scholarly journals Αξιοποίηση υγρού υπολείμματος από μονάδες αφαλάτωσης με χρήση ανανέωσιμων πηγών ενέργειας, για την ανάκτηση νερού και την παραγωγή άλατος

2016 ◽  
Author(s):  
Δημήτριος Ξεύγενος

Είναι κοινά αποδεκτό ότι η αφαλάτωση διαδραματίζει ήδη, και θα διαδραματίσει στο μέλλον ολοένα και σημαντικότερο ρόλο, για το υδατικό ισοζύγιο άνυδρων περιοχών όπως στη Μεσόγειο Θάλασσα. Στην Ελλάδα, παρατηρείται ότι μερικά υδατικά διαμερίσματα παρουσιάζουν ελλειμματικό υδατικό ισοζύγιο. Το πλέον ελλειμματικό ισοζύγιο εντοπίζεται στο υδατικό διαμέρισμα των νήσων Αιγαίου. Στα νησιά αυτά πολλές φορές είναι απαραίτητη η χρήση πολύ δαπανηρών πρακτικών για την κάλυψη των αναγκών σε νερό, όπως με μεταφορά νερού με υδροφόρα πλοία. Για την ασφαλέστερη και οικονομικότερη παραγωγή νερού, σήμερα χρησιμοποιούνται σε πολλά από τα νησιά αυτά μονάδες αφαλάτωσης. Η αφαλάτωση, ως μία διεργασία που απομακρύνει άλατα από το θαλασσινό (ή υφάλμυρο) νερό, αναπόφευκτα παράγει υγρά απόβλητα που είναι σχεδόν διπλάσιας αλατότητας από το θαλασσινό νερό. Το απόβλητο αυτό λέγεται άλμη και μπορεί να προκαλέσει σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, αν δεν διαχειριστεί με το σωστό τρόπο.Σήμερα οι τρόποι διαχείρισης αυτού του αποβλήτου περιλαμβάνει τις ακόλουθες πέντε (5) τεχνικές: (α) Διάθεση σε επιφανειακά νερά (Surface Water Discharge), (β) Διάθεση σε συστήματα αποχέτευσης (Sewer Discharge), (γ) Έγχυση σε υπόγειους γεωλογικούς σχηματισμούς (Deep Well Injection), (δ) Λίμνες εξάτμισης (Evaporation Ponds), (ε) Άρδευση, αναφέρεται συχνά και ως διάθεση στο έδαφος (Land Application). Κάθε τεχνική προκαλεί, σε διαφορετικό βαθμό, περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Στόχος αυτής της διδακτορικής διατριβής είναι ο σχεδιασμός ενός συστήματος, ο οποίος θα είναι σύμφωνος με την αρχή των μηδενικών υγρών αποβλήτων (Zero Liquid Discharge, ZLD). Το σύστημα αυτό έχει διττό στόχο: (α) να εξαλείψει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που σχετίζονται με τη διάθεση της άλμης στο περιβάλλον και (β) να εξετάσει τη δυνατότητα αξιοποίησης της άλμης.Στη διατριβή αυτή, έχοντας αρχικά μελετήσει τα συστήματα ZLD, πραγματοποιείται ο σχεδιασμός ενός καινοτόμου συστήματος επεξεργασίας της άλμης σε τρία στάδια: (α) αρχικός σχεδιασμός, (β) προκαταρκτικός σχεδιασμός και (γ) αναλυτικός σχεδιασμός. Το κάθε στάδιο σχεδιασμού έχει τους δικούς του στόχους και μεθοδολογία, με τον αρχικό σχεδιασμό να στοχεύει στην επιλογή του διαγράμματος ροής, τον προκαταρκτικό σχεδιασμό στην διαστασιολόγηση των επιμέρους συνιστωσών και τον τελικό σχεδιασμό στην ανάπτυξη κατασκευαστικών σχεδίων. Η κλίμακα του συστήματος επεξεργασίας της άλμης που σχεδιάστηκε ήταν πιλοτική (2 m3/ημέρα). Το πιλοτικό σύστημα αποτελείται από τρεις (3) συνιστώσες: (α) τον εξατμιστήρα, (β) τον κρυσταλλωτήρα και (γ) τον ξηραντήρα. Η ενέργεια του συστήματος προσφέρεται από ηλιακή ενέργεια, με τη χρήση ηλιακών συλλεκτών κενού. Μετά το σχεδιασμό του, ακολούθησε η κατασκευή, εγκατάσταση και η start-up λειτουργία του πιλοτικού συστήματος. Η πιλοτική μονάδα κατασκευάστηκε στο πλαίσιο του ερευνητικού Ευρωπαϊκού Έργου SOL-BRINE (LIFE09 ENV/GR/000299). Εγκαταστάθηκε σε μονάδα αφαλάτωσης στην περιοχή του Αγίου Φωκά, στην Τήνο. Η λειτουργία και βελτιστοποίηση του συστήματος διήρκεσε 1 χρόνο. Για τη βελτιστοποίηση του συστήματος, πραγματοποιήθηκαν τρεις σειρές πειραματικών κύκλων, σύμφωνα με το πρωτόκολλο πειραμάτων που εκπονήθηκε. Έτσι, λήφθηκαν τόσο υγρά όσο και στερεά δείγματα από τα διάφορα στάδια επεξεργασίας, καθώς επίσης και από την εκροή και την τροφοδοσία της παρακείμενης μονάδας αφαλάτωσης. Τα δείγματα αυτά μεταφέρθηκαν στην Μονάδα Περιβαλλοντικής Επιστήμης και Τεχνολογίας, όπου αναλύθηκαν με τη χρήση κατάλληλου αναλυτικού εξοπλισμού (ICP, ICP-MS, Φωτόμετρο, Αγωγιμόμετρο, XRD, SEM-EDS). Από τις μετρήσεις και με χρήση επίσης της διεθνούς βιβλιογραφίας εκτιμήθηκε η οικονομική αξία της άλμης που παράγεται από μονάδες αφαλάτωσης θαλασσινού νερού. Η οικονομική αξία αυτή εκτιμήθηκε στη βάση των προϊόντων που ανακτήθηκαν κατά τη λειτουργία του πιλοτικού συστήματος (αποσταγμένο νερό) και στη δυνατότητα ανάκτησης (μελλοντικά) άλατα υψηλής καθαρότητας. Η γνώση της οικονομικής αξίας 1 m3 άλμης ήταν καταλυτικής σημασίας για την εκπόνηση μελέτης σκοπιμότητας ανάπτυξης του συστήματος σε μεγαλύτερη κλίμακα (100 m3/ημέρα). Έτσι, έχοντας διατυπώσει προτάσεις ανάπτυξης του συστήματος σε μεγάλη κλίμακα, εκτιμάται το κόστος επεξεργασίας της άλμης, λαμβάνοντας υπόψη τόσο το κόστος επένδυσης, όσο και το αναμενόμενο κόστος λειτουργίας. Το κόστος αυτό ανήχθηκε ανά m3 άλμης. Συγκρίνοντας το κόστος επεξεργασίας με την οικονομική αξία 1 m3 άλμης, εξάγονται σημαντικά συμπεράσματα σχετικά με τη σκοπιμότητα υλοποίησης ενός συστήματος επεξεργασίας της άλμης σε μεγαλύτερη κλίμακα. Τέλος, αποτυπώνεται η αγορά των αλάτων, του νερού και της αφαλάτωσης, με στόχο τον προσδιορισμό κατάλληλων ευκαιριών υλοποίησης μίας πιθανής εμπορικής εφαρμογής στην Ελλάδα.

