scholarly journals Παιδικό τραύμα και επιδράσεις στην ψυχοκοινωνική προσαρμογή κατά την ενήλικη ζωή

2015 ◽  
Author(s):  
Ζωή Αντωνοπούλου

Η παρούσα διατριβή έχει ως κύριο σκοπό τη διερεύνηση των σχέσεων του παιδικού ψυχικού τραύματος με ορισμένες μεταβλητές της ψυχοκοινωνικής προσαρμογής κατά την ενήλικη ζωή. Ως παιδικό τραύμα ορίζεται μία αρνητική εμπειρία που λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του ατόμου, η οποία εκτείνεται από την βρεφική ηλικία έως το τέλος της εφηβείας. Ο αριθμός των εμπειριών που μπορεί, εν δυνάμει, να προκαλέσουν ψυχικό τραύμα είναι τόσο μεγάλος ώστε δεν είναι δυνατόν να διερευνηθούν όλες. Στην παρούσα μελέτη διερευνώνται οι ακόλουθοι τέσσερις τύποι παιδικού τραύματος, οι οποίοι, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, είναι οι συνηθέστεροι: α) λόγω σωματικής τιμωρίας, β) λόγω συναισθηματικής κακοποίησης, γ) λόγω σεξουαλικής κακοποίησης ή παρενόχλησης και δ) τραυματικές εμπειρίες που δεν εντάσσονται σε καμία από τις παραπάνω κατηγορίες και χαρακτηρίζονται ως τραυματικές εμπειρίες ποικίλης αιτιολογίας ή ως γενικό τραύμα . Οι μεταβλητές ψυχοκοινωνικής προσαρμογής, η σχέση των οποίων με το παιδικό τραύμα διερευνάται στην παρούσα μελέτη, είναι το άγχος, η αλεξιθυμία, η αναβλητικότητα, η ποιότητα ζωής, καθώς και ψυχοπαθολογικά και ψυχοσωματικά συμπτώματα που αναφέρουν τα άτομα κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο. Στη μελέτη συμμετείχαν 605 άτομα (402 γυναίκες) προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) και του Παντείου Πανεπιστημίου με μέσο όρο ηλικίας 24,3 έτη. Η συμμετοχή στην έρευνα ήταν εθελοντική και η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε υπό καθεστώς αυστηρής ανωνυμίας. Η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με τη χορήγηση ερωτηματολογίων/κλιμάκων μέτρησης του πρώιμου τραύματος (Early Trauma Inventory-Self Report-Short-Form, ETI-SR-SF), του καταστασιακού και του δομικού άγχους (State-Trait Anxiety Inventory-STAI), της Αλεξιθυμίας (Toronto Alexithymia Scale-TAS-20), της Ποιότητας ζωής (World Health Organization Quality of Life Assessment-Short Version, WHOQOL-BREF), της αναβλητικότητας (Tuckman Procrastination scale-TPS), της κλίμακας συμπτωμάτων σχετιζόμενων με το τραύμα (Trauma Symptom Checklist – 40, TSC-40), καθώς και ενός ερωτηματολογίου για τη μέτρηση δημογραφικών μεταβλητών που σχεδιάστηκε από την ερευνήτρια. Για το ερωτηματολόγιο ETI-SR-SF και τις κλίμακες TPS και TSC-40 χρειάστηκε να δημιουργηθούν ελληνικές εκδοχές και να ελεγχθούν οι βασικές ψυχομετρικές τους ιδιότητες, δεδομένου ότι μελετώνται για πρώτη φορά σε ελληνικό πληθυσμό. Τα κύρια ευρήματα της παρούσας μελέτης εντοπίζονται: α) σε σημαντικές θετικές συσχετίσεις του παιδικού τραύματος με το καταστασιακό και κυρίως με το δομικό άγχος, καθώς και με αποσυνδετικού τύπου συμπτώματα, με κατάθλιψη, διαταραχές ύπνου και με σεξουαλικά προβλήματα κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο και β) σε σημαντικές αρνητικές συσχετίσεις με τις διαστάσεις της ποιότητας ζωής «ψυχολογική υγεία» και «κοινωνικές σχέσεις». Σε ό,τι αφορά τους τύπους τραύματος, το τραύμα λόγω συναισθηματικής κακοποίησης εμφανίζει τις ισχυρότερες συσχετίσεις με τις παραπάνω μεταβλητές ψυχοκοινωνικής προσαρμογής. Σχετικά