scholarly journals Η επίδραση της συναισθηματικής νοημοσύνης του άγχους και του θυμού στην υγεία και στη σχετιζόμενη με την υγεία ποιότητα ζωής εφήβων μαθητών

2018 ◽  
Author(s):  
Μαρία Σταματοπούλου

Εισαγωγή: Η σχετιζόμενη με την υγεία ποιότητα ζωής (ΣΥΠΖ) αφορά σε μια πολυδιάστατη έννοια που περιγράφει τις σωματικές, λειτουργικές, κοινωνικές και ψυχολογικές πτυχές της ευημερίας και της λειτουργικότητας του ατόμου. Οι έρευνες, που αντικατοπτρίζουν την άποψη των παιδιών και εφήβων για την ευημερία, τη λειτουργικότητά τους καθώς και για τους προσδιοριστικούς παράγοντες που δύνανται να επηρεάσουν τα ανωτέρω, είναι προς το παρόν διαθέσιμες μόνο σε στοιχειώδη μορφή. Σκοπός: Σκοπός της διδακτορικής διατριβής είναι η διερεύνηση της επίδρασης της συναισθηματικής νοημοσύνης (ΣΝ), του άγχους και του θυμού στην υγεία και στη ΣΥΠΖ των εφήβων. Επιμέρους στόχο αποτελεί η διερεύνηση των ψυχομετρικών ιδιοτήτων της ελληνικής μετάφρασης της σύντομης μορφής της κλίμακας Συναισθηματικής Νοημοσύνης ως Χαρακτηριστικό Γνώρισμα της Προσωπικότητας (TEIQue-ASF) που αφορά σε εφηβικό πληθυσμό.Μέθοδος: Η παρούσα μελέτη εκπονήθηκε σε δύο φάσεις που συντελέστηκαν σε διαφορετικούς μελετώμενους πληθυσμούς. Στην πρώτη φάση, το δείγμα (cluster sampling) αποτελούταν από 440 εφήβους (ποσοστό ανταπόκρισης: 80%), που φοιτούσαν σε δημόσια σχολεία του νομού Λακωνίας. Προκειμένου να εκτιμηθούν οι ψυχομετρικές ιδιότητες της κλίμακας TEIQue-ASF αξιολογήθηκε: α) η αξιοπιστία εσωτερικής συνέπειας, β) η συγκλίνουσα και γ) η επαυξητική εγκυρότητά της. Προς επίτευξη των ανωτέρω χορηγήθηκαν στους μαθητές τέσσερα ερωτηματολόγια: η κλίμακα TEIQue-ASF, η κλίμακα Κεντρικού Μηχανισμού Αυτό-Αξιολόγησης (CSES), η κλίμακα Δυνατοτήτων και Δυσκολιών (SDQ) και ο Κατάλογος Σωματικών Παραπόνων (SCL). Στη δεύτερη φάση της μελέτης, το δείγμα (cluster sampling) απαρτιζόταν 501 μαθητές (ποσοστό ανταπόκρισης 75%), που φοιτούσαν σε δημόσια σχολεία της περιφέρειας Πελοποννήσου και Αττικής. Για τη διερεύνηση του ερευνητικού ζητουμένου οι μαθητές κλήθηκαν να συμπληρώσουν: α) την κλίμακα Kidscreen-27, που αφορά στην αξιολόγηση της ΣΥΠΖ, β) την κλίμακα Αξιολόγησης Θυμού για παιδιά και εφήβους (AES), γ) την κλίμακα Άγχους για Παιδιά (SCAS), δ) τον Κατάλογο Σωματικών Παραπόνων (SCL) και ε) την κλίμακα TEIQue-ASF. Για τη διερεύνηση της ύπαρξης σχέσης μεταξύ μιας ποσοτικής μεταβλητής που ακολουθούσε την κανονική κατανομή και μιας διχοτόμου μεταβλητής χρησιμοποιήθηκε ο έλεγχος t (student’s t-test). Στην περίπτωση που η εξαρτημένη μεταβλητή ήταν