Κλινικοπαθολογοανατομική μελέτη περιγεννητικής θνησιμότητας εμβρύων 2ου και 3ου τριμήνου
Εισαγωγή: Η περιγεννητική θνησιμότητα είναι ένας από τους πρωιμότερους δείκτες Μαιευτικής Περίθαλψης. Έχουν καταγραφεί τουλάχιστον 32 συστήματα ταξινόμησης των αιτιών θανάτου με βάση διαφορετικούς ορισμούς, τη χρονική περίοδο, τα διαφορετικά δεδομένα και τους στόχους των εκάστοτε μελετών. Παρουσιάζουμε τα αίτα θανάτου των θνησιγενών εμβρύων και νεογνών κατά τα έτη 1993-2012 σε τριτοβάθμιο Νοσοκομείο των Αθηνών. Υλικά και Μέθοδος: Πρόκειται για μια αναδρομική μελέτη βασισμένη στο αρχείο των νεκροτομών εμβρύων και νεογνών της τελευταίας 20ετίας από την 22η εβδομάδα κύησης έως και 7 ημέρες μετά τον τοκετό. Για την ταξινόμηση των αποτελεσμάτων εξαιρέθηκαν οι φαρμακευτικές αποβολές και όσες περιείχαν ασαφείς μεταβλητές. Η μακρο/μικροσκοπική εξέταση του θνησιγενούς εμβρύου-υμένων πραγματοποιήθηκαν από παθολογοανατόμο εξειδικευμένο στην περιγεννητική ιατρική. Επιλέχθηκε το σύστημα ReCoDe2005 (relevant condition of death) το οποίο ανταποκρινόταν με απλό και ανά εξεταζόμενη μονάδα -έμβρυο, μητέρα, υμένες, τραύμα κτλ- στα ευρήματα του Εργαστηρίου μας.Αποτελέσματα: Από το 1993 μέχρι το 2012 καταγράφηκαν 23.520 γεννήσεις. Σε αυτές, σημειώθηκαν 278 περιγεννητικοί θάνατοι. Το 52,1% των θανάτων αφορούσε σε αγόρια. Επίσης, το 90,3% των περιπτώσεων ήταν πρόωρα. Το μέσο βάρος ήταν 1029,3 gr και το μέσο εκατοστημόριο ήταν το 29,8. Στο 78,4% των περιπτώσεων ο πλακούντας δεν ήταν φυσιολογικός και στο 27,7% ο ομφάλιος λώρος δεν ήταν φυσιολογικός. Ακόμα, το 33,0% των περιπτώσεων αφορούσε σε δίδυμη/πολύδυμη κύηση. Το είδος της αποβολής ήταν κατά κύριο λόγο αυτόματη (94,6% των περιπτώσεων). Το 30,9% των αποβολών που καταγράφηκαν έγιναν από το 1993 έως το 1997, και η πλειοψηφία των αποβολών έγινε μεταξύ 22ης και 27ης εβδομάδας κύησης με το ποσοστό να φτάνει το 61,2%. Επίσης, το 33,2% των περιπτώσεων αφορούσε σε μητέρες που ήταν 25-30 ετών και το 31,8% σε μητέρες που ήταν 31-35 ετών. Συνολικά, στο χρόνο καταγραφής σημειώθηκαν 11,8 αποβολές ανά 1000 γεννήσεις, ενώ η συχνότερη αιτία αφορούσε σε πρόβλημα το εμβρύου με το ποσοστό να φτάνει το 44,6% ενώ στο 19,4% υπήρξε πρόβλημα στον πλακούντα.Συμπεράσματα: Η χρήση μιας ενιαίας μεθόδου κατηγοριοποίησης των αιτιών της περιγεννητικής θνησιμότητας σε ευρεία βάση δεδομένων – πχ ICD10 – θα μπορούσε να συνεισφέρει στην καλύτερη κατανόηση και αντιμετώπισή τους.