scholarly journals Η επίδραση των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας σε λειτουργικούς και δομικούς δείκτες πρώιμης αθηρωμάτωσης σε μεταεμμυνοπαυσιακές γυναίκες

2016 ◽  
Author(s):  
Λεωνίδας Παπαδόπουλος

Εισαγωγή: Η εμμηνόπαυση σηματοδοτεί το τέλος της αναπαραγωγικής ζωής της γυναίκας αφού προηγηθεί μια φάση μετάβασης που χαρακτηρίζεται από σημαντικές μεταβολές στην παλίνδρομη ρύθμιση της υποθάλαμο-υποφυσιακής μονάδας από τη γηράσκουσα ωοθήκη. Στη φάση αυτή, υπάρχει προοδευτική μείωση της τακτικότητας των εμμηνορρυσιακών κύκλων λόγω σημαντικών μεταβολών στα επίπεδα της οιστραδιόλης της FSH και των ανασταλτινών παράλληλα με τη σημαντική μείωση της δεξαμενής των ωοθυλακίων και που μπορεί να συνοδεύονται από ποικίλου βαθμού συμπτωματολογία όπως εξάψεις, διαταραχές του ύπνου, κατάθλιψη και μειωμένη σεξουαλική επιθυμία. Ο κυριότερος παράγοντας που διαφοροποιεί τις γυναίκες από τους άνδρες, είναι τα oιστρογόνα και κατά τη μετάβαση στην εμμηνόπαυσή η μείωση των ενδογενών επιπέδων οιστρογόνων στα οποία έχει αποδοθεί καρδιοπροστατευτικός ρόλος, αυξάνει την επίπτωση καρδιαγγειακής νοσηρότητας, ιδίως οξέων εμφραγμάτων μυοκαρδίου και στηθαγχικών επεισοδίων. Πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι εμμηνοπαυσιακές γυναίκες με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά προσωπικότητας παρουσιάζουν πιο έντονα κλιμακτηρικά συμπτώματα, επίσης διαφορετικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας έχουν και διαφορετική επίδραση στο καρδιαγγειακό προφίλ της γυναίκας.Σκοπός της μελέτης:Η παρούσα μελέτη έχει ως σκοπό, αφενός, να εκτιμηθεί η ευαισθησία του μοντέλου Cloninger να ανιχνεύει αλλαγές στην ιδιοσυγκρασία και τον χαρακτήρα κατά τη διάρκεια της μετάβασης στην εμμηνόπαυση και, αφετέρου, να εξακριβώσει αν τα εν λόγω γνωρίσματα της ιδιοσυγκρασία και του χαρακτήρα συνδέονται με την εμφάνιση των συμπτωμάτων της κλιμακτηρίου και αλλαγών στο αγγειακό σύστημα. Επίσης διερευνήθηκε η ύπαρξη πιθανών συσχετίσεων των διαφορετικών χαρακτηριστικών της προσωπικότητας με πρώιμες αθηρωματικές αλλοιώσεις, όπως αυτές εκτιμώνται από αγγειακούς δείκτες πρώιμης αθηρωμάτωσης.Υλικά και μέθοδος:Αυτή η διατμηματική-συγχρονική μελέτη περιλαμβάνει 170 υγιή, περι- και μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες οι οποίες παρακολουθούνται από την Κλινική εμμηνόπαυσης του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Αρεταίειου στο διάστημα μεταξύ Ιουνίου του 2009 και Νοεμβρίου του 2010. Οι ασθενείς συμπλήρωσαν το ερωτηματολόγιο του Cloninger το οποίο αποτελείται από τέσσερις παραμέτρους της Ιδιοσυγκρασίας: Αποφυγή βλάβης, Αναζήτηση νέων εμπειριών, Εξάρτηση από την επιβράβευση και Επιμονή καθώς και τρεις παραμέτρους του Χαρακτήρα: Αυτοπροσδιορισμός Αυτοϋπέρβαση Συνεργασιμότητα. Τα αγγειοκινητικά ψυχολογικά και σωματικά συμπτώματα της εμμηνόπαυσης μετρήθηκαν με την κλίμακα κλιμακτηρίου κατά GREENE. Τέλος οι ασθενείς μας υποβλήθηκαν σε αιματολογικές εξετάσεις και μια πληθώρα μη επεμβατικών μετρήσεων πρώιμης διάγνωσης υποκλινικής αθηρωμάτωσης όπως η μέτρηση του πάχους του έσω μέσου χιτώνα του αγγειακού τοιχώματος (intima-media thickness, IMT), της ταχύτητας του σφυγμικού κύματος (pulse wave velocity, PWV), του κεντρικού αυξητικού δείκτη (augmentation index, Aix) και της εκτίμησης της ενδοθηλιακής λειτουργίας μέσω της εξαρτώμενης από το ενδοθήλιο αγγειοδιαστολή της βραχιονίου αρτηρίας (flow mediated dilation, FMD).