με τις διαφορές ανάμεσα στα φύλα, οι άνδρες αναφέρουν σημαντικά περισσότερες τραυματικές εμπειρίες λόγω σωματικής τιμωρίας, ενώ οι γυναίκες λόγω σεξουαλικής κακοποίησης ή παρενόχλησης. Επίσης, οι γυναίκες αναφέρουν σημαντικά περισσότερα συμπτώματα αποσυνδετικού τύπου, άγχους και κατάθλιψης από τους άνδρες. Τα αποτελέσματα δείχνουν επίσης ότι το παιδικό τραύμα και οι διάφορες μορφές του είναι ένα πολύ συχνό φαινόμενο στον ελληνικό φοιτητικό πληθυσμό, δεδομένου ότι το 98% των συμμετεχόντων ανέφερε τουλάχιστον μια τραυματική εμπειρία, ενώ πολύ υψηλά ποσοστά βρέθηκαν και σε σχέση με τους διάφορους τύπους τραύματος. Συνοπτικά τα ευρήματα της μελέτης, αν και δεν μπορούν να γενικευτούν, υποδεικνύουν ότι η κακοποίηση κατά την παιδική ηλικία και κυρίως η συναισθηματική κακοποίηση έχει αρνητικές επιπτώσεις σε σημαντικούς τομείς της ψυχοκοινωνικής προσαρμογής κατά την ενήλικη ζωή. Επιπλέον η μελέτη καταδεικνύει ότι το παιδικό τραύμα είναι ένα ανησυχητικά συχνό φαινόμενο στον ελληνικό φοιτητικό πληθυσμό, γεγονός το οποίο θα πρέπει να προβληματίσει τους ειδικούς και χρήζει περαιτέρω διερεύνησης.

2017 ◽  
Author(s):  
Ειρήνη Πρέκκα

Ο κύριος σκοπός της παρούσας διατριβής είναι η διερεύνηση των σχέσεων μεταξύ του ψυχολογικού παιδικού τραύματος και ορισμένων ψυχοκοινωνικών επιπτώσεων του κατά την ενήλικη ζωή. Επιμέρους στόχοι της συγκεκριμένης ερευνητικής εργασίας είναι η διερεύνηση του διαγενεακού ψυχικού τραύματος και η ενδεχόμενη επίδραση του στις επόμενες γενιές. Η προσέγγιση της παρούσας μελέτης είναι μεικτή και βασίζεται στον συνδιασμό ποσοτικής έρευνας και μελέτης περίπτωσης.Ο όρος παιδικό ψυχικό τραύμα αναφέρεται στο αποτέλεσμα ενός αρνητικού συμβάντος που έλαβε χώρα κατά τη βρεφική ή παιδική ηλικία και πριν την ηλικία των 18 ετών και μπορεί να περιλαμβάνει διάφορες τραυματικές εμπειρίες που βίωσε το άτομο. Οι τραυματικές εμπειρίες που διερευνήθηκαν στη παρούσα μελέτη και οι οποίες σύμφωνα με τη βιβλιογραφία είναι οι συνηθέστερες, κατατάσσονται στους εξής τέσσερις τύπους : α) ψυχικό τραύμα λόγω σωματικής τιμωρίας, β) ψυχικό τραύμα λόγω συναισθηματικής κακοποίησης, γ) ψυχικό τραύμα λόγω σεξουαλικής κακοποίησης ή παρενόχλησης και δ) τραυματικές εμπειρίες που δεν εντάσσονται σε καμία από τις παραπάνω κατηγορίες και χαρακτηρίζονται ως τραυματικές εμπειρίες ποικίλης αιτιολογίας ή ως γενικό ψυχικό τραύμα. Οι δείκτες ψυχοκοινωνικής επίπτωσης οι οποίοι μελετήθηκαν στην ποσοτική έρευνα, αναφορικά πάντα με τη σχέση τους με το παιδικό τραύμα, είναι: η ποιότητα ζωής, οι αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, οι τύποι προσκόλλησης που αναπτύσσουν τα πρώιμα τραυματισμένα άτομα, καθώς και ένα εύρος συμπτωμάτων σχετιζόμενων με το τραύμα, που αναφέρουν τα εν λόγω άτομα κατά την ενήλικη και τρέχουσα χρονική περίοδο. Η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε για τη διερεύνηση των άνωθεν συσχετίσεων είναι η ποσοτική έρευνα. Ένας από τους παράγοντες που ενδεχομένως θα μπορούσε να επηρεάζει την ευαλωτότητα κάποιων ατόμων απέναντι σε αγχογόνα συμβάντα είναι η διαγενεακή μεταβίβαση του τραύματος. Ο όρος «διαγενεακή μεταβίβαση του τραύματος» αφορά τη συνειδητή ή ασυνείδητη μεταφορά ψυχικών τραυμάτων και των επιπτώσεων τους από γενιά σε γενιά. Πρόκειται για ένα τραυματικό γεγονός ή κατάσταση της οποίας οι ψυχολογικές επιπτώσεις μεταδίδονται τις περισσότερες φορές με ασυνειδήτους μηχανισμούς από γενιά σε γενιά. Καθώς στην ελληνική βιβλιογραφία δεν υπάρχουν, εξ’όσων γνωρίζουμε, δημοσιευμένες ερευνητικές μελέτες για τη διερεύνηση του 12διαγενεακού τραύματος, στη συγκεκριμένη εργασία προτιμήθηκε η μελέτη περίπτωσης και πιο συγκεκριμένα η μέθοδος της συνέντευξης.