ποσοτική μεταβλητή και >2 ανεξάρτητες μεταβλητές προέκυψαν σημαντικές στη διμεταβλητή ανάλυση, εφαρμόστηκε πολλαπλή γραμμική παλινδρόμηση (multivariate linear regression). Αποτελέσματα: Η κλίμακα TEIQue-ASF εμφάνισε καλή εσωτερική συνοχή (cronbach’s alpha :0.87). Η βαθμολογία της παρουσίασε στατιστικά σημαντική συσχέτιση με τις βαθμολογίες των κλιμάκων CSES, SDQ και SCL, παρέχοντας ενδείξεις για τη συγκλίνουσα εγκυρότητά της. Επιπλέον, η κλίμακα TEIQue-ASF ερμήνευσε μεγαλύτερο ποσοστό της διακύμανσης των εξαρτημένων μεταβλητών σε σύγκριση με την κλίμακα CSES εμφανίζοντας επαυξητική εγκυρότητα. Όσον αφορά το δεύτερο στάδιο της μελέτης παρουσιάστηκαν θετικά ισχυρές και στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις ανάμεσα στη ΣΝ και τη ΣΥΠΖ (r=0.65, p=0.01) και τις επιμέρους διαστάσεις της (σχολείο και μάθηση, σωματικές δραστηριότητες και υγεία, γενική διάθεση και συναισθήματα, οικογένεια και ελεύθερος χρόνος, φίλοι). Επιπλέον, η ΣΝ εμφάνισε αρνητικά ισχυρή και στατιστικά σημαντική συσχέτιση με την κλίμακα SCL (r= -.48, p< 0.001). Η συνολική βαθμολογία στην κλίμακα του Άγχους παρουσίασε αρνητικά ισχυρή και στατιστικά σημαντική συσχέτιση τόσο με τη συνολική βαθμολογία της κλίμακας της ΣΥΠΖ (r=-0.33, p=0.01), όσο και με τις επιμέρους διαστάσεις της (σχολείο και μάθηση, σωματικές δραστηριότητες και υγεία, γενική διάθεση και συναισθήματα, οικογένεια και ελεύθερος χρόνος, φίλοι). Επίσης, αυξημένα επίπεδα άγχους συνδέθηκαν με υψηλή συχνότητα σωματικών παραπόνων (r=0.58, p<0.001). Οι βαθμολογίες στις διαστάσεις του θυμού ως γνώρισμα, της εξωτερίκευσης καθώς και της καταστολής παρουσίασαν στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις τόσο με την κλίμακα σωματικών παραπόνων (με r 0.36, -0.19 και -0.23 αντίστοιχα, για p<0.001) όσο και με τη συνολική βαθμολογία στην κλίμακα της ΣΥΠΖ (r=-0.43, p<0.001) και τις επιμέρους διαστάσεις της (σχολείο και μάθηση, σωματικές δραστηριότητες και υγεία, γενική διάθεση και συναισθήματα, οικογένεια και ελεύθερος χρόνος, φίλοι). Οι τρεις ανεξάρτητες μεταβλητές (συναισθηματική νοημοσύνη, άγχος και θυμός) ερμήνευσαν, από κοινού, ένα υψηλό ποσοστό της διακύμανσης της ΣΥΠΖ (R2Adj= .45, p<0.001) και των σωματικών παραπόνων (R2Adj= .49, p<0.001). Όσον αφορά τα δημογραφικά χαρακτηριστικά η ηλικία, το φύλο καθώς και ο τόπος διαμονής φάνηκε να έχουν σημαντική επίδραση στις μεταβλητές της μελέτης.Συμπεράσματα: Η ΣΝ, το άγχος και ο θυμός έχουν σημαντική επίδραση στην υγεία και στη σχετιζόμενη με την υγεία ποιότητα ζωής του εφηβικού πληθυσμού.

