Η επίπτωση του πολυμορφισμού C34T του υποδοχέα P2Y12 των αιμοπεταλίων στην λειτουργικότητα των αγγείων σε στεφανιαίους ασθενείς
Η στεφανιαία νόσος (ΣΝ) αποτελεί μια από τις πιο επικίνδυνες παθήσεις του 21 αιώνα με μεγάλο κοινωνικό οικονομικό κόστος. Η καλύτερη αντιμετώπιση των ασθενών, που αποτελεί ηθική αρχή των επιστημών υγείας, έχει οδηγήσει σε αναρίθμητες μελέτες για την εύρεση καλύτερων φαρμάκων και πιο εξελιγμένων επεμβατικών τεχνικών. Τα ήδη υπάρχοντα φάρμακα αν και αποτελούν άλμα στην αντιμετώπιση του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου (ΟΕΜ) έχουν ορισμένα μειονεκτήματα στην κλινική τους πράξη, όπως η αντίσταση του φαρμάκου κλοπιδογρέλη. Η αντίσταση στην κλοπιδογρέλη είναι ένα θέμα που προβληματίζει τους σημερινούς καρδιολόγους και χρήζει διερεύνησης.Σκοπός: Στην παρούσα μελέτη εξετάσθηκε η επίπτωση του πολυμορφισμού C34T του υποδοχέα P2Y12 των αιμοπεταλίων σε σταθερούς στεφανιαίους ασθενείς μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου στην ενδοθηλιακή λειτουργία, στην αρτηριακή σκληρία των μεγάλων αγγείων, στους δείκτες φλεγμονής, τους βιοχημικούς δείκτες στην αντιδραστικότητα των αιμοπεταλίων και στην συσχέτιση με τα καρδιαγγειακά συμβάματα. Υλικό και μέθοδος: Μελετήθηκε επίπτωση της ύπαρξης ή όχι του Τ-αλληλόμορφου για τον πολυμορφισμό C34T του υποδοχέα P2Y12 των αιμοπεταλίων στην λειτουργικότητα των μεγάλων αγγείων σε σταθερούς στεφανιαίους ασθενείς. Η εξέταση περιελάμβανε την λήψη πλήρους ιστορικού, την εκτίμηση της ενδοθηλιακής λειτουργίας μέσω της μέτρησης της ενδοθηλιοεξαρτώμενης αγγειοδιαστολής (FMD), την εκτίμηση της σκληρίας του αορτικού τοιχώματος μέσω της μέτρησης της καρωτιδομηριαίας ταχύτητας του σφυγμικού κύματος (PWV), την εκτίμηση των ανακλωμένων κυμάτων μέσω του δείκτη ενίσχυσης των ανακλωμένων κυμάτων (AIx), την εκτίμηση της κεντρικής συστολικής πίεσης και της κεντρικής πίεσης σφυγμού. Δείγματα αίματος ελήφθησαν με φλεβοκέντηση κατά τις βασικές μετρήσεις για μέτρηση φλεγμονωδών δεικτών (TNFα, IL-6, ICAM), δεικτών ηπατικής βιοχημείας, νεφρικής λειτουργίας και λιπιδαιμικού προφίλ, μια γενική αίματος και φρέσκο ολικό αίμα για το Verify Now. Τέλος αίμα φυγοκεντρήθηκε και αποθηκεύτηκε μετά από ειδική επεξεργασία για την γενετική ταυτοποίηση του πολυμορφισμού C34T. Πραγματοποιήθηκε επανέλεγχος των ασθενών για την παρατήρηση της ζωτικής και φυσικής κατάσταση, για την εμφάνιση αιμορραγιών και για την επιβίωση. Αποτελέσματα: Η ύπαρξη ή όχι του Τ αλληλόμορφου του πολυμορφισμού C34T του υποδοχέα P2Y12 των αιμοπεταλίων δεν επηρέασε το FMD (p=0,776), το AI75 (p=0.206), το PWV(p=0,604), την ΤC (p=0,685), την LDL-c (p=0,309), την HDL-c (p=0,272), τα τριγλυκερίδια (p=0,621), τον Αιματοκρίτη (HCT) (p=0,25), την Αιμοσφαιρίνη (HGB) (p=0,238), τα Αιμοπετάλια (PLT) (p=0,883), το ICAM-1 [p=0,491], τον ΤNFα [p=0,83], την IL-6 [p=0,96], το PRU (p=0,249), το πρωτογενές καταλυτικό σημείο (HR: 1.61), 95% (CI) 0.82 εν 3.18, p=0.17) και τον κίνδυνο για μείζων αιμορραγία (HR: 1.33, 95%CI 0.54 εν 3.31, p=0.52). Επηρέασε την αντίσταση στην κλοπιδογρέλη (PRU>230) (p=0,036) δείχνοντας ότι το ποσοστό των ασθενών που έχουν αντίσταση στην κλοπιδογρέλη είναι μεγαλύτερο στους ομόζυγους για το Τ αλλήλιο. Συμπέρασμα: Βρέθηκε ότι οι πάσχοντες που φέρουν τον σπάνιο τύπο του C34T έχουν αυξημένη αντίσταση στην κλοπιδογρέλη χωρίς να επηρεάζουν κάποιον από τους άλλους υπό μελέτη παράγοντες. Απαιτούνται μεγαλύτερες και αναλυτικότερες έρευνες οι οποίες να περιλαμβάνουν το γονιδιακό προφίλ του κάθε ασθενούς σε σχέση με τα γονίδια τα οποία μπορεί να οδηγούν στην αντίσταση, συσχέτιση μεταξύ της κλοπιδογρέλης και άλλων φαρμάκων αλλά και μέτρηση της κλοπιδογρέλης και με άλλους τρόπους εκτός από το Verify Now.