period increased from 71% to 77% of isolates (difference, 6%; p = 0.009). A non-significant decrease in the susceptibility of meropenem to Klebsiella pneumoniae was also observed from 92 to 90% (difference, 2%: p = 0.1658). Conclusion These data support the need for antimicrobial stewardship efforts targeting broad-spectrum antimicrobials such as meropenem. In the setting of a sustained decrease in meropenem use over 12 months, we observed a significant improvement in the percent susceptibility rate of Pseudomonas aeruginosa to meropenem for the first time in five years. Disclosures All Authors: No reported disclosures


Sign in / Sign up

Export Citation Format

Share Document