2016 ◽  
Author(s):  
Άννα Καυγά-Παλτόγλου

Εισαγωγή: Το Αγγειακό Εγκεφαλικό Επεισόδιο (ΑΕΕ) αποτελεί παγκοσμίως, την πρώτη αιτία μακροχρόνιας ανικανότητας στους ενήλικες, με σοβαρές επιπτώσειςστον ίδιο τον ασθενή, στην οικογένεια και στο σύστημα υγείας Η λειτουργική ανικανότητα επηρεάζει την ποιότητα της ζωής του ασθενούς που επιβίωσε από εγκεφαλικό επεισόδιο και επιδρά στη ζωή της οικογένειας. Η υπευθυνότητα του ρόλου, η αβεβαιότητα και η απώλεια του ελέγχου προκαλούν επιβάρυνση στους φροντιστές και επηρεάζουν τις συμπεριφορές προαγωγής υγείας, καθώς και τη σωματική, ψυχική και κοινωνική τους υγεία. Ο βαθμός λειτουργικής ανικανότητας των ασθενών ως προς τις καθημερινές δραστηριότητες επηρεάζει τις συμπεριφορές προαγωγής υγείας των φροντιστών. Η κατάσταση αυτή επιδρά δυσμενώς στην υγεία του φροντιστή και σε ολόκληρη τη οικογένεια.Σκοπός: Ο σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η εκτίμηση της επιβάρυνσης,της κατάθλιψης και της κοινωνικής υποστήριξης του βασικού φροντιστή καθώς και της λειτουργικής ικανότητας του ασθενούς στο βαθμό που οι συγκεκριμένες μεταβλητές επηρεάζουν τις συμπεριφορές προαγωγής υγείας των οικογενειακών φροντιστών των ασθενών με ΑΕΕ στην κοινότητα.Υλικό-Μέθοδος: Με τη διαδικασία της σκόπιμης δειγματοληψίας επιλέχθηκαν από την ευρύτερη περιοχή της Αττικής, 109 δυάδες ασθενών και των φροντιστών τους. Από τα βασικά κριτήρια επιλογής ήταν οι ασθενείς να έχουν λειτουργική ανικανότητα, και οι φροντιστές να είναι μέλη της οικογένειας αλλά και οι βασικοί φροντιστές. Η συλλογή των δεδομένων έγινε από την ίδια την ερευνήτρια με επισκέψεις κατ’οίκον. Η λειτουργική ικανότητα των ασθενών εκτιμήθηκε με την κλίμακα Barthel, οι συμπεριφορές προαγωγής υγείας και ο τρόπος ζωής των φροντιστών με την κλίμακα HPLP II, οι αλλαγές στη ζωή των φροντιστών, η κατάθλιψη και η κοινωνική τους υποστήριξη με τις κλίμακες, Bakas Caregiving Outcomes Scale (BCOS), CES-D και Personal Resourse Questionnaire (PRQ 2000) αντίστοιχα. Για την περιγραφή των ποσοτικών μεταβλητών χρησιμοποιήθηκαν οι απόλυτες και οι σχετικές συχνότητες και για τις ποιοτικές μεταβλητές, οι μέσες τιμές, οι τυπικές αποκλίσεις, οι διάμεσοι και τα ενδοτεταρτημοριακά εύρη. Για τις συγκρίσεις χρησιμοποιήθηκε το Student’s t-test και ο παραμετρικός έλεγχος ανάλυσης διασποράς (ANOVA), ενώ για τον έλεγχο της σχέσης ποσοτικών μεταβλητών ο συντελεστής Pearson ή Spearman(r). Για τον έλεγχο σφάλματος τύπου Ι, λόγω των πολλαπλών συγκρίσεων χρησιμοποιήθηκε η διόρθωση κατά Bonferroni όπου, το επίπεδο σημαντικότητας ορίστηκε στο 0,05/κ (κ=αριθμός συγκρίσεων). Η ανάλυση γραμμικής παλινδρόμησης χρησιμοποιήθηκε για να βρεθούν ανεξάρτητοι παράγοντες που σχετίζοντα με τις κλίμακες από την οποία προέκυψαν οι συντελεστές εξάρτησης και τα τυπικά σφάλματά τους. Οι συντελεστές intraclass correlation coeffcients (ICCs) χρησιμοποιήθηκαν για να ερευνηθεί η συμφωνία των απαντήσεων μεταξύ πρώτης και δεύτερης μέτρησης στο ερωτηματολόγιο HPLP II και PRQ 2000. Η εσωτερική αξιοπιστία ελέχθηκε με το συντελεστή Cronbach’s-alpha. Η στατιστική σημαντικότητα τέθηκε στο 0,05. Για την ανάλυση χρησιμοποιήθηκε το στατιστικό πακέτο SPSS V.19.0.