Αποτελέσματα : Σε σύγκριση με το γενικό πληθυσμό οι γυναίκες στην εμμηνόπαυση παρουσίασαν μικρότερα σκορ στην αναζήτηση νέων εμπειριών και στην εξάρτηση από την ανταμοιβή καθώς και υψηλά σκορ στην επιμονή στον αυτοπροσδιορισμό στη συνεργατικότητα και στην αυτοϋπέρβαση. Ψηλά σκορ στην αποφυγή βλάβης (η τάση να αποφεύγεις την τιμωρία, εσωστρεφής) συσχετίζονται με αγχώδεις διαταραχές και συμπτωματολογία κατάθλιψης ενώ χαμηλά σκορ του αυτοπροσδιορισμού (τη δυνατότητα να ξεπεράσει κάποιος και να προσαρμοστεί σε νέες συνθήκες) συσχετίζονται μόνο με συμπτωματολογία κατάθλιψης. Από την πολυπαραγοντική ανάλυση παλινδρόμησης, ψηλές τιμές αποφυγής βλάβης και χαμηλές τιμές αυτοπροσδιορισμού συσχετίστηκαν ανεξαιρέτως με την παρουσία καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Δεν παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις μεταξύ των χαρακτηριστικών του TCI-140 και των σωματικών ή αγγειοκινητικών συμπτωμάτων του κλιμακτήρα. Όσον αφορά τους συσχετισμούς μεταξύ του TCI 140 και των μη επεμβατικών μετρήσεων πρώιμης διάγνωσης υποκλινικής αθηρωμάτωσης έχουμε τα εξής αποτελέσματα. Στις συσχετίσεις με μη παραμετρικά τεστ φαίνεται ότι υπάρχει στατιστικά σημαντική επιβαρυντική σχέση ανάμεσα στο πάχος του έσω μέσου χιτώνα με την αντίληψη του ατόμου ως μέρος του σύμπαντος «Αυτοϋπέρβαση». Στη μονοπαραγοντική και πολυπαραγοντική ανάλυση με μοντέλα γραμμικής και λογαριθμικής παλινδρόμησης φάνηκε ότι η «Αποφυγή βλάβης» και η «Επιμονή» επηρεάζουν αρνητικά το πάχος του έσω μέσου χιτώνα, καθώς και το ότι η «Εξάρτηση από την επιβράβευση» επηρεάζει δυσμενώς τον κεντρικό αυξητικό δείκτη (augmentation index, Aix). Τέλος από την πολυμεταβλητή ανάλυση φάνηκε ότι η συνιστώσα η οποία αποτελείται από χαμηλή «Αποφυγή βλάβης» και αυξημένος «Αυτοπροσδιορισμός» δρα προστατευτικά στα αγγεία διατηρώντας χαμηλό το IMT, ενώ αντίθετα οι δύο συνιστώσες που συσχετίζονται κυρίως με τις μεταβλητές «Αναζήτηση νέων εμπειριών» και «Εξάρτηση από την επιβράβευση» χαρακτήριζαν άτομα με σημαντική υποκλινική ή επιταχυνόμενη στεφανιαία νόσο. Στην ανάλυση σε υποομάδες, δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική σχέση ανάμεσα στα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και στους πρώιμους δείκτες αθηρωμάτωσης για τις περιεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ενώ αντίθετα, υπήρχαν στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις χαρακτηριστικών προσωπικότητας και παρουσίας καρωτιδικών πλακών και του δείκτη επαύξησης αρτηριακής πίεσης στις γυναίκες που βρίσκονταν και επίσημα σε εμμηνόπαυση.Συμπέρασμα:Τα ευρήματα μας δείχνουν ότι τα περισσότερα χαρακτηριστικά της ιδιοσυγκρασία και του χαρακτήρα σύμφωνα με το μοντέλο του Cloninger σε περι- και μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ποικίλλουν σημαντικά σε σύγκριση με το γενικό πληθυσμό. Ανάμεσα στα διάφορα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς η υψηλή αποφυγή βλάβης και ο χαμηλός αυτοπροσδιορισμός είχαν την πιο έντονη συσχέτιση με τα ψυχολογικά συμπτώματα αλλά όχι με τα σωματικά και αγγειοκινητικά συμπτώματα της κλιμακτηρίου. Αντίστοιχα φάνηκε ότι η χαμηλή αποφυγή βλάβης συσχετιζόμενος με τον υψηλό αυτοπροσδιορισμό έχουνε προστατευτικό ρόλο στα αγγεία όπως επίσης ότι η υψηλή αποφυγή βλάβης, η εξάρτηση από την επιβράβευση, και η επιμονή φαίνεται ότι έχουν μία επιβαρυντική δράση στο αγγειακό δίκτυο. Οι συσχετίσεις αυτές ήταν στατιστικά σημαντικές μόνο για τις εμμηνοπαυσιακές γυναίκες και όχι για τις περιεμμηνοπαυσιακές.

