Συμβολή στη μελέτη των χωροχρονικών μεταβολών της παλαιοοικολογίας των Πλειστοκαινικών Bovini της Ευρώπης με χρήση μορφολειτουργικών και γεωμορφομετρικών μεθόδων
Στην παρούσα διατριβή εξετάζονται τα πρότυπα εξέλιξης των παλαιοοικολογικών προσαρμογών των ευρωπαϊκών εκπροσώπων της ομοιογένειας Bovini στη δυτική Παλαιοαρκτική Ζώνη με την αξιοποίηση «ταξινομικά-ανεξάρτητων» κλασσικών γραμμικών μεθόδων και γεωμετρικών τεχνικών μορφομετρικής ανάλυσης. Το υλικό της έρευνας βρίσκεται κατατεθειμένο σε διάφορες συλλογές του ελληνικού χώρου και του εξωτερικού και αποδίδεται σε taxa που χρονολογικά εμπίπτουν στο διάστημα από το Ανώτατο Βιλλαφράγκιο έως το Πλειστοκαινικό/Ολοκαινικό όριο. Περιλαμβάνει δείγματα οδοντοστοιχιών και στοιχείων του μετακρανιακού σκελετού από ποικίλες απολιθωματοφόρες θέσεις της Ελλάδας, της Μεσογειακής Λεκάνης και της ευρύτερης ηπειρωτικής Ευρώπης. Οι μελετώμενες μορφές δύναται να αποδοθούν σε διακριτές κλάσεις μεγέθους και μορφολογικές τάσεις τόσο σε χρονική όσο και χωρική κλίμακα, υποδεικνύοντας την προσαρμογή τους σε ένα ετερογενές παλαιοπεριβάλλον. Εντός του γένους Bison παρατηρείται μία κλιμακωτή αύξηση της σωματικής μάζας με αφετηρία τους βίσωνες του ανώτερου Κάτω Πλειστοκαίνου, η οποία φαίνεται να αντιστρέφεται κατά την έναρξη του Ολοκαίνου. Το πρότυπο της μασητικής φθοράς που αντανακλά ο συνδυασμός υψηλού μασητικού προφίλ και στρογγυλεμένου περιγράμματος των οδοντικών κώνων των πλειστοκαινικών πληθυσμών των γενών Bison-Bos σχετίζεται με την κατανάλωση ενός σχετικά μεγάλου εύρους στοιχείων βλάστησης από τα μετρίως υψοδοντικά αυτά αρτιοδάκτυλα. Όσον αφορά την ποικιλομορφία του μετακρανιακού σκελετού, η πιο ευκρινής εξελικτική τάση, που ερμηνεύεται κατά κύριο λόγο ως δευτερογενής απόκριση στην ακραία αύξηση του σωματικού μεγέθους, εκφράζεται από τη διαχρονική βράχυνση των στοιχείων του περιφερικού τμήματος των άκρων τους. Σε σχέση με το προγονικό Leptobos, οι φυλετικές ενδοπληθυσμιακές διαφορές είναι οξύτερες εντός των πληθυσμών όλων των απολιθωμένων και αρτίγονων taxa βισώνων, καθώς και του Bos primigenius. Ο αυξημένος βαθμός απόκλισης των φαλαγγών στο περιφερικό άκρο των μεταποδίων χαρακτηρίζει ποικίλα taxa και σωματικά μεγέθη, πιθανόν ως μία προσαρμογή αντιμετώπισης ενός ασταθούς υποστρώματος, όπως προτείνεται στην περίπτωση των περιοδικά ελωδών εδαφών στο περιβάλλον των πρωτόγονων βισώνων της περιοχής της Μυγδονίας. Οι αλλαγές στο σχετικό μήκος του αστραγάλου παρουσιάζουν έναν πιο συντηρητικό χαρακτήρα, ενώ το ευρύτερο περιφερικό αρθρικό τόξο του οστού στους πιο πρόσφατους ευμεγέθεις εκπροσώπους των ειδών Bison priscus και Bos primigenius πιθανόν αντανακλά μία ενισχυμένη κινητική απόδοση σε σχέση με τους αρχαιότερους πληθυσμούς του Κατώτερου και Μέσου Πλειστοκαίνου. Συγκριτικά με τον αστράγαλο, το λειτουργικό μήκος της πτέρνας ακολουθεί ένα περισσότερο ξεκάθαρο πρότυπο βράχυνσης στις μορφές των Bovina. Ο γερμανικός βίσωνας συνιστά πιθανότατα το πιο στενοτυπικό είδος μεταξύ των Leptobovina, ενώ τα νοτιότερα πρωτόγονα taxa ήταν εξειδικευμένα σε κατά βάση ξηρότερα ενδιαιτήματα μειωμένης δενδροκάλυψης. Τα δύο ευρύοικα εξελιγμένα είδη βισώνων απαντούσαν σε μία πληθώρα περιβαλλόντων, με τους πρισκοειδείς βίσωνες να συνιστούν τις πιο καιροσκοπικές μορφές του γένους Bison. Τέλος, αν και γενικά υποδηλώνεται η δραστηριοποίηση του Bos primigenius σε ένα περιβάλλον με σχετικά περιορισμένα φυτικά εμπόδια, η συγκεκριμένη μορφή εμπίπτει ως ένα βαθμό στο πιο «κλειστό» και υγρό άκρο του παλαιοπεριβαλλοντικού φάσματος.