Αποτελέσματα: Το μεγαλύτερο ποσοστό των φροντιστών (67,95%) ήταν γυναίκες και το 50,5% ήταν σύζυγοι των ασθενών με μέση ηλικία τα 58.0 έτη. Οι περισσότεροι ( 39,4%) ήταν απόφοιτοι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, το 90,6% είχε ενήλικα παιδιά και το 53,2% ήταν συνταξιούχοι. Το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα ήταν περισσότερο από 5000 ευρώ για το 39,4% των φροντιστών και λιγότερο από 5000 ευρώ για το 14,7%. Οι μισοί από τους φροντιστές φρόντιζαν τον ασθενή τουλάχιστον 8 μήνες με μέση ημερήσια διάρκεια 13,2 ώρες. Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν τα 69,3 έτη και στην πλειοψηφία τους ήταν άνδρες (51,4%). Σύμφωνα με την αυτοαντίληψη των φροντιστών για την υγεία τους το 49,5% τη χαρακτήρισε μέτρια. Η μέση τιμή στην κλίμακα της επιβάρυνσης βρέθηκε 48.3, της κατάθλιψης 21.7, της κοινωνικής υποστήριξης 77.7 και της λειτουργικότητας των ασθενών 44,0. Η λειτουργικότητα των ασθενών ήταν σημαντικά υψηλότερη όταν οι ασθενείς ήταν άνδρες. Αρνητική ήταν η συσχέτιση με την ηλικία των ασθενών (p=<0,001) τον αριθμό των παιδιών (p=0,014) και το συνολικό χρόνο φροντίδας (p=0,009) καθώς και με τις ώρες ημερήσιας φροντίδας (p=<0,001). Υπήρξε σημαντική αρνητική συσχέτιση της κλίμακας της επιβάρυνσης με την κλίμακα της κατάθλιψης (r=-0,36,p=<0,001) και θετική συσχέτιση της επιβάρυνσης με την κλίμακα κοινωνικής υποστήριξης (r=0,29,p=0,002) Η συνολική βαθμολογία της κλίμακας HPLP II κυμάνθηκε από 1,69 έως 3,17 (διαπροσωπικές σχέσεις 2,66, πνευματική ανάπτυξη 2,61, διατροφικές συνήθεις 2,25, υπευθυνότητα για τη υγεία 2,25, διαχείριση του στρες 2,04, φυσική άσκηση 1,60). Επιπλέον, υπήρξε σημαντική θετική συσχέτιση και μεταξύ όλων των διαστάσεων της κλίμακας. Θετική ήταν η συσχέτιση της κλίμακας με το επίπεδοεκπαίδευσης των φροντιστών (p=0,026) και το ετήσιο οικονομικό τους εισόδημα (p=0,17) και αρνητική με τη διάρκεια της ημερήσιας φροντίδας (r=-0,29). Σημαντική θετική συσχέτιση βρέθηκε μεταξύ της κλίμακας HPLP II και των κλιμάκων: επιβάρυνσης (r=0,25,P=0,008), εκτίμησης της λειτουργικότητας (r=0,24,p=0,011) και κοινωνικής υποστήριξης (r=0,49,p=<0,001). Η κλίμακα κοινωνικής υποστήριξης είχε θετική σημαντική συσχέτιση με όλες τις διαστάσεις της προαγωγής υγείας. Αντίθετα, η κλίμακα HPLP II δε βρέθηκε να συσχετίζεται σε επίπεδο στατιστικά σημαντικό με τηνκλίμακα της κατάθλιψης.Συμπεράσματα: Οι συμπεριφορές προαγωγής υγείας των φροντιστών επηρεάζονται από τη λειτουργική ικανότητα του ασθενούς, από την επιβάρυνση και την κοινωνική υποστήριξη και λιγότερο από τα καταθλιπτικά συμπτώματα. Οι πολλές ώρες φροντίδας και το χαμηλό εκπαιδευτικό και οικονομικό επίπεδο επηρεάζουν αρνητικά τον τρόπο ζωής και τις συμπεριφορές υγείας των φροντιστών ασθενών με ΑΕΕ. Οι φροντιστές συνήθως δε συμμετέχουν σε δραστηριότητες φυσικής άσκησης. Η παρούσα μελέτη αποτέλεσε μια πρώτη προσέγγιση του θέματος των συμπεριφορών προαγωγής υγείας των Ελλήνων φροντιστών ασθενών που επιβίωσαν από εγκεφαλικό επεισόδιο και ζούν στην κοινότητα. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους νοσηλευτές της κοινότητας για την υποστήριξη των οικογενειακών φροντιστών, με την εφαρμογή ατομικών και ομαδικών προγραμμάτων αγωγής υγείας, συμβουλευτικής και δράσεων κοινωνικής υποστήριξης στο επίπεδο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.