Medicina ◽  
2007 ◽  
Vol 43 (7) ◽  
pp. 529 ◽  
Author(s):  
Milda Kovaitė ◽  
Žaneta Petrulionienė ◽  
Ligita Ryliškytė ◽  
Jolita Badarienė ◽  
Alma Čypienė ◽  
...  

Objective. To investigate the relationship of arterial wall parameters (flow-mediated dilatation of the brachial artery, augmentation index, pulse wave velocity, stiffness index, carotid intima-media thickness) to conventional cardiovascular risk factors and cardiovascular risk assessed by SCORE system. Material and methods. A total of 209 subjects aged 40–65 years without clinically overt cardiovascular disease were examined. Parameters of arterial stiffness were obtained by two methods: augmentation index and carotid-radial pulse wave velocity by applanation tonometry and stiffness index by the means of finger photoplethysmography. Flow-mediated dilatation of the brachial artery, reflecting endothelial function, and carotid intima-media thickness was determined using a high-resolution B-mode ultrasonography. Results. Age and the presence of diabetes strongly influenced all parameters of the arterial wall (diabetes was not independent predictor when evaluating augmentation index). Mean arterial pressure and gender were independent predictors for arterial stiffness parameters – carotid-radial pulse wave velocity and augmentation index. Flow-mediated dilatation was strongly dependent on the diameter of the brachial artery, age, and body mass index. Using logistic regression, it was found that pulse wave velocity (P=0.014), intima-media thickness (P=0.004), and flow-mediated dilatation (P=0.020) were important parameters dividing subjects to the groups of increased (³5%) and low (<5%) cardiovascular risk assessed by SCORE system. The cutoff values for intima-media thickness and pulse wave velocity were 0.078 cm and 8.95 m/s, respectively. Conclusions. Arterial wall parameters are closely associated with conventional risk factors; they are influenced by age and the presence of diabetes. Arterial stiffness parameters are also influenced by mean arterial pressure; high-density lipoprotein cholesterol has influence on carotid intima-media thickness. Cutoff values for carotid intima-media thickness and carotid-radial pulse wave velocity could help to discriminate patients with increased cardiovascular risk.