Author(s):  
Mike Fahy ◽  
Ken Mercer ◽  
Berrin Tansel ◽  
James Jensen

2021 ◽  
Vol 13 (12) ◽  
pp. 6565
Author(s):  
Shama E. Haque

Phosphorus is an essential component of modern agriculture. Long-term land application of phosphorous-enriched fertilizers and animal manure leads to phosphorus accumulation in soil that may become susceptible to mobilization via erosion, surface runoff and subsurface leaching. Globally, highly water-soluble phosphorus fertilizers used in agriculture have contributed to eutrophication and hypoxia in surface waters. This paper provides an overview of the literature relevant to the advances in phosphorous management strategies and surface water quality problems in the U.S. Over the past several decades, significant advances have been made to control phosphorus discharge into surface water bodies of the U.S. However, the current use of phosphorus remains inefficient at various stages of its life cycle, and phosphorus continues to remain a widespread problem in many water bodies, including the Gulf of Mexico and Lake Erie. In particular, the Midwestern Corn Belt region of the U.S. is a hotspot of phosphorous fertilization that has resulted in a net positive soil phosphorous balance. The runoff of phosphorous has resulted in dense blooms of toxic, odor-causing phytoplankton that deteriorate water quality. In the past, considerable attention was focused on improving the water quality of freshwater bodies and estuaries by reducing inputs of phosphorus alone. However, new research suggests that strategies controlling the two main nutrients, phosphorus and nitrogen, are more effective in the management of eutrophication. There is no specific solution to solving phosphorus pollution of water resources; however, sustainable management of phosphorus requires an integrated approach combining at least a reduction in consumption levels, source management, more specific regime-based nutrient criteria, routine soil fertility evaluation and recommendations, transport management, as well as the development of extensive phosphorus recovery and recycling programs.


1995 ◽  
Vol 31 (8) ◽  
pp. 141-145 ◽  
Author(s):  
A. H. W. Beusen ◽  
O. Klepper ◽  
C. R. Meinardi

A model is described that aims at predicting surface water quality from N- and P-inputs on a European scale. The model combines a GIS-based approach to estimate loads, geohydrological data to define model structure and statistical techniques to estimate parameter values. The model starts with an inventory of sources of N and P: agriculture, wastewater and (for N) atmospheric deposition. Nitrogen flows are assumed to follow both surface- and groundwater flows, while for phosphorus only surface water flow is taken into account. A calibration of loss terms of N and P (assumed to be constants for the whole of Europe) by comparing total inputs to measured loads shows good agreement between observations and calculated river discharges. For the coastal seas of Europe concentrations are calculated by assuming conservative behaviour of N and P. Freshwater quality problems occur in western Europe with its intensive agriculture and high population density and locally in southern Europe where dilution is low due to low water discharge. In the marine environment the main problem areas are the Baltic and Black seas, with much lower impacts in the North and Adriatic Sea; in other coastal waters human impacts are essentially negligible.


Sign in / Sign up

Export Citation Format

Share Document