2019 ◽  
Author(s):  
Victor Albino ◽  
Izabelly Dutra Fernandes ◽  
Ricardo Gomes ◽  
Tais Acácia Santos-Silva ◽  
Roberta Smania-Marques ◽  
...  

BACKGROUND In Brazil, the prevalence of diseases caused by arboviruses has increased alarmingly in recent years. Information and communication technologies, especially mobile technologies, has been used to engage the population and to change their practices in order to control the rising of mosquitos. OBJECTIVE The objective of this study was to perform a survey of the applications (apps) created for prevention and health promotion in relation to arbovirus diseases transmitted by Aedes Aegypti – such as dengue, zika and chikungunya – as well as classify the quality of these apps based on the Mobile App Rating Scale (MARS). The assessment also investigated whether these apps were elaborated considering the theories of behaviour change. METHODS The analysis of the apps for mobile devices was performed using the Android operating system and the Google’s app store. The search terms used were "Chikungunya", "Dengue" and "Zika". The apps were independently analysed by two researchers after a period of training using the MARS scale. Student's T-test was performed to compare the means obtained by the two researchers in order to evaluate if they had a significant difference at the 5% level. The Kappa test was used to evaluate the interobserver agreement for binary categorical variables and for variables using Likert scale. The reliability of the scale was estimated using the Cronbach's alpha coefficient. RESULTS Many of the evaluated apps accomplish their goals of transmitting information in an interactive way, but they do not necessarily have the purpose of influencing their users to change behaviours related to the control of disease-vector mosquitoes. Student's T-test did not show significant differences in scores of the different sections of the MARS except for the engagement. Three variables had an almost perfect or strong agreement using Kappa (above 0.61): whether the apps could be classified as informative, had a geolocation feature and were used to entertainment. Cronbach’s Alpha showed good reliability of the MARSs. This study also showed that it is necessary to create and regulate evaluation, dissemination and storage policies for these apps so that, over the years, a deeper analysis of the role of these tools in health promotion can be investigated and better understood. CONCLUSIONS In Brazil, the vast majority of apps, created to prevent arboviroses, were developed for informational or entertainment purposes and they were not explicitly based on health behaviour theories.


2020 ◽  
Vol 10 (1) ◽  
Author(s):  
Soon Bin Kwon ◽  
Yunseo Ku ◽  
Hy uk-soo Han ◽  
Myung Chul Lee ◽  
Hee Chan Kim ◽  
...  

Abstract Knee osteoarthritis (KOA) is characterized by pain and decreased gait function. We aimed to find KOA-related gait features based on patient reported outcome measures (PROMs) and develop regression models using machine learning algorithms to estimate KOA severity. The study included 375 volunteers with variable KOA grades. The severity of KOA was determined using the Western Ontario and McMaster Universities Osteoarthritis Index (WOMAC). WOMAC scores were used to classify disease severity into three groups. A total of 1087 features were extracted from the gait data. An ANOVA and student’s t-test were performed and only features that were significant were selected for inclusion in the machine learning algorithm. Three WOMAC subscales (physical function, pain and stiffness) were further divided into three classes. An ANOVA was performed to determine which selected features were significantly related to the subscales. Both linear regression models and a random forest regression was used to estimate patient the WOMAC scores. Forty-three features were selected based on ANOVA and student’s t-test results. The following number of features were selected from each joint: 12 from hip, 1 feature from pelvic, 17 features from knee, 9 features from ankle, 1 feature from foot, and 3 features from spatiotemporal parameters. A significance level of < 0.0001 and < 0.00003 was set for the ANOVA and t-test, respectively. The physical function, pain, and stiffness subscales were related to 41, 10, and 16 features, respectively. Linear regression models showed a correlation of 0.723 and the machine learning algorithm showed a correlation of 0.741. The severity of KOA was predicted by gait analysis features, which were incorporated to develop an objective estimation model for KOA severity. The identified features may serve as a tool to guide rehabilitation and progress assessments. In addition, the estimation model presented here suggests an approach for clinical application of gait analysis data for KOA evaluation.