2014 ◽  
Vol 12 (1) ◽  
Author(s):  
Rosa Maria Bruno ◽  
Elisabetta Bianchini ◽  
Francesco Faita ◽  
Stefano Taddei ◽  
Lorenzo Ghiadoni

2021 ◽  
Vol 11 (1) ◽  
Author(s):  
Delia Taverner ◽  
Dídac Llop ◽  
Roser Rosales ◽  
Raimon Ferré ◽  
Luis Masana ◽  
...  

AbstractTo validate in a cohort of 214 rheumatoid arthritis patients a panel of 10 plasmatic microRNAs, which we previously identified and that can facilitate earlier diagnosis of cardiovascular disease in rheumatoid arthritis patients. We identified 10 plasma miRs that were downregulated in male rheumatoid arthritis patients and in patients with acute myocardial infarction compared to controls suggesting that these microRNAs could be epigenetic biomarkers for cardiovascular disease in rheumatoid arthritis patients. Six of those microRNAs were validated in independent plasma samples from 214 rheumatoid arthritis patients and levels of expression were associated with surrogate markers of cardiovascular disease (carotid intima-media thickness, plaque formation, pulse wave velocity and distensibility) and with prior cardiovascular disease. Multivariate analyses adjusted for traditional confounders and treatments showed that decreased expression of microRNA-425-5p in men and decreased expression of microRNA-451 in women were significantly associated with increased (β = 0.072; p = 0.017) and decreased carotid intima-media thickness (β = −0.05; p = 0.013), respectively. MicroRNA-425-5p and microRNA-451 also increased the accuracy to discriminate patients with pathological carotid intima-media thickness by 1.8% (p = 0.036) in men and 3.5% (p = 0.027) in women, respectively. In addition, microRNA-425-5p increased the accuracy to discriminate male patients with prior cardiovascular disease by 3% (p = 0.008). Additionally, decreased expression of microRNA-451 was significantly associated with decreased pulse wave velocity (β = −0.72; p = 0.035) in overall rheumatoid arthritis population. Distensibility showed no significant association with expression levels of the microRNAs studied. We provide evidence of a possible role of microRNA-425-5p and microRNA-451 as useful epigenetic biomarkers to assess cardiovascular disease risk in patients with rheumatoid arthritis.


2018 ◽  
Author(s):  
Θεοδοσία Κόνσολα

Εισαγωγή: Ο Σακχαρώδης Διαβήτης (ΣΔ) σχετίζεται με ενδοθηλιακή δυσλειτουργία, αυξημένη αρτηριακή σκληρία και χρόνια συστηματική φλεγμονή. Το Διαβητικό Πόδι (ΔΠ) αποτελεί τη συχνότερη επιπλοκή του μη ελεγχόμενου ΣΔ και σχετίζεται με αυξημένη νοσηρότητα. Το ΔΠ, μεταξύ άλλων, αναπτύσσεται ως συνέπεια της μικροαγγειακής και μακροαγγειακής δυσλειτουργίας.Σκοπός: Οι παθογενετικοί μηχανισμοί της διαβητικής μικροαγγειοπάθειας δεν είναι πλήρως κατανοητοί. Στη μελέτη μας διερευνήσαμε τις πιθανές συσχετίσεις του ΔΠ με την ενδοθηλιακή δυσλειτουργία, την αρτηριακή σκληρία και τη φλεγμονή σε ανθενείς με ΣΔ τύπου 2 (ΣΔ-2), καθώς επίσης και τον πιθανό συσχετισμό της γενετικής μεταβλητότητας του γονιδίου της ενδοθηλιακής συνθετάσης του νιτρικού οξειδίου (eNOS) με την εξέλιξη της μικροαγγειακής νόσου σε ασθενείς με ΣΔ-2. Μέθοδοι: Συμμετείχαν 284 ασθενείς με ΣΔ-2 και 196 υγιείς-μάρτυρες αντίστοιχης ηλικίας και φύλου, μη πάσχοντες από ΣΔ, καρδιαγγειακή ή άλλη νόσο. Όλοι οι ασθενείς με ΣΔ-2 εκτιμήθηκαν από ειδικούς διαβητολόγους προκειμένου να ελεγχθεί η παρουσία ή απουσία νόσου ΔΠ. Η ενδοθηλιακή λειτουργία εκτιμήθηκε μέσω της ενδοθηλιο-εξαρτώμενης διάτασης της βραχιονίου αρτηρίας (brachial flow mediated dilation - FMD), ενώ η καρωτιδο-μηριαία ταχύτητα σφυγμικού κύματος (carotid-femoral pulse wave velocity – PWV) και ο δείκτης ενίσχυσης ανακλώμενων κυμάτων augmentation index - AΙx), καθορίστηκαν μέσω της συσκευής SphygmoCor, ως δείκτες των ελαστικών ιδιοτήτων της αορτής και των μεγάλων αγγείων. Τα επίπεδα στον ορό της hsCRP και της IL-6 μετρήθηκαν ως δείκτες συστηματικής φλεγμονής, ενώ εκτιμήθηκε και η κάθαρση κρεατινίνης (Cr Cl MDRD), ταυτόχρονα με άλλους βιοχημικούς βιοδείκτες, συμπεριλαμβανομένης της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c). Επιπλέον, σε 202 από τους ανωτέρω ασθενείς μετρήθηκαν τα επίπεδα του αγγειακού αυξητικού ενδοθηλιακού παράγοντα (VEGF), ενώ καθορίστηκε και ο γονότυπός τους για τους πολυμορφισμούς Τ786C και G894T του γονιδίου της eNOS. Τέλος, οι ασθενείς επανεκτιμήθηκαν μετά από 30 μήνες για τυχόν εξέλιξη της διαβητικής μικροαγγειοπάθειας (οριζόμενης ως ανάπυξη νέου ΔΠ, νέας διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας (ΔΑ) και/ή έκπτωση της Cr Cl MDRD >25%). Αποτελέσματα: Η επίπτωση του ΔΠ μεταξύ των ασθενών με ΣΔ-2 ήταν 24,6%. Δεν υπήρχαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στην ηλικία, το φύλο, τους καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου (όπως τα κάπνισμα, η υπέρταση και η υπερλιπιδαιμία), και την HbA1c, μεταξύ των ασθενών με ΔΠ και χωρίς ΔΠ (ΧΔΠ) (P=NS για όλα). Ωστόσο, οι ασθενείς με ΔΠ είχαν σημαντικά αυξημένη διάρκεια ΣΔ-2 σε σύγκριση με αυτούς ΧΔΠ (19.5±1.1 vs. 12.0±0.6 years, P=0.001). Όπως αναμέναμε, οι ασθενείς με ΣΔ-2 είχαν χαμηλότερο FMD και αυξημένο PWV και AΙx σε σύγκριση με τους υγιείς μάρτυρες, ενώ οι ασθενείς με ΔΠ βρέθηκαν περισσότερο επιβαρυμένοι αναφορικά με την ενδοθηλιακή λειτουργία και την αρτηριακή σκληρία, μεταξύ των ασθενών με ΣΔ-2. Η σταδιοποίηση του