2017 ◽  
Author(s):  
Ιωάννης Σταθούλης

Εισαγωγή: Τα τελευταία χρόνια, η αλματώδης πρόοδος της τεχνολογίας έχει επηρεάσει αναπόφευκτα και το χώρο της υγείας, με την εισαγωγή σε αυτή πολλών νέων κατηγοριών ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού που σκοπό έχουν τη βελτίωση της παρεχόμενης φροντίδας υγείας, την ποιοτικότερη παροχή υπηρεσιών υγείας και τη γρήγορη αποκατάσταση τωνασθενών. Σκοπός: Η διερεύνηση του τρόπου και των μεθόδων, με τις οποίες οι νοσηλευτές εκπαιδεύονται στην εκμάθηση των βασικών αρχών λειτουργίας και τη χρήση του Ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού που χρησιμοποιείται στην καθημερινή κλινική πρακτική. Επιπλέον, διερευνώνται οι θετικές αλλά και αρνητικές επιπτώσεις της χρήσης του καθώς και οι πιθανές συνέπειες τόσο για τους ασθενείς όσο και για τους νοσηλευτές. Μεθοδολογία: Το αρχικό δείγμα της μελέτης αποτέλεσαν 733 νοσηλευτές εκ των οποίων 6 δεν έδωσαν συγκατάθεση συμπλήρωσης και κατά συνέπεια το τελικό δείγμα της μελέτης αποτέλεσαν 727 νοσηλευτές Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, Δευτεροβάθμιων,Τριτοβάθμιων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων της Χώρας εγγεγραμμένοι σε Νοσηλευτικούς Φορείς και Επιστημονικές Εταιρείες που εργάζονται σε Κλινικές ή Μονάδες Εντατικής Νοσηλείας και σε Δομές Πρωτοβάθμιας Περίθαλψης. Στην πρώτη φάση της μελέτης, πραγματοποιήθηκε κατασκευή νέου ερωτηματολογίου, το οποίο στηρίχθηκε στα ερωτηματολόγια των McConnell Ε. Α. (1995), Paclova, S., Mornstein, V. & Caruana, C. J.(2009) και Liu, S., Cheng, P., Huang, H. and Zhang, Q. (2013). Επίσης, διενεμήθη και η ελεύθερη στο διαδίκτυο κλίμακα ποσοτικής εκτίμησης του άγχους του Hamilton (1976). Στη δεύτερη φάση της μελέτης πραγματοποιήθηκαν εκπαιδευτικές παρεμβάσεις στο πλαίσιο διαδραστικών κλινικών φροντιστηρίων με επίδειξη ή και εκπαίδευση στις ίδιες τις συσκευές (Hands-On Training), που αφορούσαν στην αξιολόγηση των γνώσεων στην ασφαλή χρήσητου παλμικού οξυμέτρου, των χειρουργικών διαθερμιών και των απινιδωτών σε δείγμα 78,62 και 65 νοσηλευτών αντίστοιχα με τη συμπλήρωση ερωτηματολογίων πριν και μετά από κάθε εκπαιδευτική παρέμβαση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι Χειρουργικές Διαθερμίες και ο Απινιδωτής επιλέχθηκαν ως συσκευές για την εκπαιδευτική παρέμβαση με βάση τα αποτελέσματα της στατιστικής ανάλυσης του ερωτηματολογίου ανίχνευσης εκπαιδευτικών αναγκών, όπου για τις συγκεκριμένες συσκευές παρουσιάστηκαν αυξημένα ποσοστά άγχους των νοσηλευτών κατά τη χρήση των συσκευών αυτών. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε επιλογή για εκπαιδευτική παρέμβαση και του Παλμικού Οξυμέτρου, εξαιτίας του γεγονότος ότι η συγκεκριμένη συσκευή αν και δεν επιφέρει αύξηση του άγχους των νοσηλευτών κατά τη χρήση της, παρόλα αυτά από τη βιβλιογραφία φάνηκε ότι υπάρχει κενό γνώσης σε αυτή το οποίο είναι καταγεγραμμένο τόσο στην Ελληνική όσο και στην Ξενόγλωσση βιβλιογραφία(Κιέκκας και συν., 2012; Kiekkas et al., 2013; Milutinovic, Repic, and Arandelovic, 2016).