ΔΠ (σύμφωνα με το σύστημα ταξινόμησης του διαβητικού τραύματος του Πανεπιστημίου του Texas) σχετίσθηκε στατιστικά σημαντικά με τις τιμές των log [FMD] (ρ=-0.165, P=0.006), AIx (ρ=0.200, P<0.05), και log [PWV] (ρ=0.234, P<0.05). Επιπλέον, η διάρκεια του ΣΔ-2 είχε έντονα θετική συσχέτιση με τους δείκτες PWV και AIx αλλά μόνο μέτρια με το FMD, ενώ η τιμή log [HbA1c%] δεν συσχετίσθηκε με τα FMD, PWV ή AIx (P=NS για όλα). Δεν υπήρχαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στα επίπεδα των CRP και IL-6 μεταξύ των ασθενών με ΔΠ και ΧΔΠ. Σε πολυπαραγοντική ανάλυση, τα FMD και AIx παρέμειναν ανεξάρτητοι προγνωστικοί δείκτες για το ΔΠ (R2 for the model: 0.167, P=0.005). Όσον αφορά τον καθορισμό των γονοτύπων στους διαβητικούς ασθενείς, βρέθηκε ότι οι 786CC ομοζυγώτες είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα του παράγοντα VEGF σε σχέση με τους 786CT και 786TT γονοτύπους (CT/TT: 383.3 ± 43.6 pg/mL vs. CC:586.5±91.8pg/mL, p<0.05). Παρομοίως, οι 894TT ομοζυγώτες είχαν υψηλότερα επίπεδα του παράγοντα VEGF σε σχέση με τους άλλους γονοτύπους (624.9 ± 145.2 vs. 390.6 ± 40.0, respectively, p<0.05). Με τη χρήση ενός επιπρόσθετου μοντέλου γενετικού κινδύνου, οι φορείς των αλληλόμορφων 894T και 786C σχετίσθηκαν με αυξημένο κίνδυνο εξέλιξης της μικροαγγειοπάθειας [για 894T: OR=2.753 (95%CI:1.146-6.615), p< 0.05 και για 786C: 3.137 (95%CI:1.281-7.686), p< 0.05]. Η ταυτόχρονη παρουσία και των δύο αλληλομόρφων προσδίδει ένα πρόσθετο κίνδυνο για εξέλιξη της μικροαγγειοπάθειας [OR=4.740 (95%CI:1.582-14.204), p=0.005], ανεξάρτητα από την ηλικία, το φύλο και τον δείκτη μάζας σώματος (BMI).Συμπεράσματα: Στη μελέτη μας, το ΔΠ σε ασθενείς με ΣΔ-2 συσχετίσθηκε για πρώτη φορά με την ενδοθηλιακή δυσλειτουργία και την αυξημένη αρτηριακή σκληρία. Παρατηρήθηκε ότι η ενδοθηλιακή δυσλειτουργία συμβαίνει στα αρχικά στάδια της νόσου, ενώ η μείωση της ελαστικότητας των αγγείων αποτελεί προοδευτική διαδικασία σε ασθενείς με ΣΔ-2. Τα αποτελέσματα της μελέτης δείχνουν ότι η αρτηριακή σκληρία αυξάνεται ανάλογα με τη διάρκεια του ΣΔ-2 (ανεξάρτητα από το γλυκαιμικό έλεγχο), γεγονός που καταδεικνύει προοδευτικά αυξανόμενη αγγειακή δυσκαμψία, ισχυρά σχετιζόμενη με την εκδήλωση ΔΠ. Επιπλέον, οι δείκτες FMD και AIx αναδείχτηκαν ως ανεξάρτητοι προγνωστικοί δείκτες της εκδήλωσης ΔΠ σε ασθενείς με ΣΔ-2. Απαιτούνται ωστόσο περαιτέρω έρευνες για να διευκρινιστεί εάν αυτοί οι ευρέως χρησιμοποιούμενοι δείκτες αγγειακής λειτουργίας θα μπορούσαν να έχουν ρόλο ως εργαλεία διαλογής για τη διαστρωμάτωση κινδύνου των ασθενών με ΣΔ-2. Τέλος, καταδείξαμε ότι η γενετική μεταβλητότητα του γονιδίου της eNOS συσχετίζεται ανεξάρτητα με την ανάπτυξη νέου ΔΠ, νέας ΔΑ ή έκπτωσης της νεφρικής λειτουργίας, σε χρονικό ορίζοντα 30 μηνών, σε ασθενείς με ΣΔ-2. Η εξαχθείσα αυτή αλληλεπίδραση μεταξύ της γενετικής ποικιλομορφίας του eNOS γονιδίου και της εξέλιξης της διαβητικής μικροαγγειοπάθειας, πιθανότατα μέσω επίδρασης αγγειογενετικών μηχανισμών, χρήζει περαιτέρω διερεύνησης.


Sign in / Sign up

Export Citation Format

Share Document