Οι μέσες τιμές (mean), οι τυπικές αποκλίσεις (Standard Deviation=SD) και οι διάμεσοι (median) και τα ενδοτεταρτημοριακά εύρη (interquartile range) χρησιμοποιήθηκαν για την περιγραφή των ποσοτικών μεταβλητών. Οι απόλυτες (Ν) και οι σχετικές (%) συχνότητες χρησιμοποιήθηκαν για την περιγραφή των ποιοτικών μεταβλητών. Για τη σύγκριση ποσοτικών μεταβλητών μεταξύ δυο ομάδων χρησιμοποιήθηκε το Student’s t-test. Για τησύγκριση ποσοτικών μεταβλητών μεταξύ περισσοτέρων από δυο ομάδων χρησιμοποιήθηκε o παραμετρικός έλεγχος ανάλυσης διασποράς (ANOVA). Για τον έλεγχο του σφάλματος τύπου Ι, λόγω των πολλαπλών συγκρίσεων χρησιμοποιήθηκε η διόρθωση κατά Bonferroni σύμφωνα με την οποία το επίπεδο σημαντικότητας είναι 0,05/κ (κ= αριθμός των συγκρίσεων). Για τον έλεγχο της σχέσης δυο ποσοτικών μεταβλητών χρησιμοποιήθηκε ο συντελεστής συσχέτισης του Spearman (r). Η συσχέτιση θεωρείται χαμηλή όταν ο συντελεστής συσχέτισης (r) κυμαίνεται από 0,1 έως 0,3, μέτρια όταν ο συντελεστής συσχέτισης κυμαίνεται από 0,31 έως 0,5 και υψηλή όταν ο συντελεστής είναι μεγαλύτερος από 0,5. Για τη σύγκριση των σωστών απαντήσεων πριν και μετά την παρέμβαση χρησιμοποιήθηκε το McNemar test. Για τη σύγκριση των βαθμολογιών γνώσεων πριν και μετά την παρέμβαση χρησιμοποιήθηκε το paired t-test. Η ανάλυση γραμμικής παλινδρόμησης (linear regression analysis) με τη διαδικασία διαδοχικής ένταξης/αφαίρεσης (stepwise) χρησιμοποιήθηκε για την εύρεση ανεξάρτητων παραγόντων που σχετίζονται με τις μεταβολές στις βαθμολογίες γνώσεων από την οποία προέκυψαν συντελεστές εξάρτησης (β) και τα τυπικά σφάλματά τους (standard errors=SE). Η εσωτερική αξιοπιστία του ερωτηματολογίου ελέγχθηκε με τη χρήση του συντελεστή Cronbach’s-a. Τα επίπεδα σημαντικότητας είναι αμφίπλευρα και η στατιστική σημαντικότητα τέθηκε στο 0,05. Για την ανάλυση χρησιμοποιήθηκε το στατιστικό πρόγραμμα SPSS 19.0.Αποτελέσματα: Το 92,1% των νοσηλευτών θεωρεί ότι η χρήση ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού στην καθημερινή κλινική πρακτική οδηγεί πολύ/πάρα πολύ στη βελτίωση της ποιότητας της φροντίδας υγείας. Επίσης, το 90,9% των νοσηλευτών θεωρεί ότι η χρήση ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού στην καθημερινή κλινική πρακτική οδηγεί πολύ/πάρα πολύστην ασφάλεια του ασθενούς και το 88,7% στη σωστή διάγνωση για την κατάσταση υγείας του ασθενούς. Το 67,3% των νοσηλευτών ήταν ενήμεροι σχετικά με τις επιπτώσεις από τη χρήση της συσκευής στην υγεία και ασφάλεια του ασθενή και το 59,7% σχετικά με τις επιπτώσεις από τη χρήση της συσκευής στην ατομική τους υγεία και ασφάλεια.Το 20,7% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι η χρήση ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού στην καθημερινή κλινική πρακτική αύξησε πολύ/πάρα πολύ το χρόνο επιτήρησης εκ μέρους της ορθής και χωρίς προβλήματα λειτουργίας του.Συμπεράσματα: Οι νοσηλευτές πραγματοποιούν συχνή χρήση του ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού καθημερινά. Επίσης, ένα μεγάλο μέρος των νοσηλευτών έχει διδαχθεί στο παρελθόν μάθημα σχετικό με τη χρήση ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, στοιχείο που καταδεικνύει την επιθυμία και την ανάγκη του νοσηλευτικού προσωπικού να εκπαιδεύεται στη χρήση του εν λόγω εξοπλισμού. Η εκπαίδευση σε προπτυχιακό επίπεδο δεν είναι επαρκής. Η μετά τη βασική εκπαίδευση στην ασφαλή χρήση του Ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, βελτιώνει το επίπεδο των γνώσεων και των πρακτικών των νοσηλευτών. Απαιτείται συνεχιζόμενη εκπαίδευση και επικαιροποίηση των γνώσεων δεδομένης τηςαλματώδους ανάπτυξης της τεχνολογίας στο χώρο της υγείας.Λέξεις κλειδιά: Ιατροτεχνολογικός Εξοπλισμός, Νοσηλευτές, Νοσηλευτική Εκπαίδευση, Συνεχιζόμενη Επαγγελματική Εκπαίδευση, Βιοϊατρική Μηχανική.


2009 ◽  
Vol 17 (1) ◽  
pp. 28-33 ◽  
Author(s):  
Alexandre Pazetto Balsanelli ◽  
Isabel Cristina Kowal Olm Cunha ◽  
Iveth Yamaguchi Whitaker

This study aims to explore the association between nurses' leadership styles and personal and professional nursing profile and workload. The sample consisted of seven nurses and seven nursing technicians who were grouped into pairs. At the end of three months, nurses were queried regarding what leadership style would be adopted when the nursing technician under their evaluation delivered care to patients admitted to the ICU. Relevant data was analyzed by applying descriptive statistics, Tukey's multiple comparison test and Student's t-test (p< 0.05). Nursing workload reached 80.1% on average. The personal and professional profile variables did not show any relation with the leadership styles chosen by nurses (p>0.05). The determine, persuade, and share leadership styles prevailed. However, whenever the nursing workload peaked, the determine and persuade styles were used (p<0.05).


2010 ◽  
Vol 14 (1) ◽  
pp. 15 ◽  
Author(s):  
G. QUADRI ◽  
N. NATALE ◽  
C. SPREAFICO ◽  
C. BELLONI ◽  
D. BARISANI ◽  
...  

Intravesical prostaglandin E2 is effective in the recovery of spontaneous voiding after transvaginal reconstruction of the pubocervical fascia and short arm sling according to Lahodny. The aim of the study was to compare the effects of intravesical prostaglandin E2 in the prevention of urinary retention after transvaginal reconstruction of the pubocervical fascia and short arm sling according to Lahodny. STUDY DESIGN: From November 1996 to June 1999 fifty women underwent the Lahodny procedure for moderate/severe cystocele and stress urinary incontinence. Women were randomly assigned to 1 of the 2 study groups: intravesical prostaglandin E2 versus controls. Data obtained were analyzed with the Student t test and the Fisher exact test. RESULTS: Two patients of the treatment group had to be excluded from the study, one because of the wrong measurement of the post-voidal residual volume and another due to a fastidious burning sensation which appeared immediately after prostaglandin instillation and required the suspension of the treatment. No other side effects such as nausea, vomiting, diarrhea or hyperthermia were observed. Patients who underwent the prostaglandin E2 treatment showed a recovery of spontaneous voiding after 7.9&plusmn;6.7 days, whereas this interval was significantly longer in the control group, being 12.9&plusmn;9.7 days (p=0.04, Two tailed Unpaired Student's T test). CONCLUSION: The effectiveness and the low associated morbidity mark the treatment with intravesical prostaglandin E2 useful in the recovery of normal voiding after transvaginal pubocervical fascia reconstruction and short arm sling with the procedure according to Lahodny.


2018 ◽  
Vol 5 (2) ◽  
pp. 105-108
Author(s):  
Lijo Isaac ◽  
A. P. Nirmal Raj ◽  
Reshma Karkera ◽  
R Naveen Reddy

Very little studies were done on relationship of the dental status and the nutritional status. The present study was done to study relation between edentulism and the presence of anemia. The study was included of 46 adult patients with edentulism and same numbers of patients were taken as controls. The results were tabulated and analyzed with the help of IBM SPSS statistics 20 using student’s t test. The hemoglobin levels were lower in the edentulous patients that that of the control group. The present study had shown that the nutritional status were poor resulting in anemia in case of edentulous patients as compared to control group with the same age group.  


2020 ◽  
Author(s):  
Ha Nam Khanh Giao ◽  
Dang Thu Huong

Hiện nay, các khách sạn nhà hàng đều đưa chương trình “Định hướng khách hàng” vào trong quá trình hội nhập của doanh nghiệp cho những nhân viên mới và nhân cũ tái hội nhập. Đề tài được thực hiện nhằm tìm hiểu những nhân tố đánh giá định hướng khách hàng của nhân viên tiếp xúc trực tiếp khách hàng thuộc bộ phận thực phẩm (Food &amp; Beverages- F&amp;B) và bộ phận buồng (Housekeeping) tại các khách sạn 3-5 sao tại thành phố Hồ Chí Minh, và đo lường thang đo các nhân tố ảnh hưởng đến kỹ năng bán hàng hướng tới người mua.Phương pháp nghiên cứu bao gồm nghiên cứu định tính nhằm khám phá vấn đề và thiết kế bản câu hỏi, nghiên cứu định lượng: thống kê mô tả, thiết lập và kiểm định mô hình, phân tích nhân tố khám phá (Exploratory factor analysis- EFA), kiểm định thang đo (Cronbach’s Alpha), t-test, ANOVA với phần mềm SPSS for Windows 15.0. Kết quả ủng hộ 4 nhân tố xác định “định hướng khách hàng”: Khả năng làm việc nhóm, Môi trường doanh nghiệp, Khả năng phát triển nghề nghiệp, Kinh nghiệm làm việc.


Sign in / Sign up

Export Citation Format

Share Document