Αναφορικά με τη μεθοδολογία της ποσοτικής μελέτης, το δείγμα αποτελούνταν από 324 άτομα (266 γυναίκες), προπτυχιακοί φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών – Φιλοσοφική Σχολή (ΕΚΠΑ) και του Παντείου Πανεπιστημίου με μέσο όρο ηλικίας 20 έτη. Η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με τη χορήγηση ερωτηματολογίων/κλιμάκων μέτρησης του παιδικού τραύματος (Early Trauma Inventory-Self-Report-Short-Form, ETI-SR-SF), της Ποιότητας ζωής (World Health Organization Quality of Life Assessment-Short Version, WHOQOL-BREF),τον Κατάλογο Συμπεριφορών Αυτοτραυματισμού (The Self-Harm Inventory, SHI), της κλίμακας Δεσμού Ενηλίκων (The Revised Experiences in Close Relationsips Scale), της κλίμακας συμπτωμάτων σχετιζόμενων με το τραύμα (Trauma Symptom Checklist – 40, TSC-40), καθώς και ενός ερωτηματολογίου για τη μέτρηση δημογραφικών μεταβλητών που σχεδιάστηκε από την ερευνήτρια.Οι συμμετέχουσες στη μελέτη περίπτωσης αποτελούνταν από 2 άγαμες γυναίκες ηλικίας 20 ετών που φοιτούσαν στο τμήμα Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστήμιου. Οι συμμετέχουσες στην συνέντευξη επιλέχθησαν μέσα από το ευρύτερο αρχικό δείγμα. Το κριτήριο επιλογής τους ήταν να έχουν αναφέρει τουλάχιστον ένα συμβάν σεξουαλικής κακοποίησης και να έχουν συμφωνήσει να συμμετέχουν στην διαδικασία της συνέντευξης. Οι δύο συμμετέχουσες κλήθηκαν σε ημιδομημένη συνέντευξη που περιλάμβανε θεματικούς άξονες με ανοικτές ερωτήσεις, ενώ επιπρόσθετα χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος του γενεογράμματος, προκειμένου να συγκεντρωθούν πληροφορίες για τα μέλη της οικογένειας και τις μεταξύ τους σχέσεις, που αφορούν τουλάχιστον τρείς γενιές.Τα κύρια ευρήματα της παρούσας μελέτης εντοπίζονται: α) σε σημαντικές αρνητικές συσχετίσεις και των τεσσάρων τύπων παιδικού τραύματος (τραύμα ποικίλης αιτιολογίας, τραύμα σωματικής κακοποίησης, τραύμα συναισθηματικής κακοποίησης και τραύμα σεξουαλικής κακοποίησης) με όλες τις διαστάσεις της ποιότητας ζωής (σωματική υγεία, ψυχολογική υγεία, κοινωνικές σχέσεις και περιβάλλον) β) σε σημαντικές θετικές συσχετίσεις των τεσσάρων τύπων παιδικού τραύματος με ψυχοπαθολογικά προβλήματα κατά τη τρέχουσα χρονική περίοδο (άγχος, κατάθλιψη, αποσυνδετικού τύπου συμπτώματα και σεξουαλικά προβλήματα), γ) σε σημαντική 13θετική συσχέτιση μεταξύ των τεσσάρων τύπων παιδικού τραύματος και του τύπου προσκόλλησης που χαρακτηρίζεται από άγχος και δ) σε σημαντική θετική συσχέτιση μεταξύ των τεσσάρων τύπων παιδικού τραύματος και των αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών. Σχετικά με τις διαφορές ανάμεσα στα φύλα, οι άνδρες αναφέρουν σημαντικά περισσότερες τραυματικές εμπειρίες λόγω σωματικής τιμωρίας. Επιπλέον, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι το παιδικό τραύμα και οι διάφορες μορφές του είναι ένα πολύ συχνό φαινόμενο στον ελληνικό φοιτητικό πληθυσμό, δεδομένου ότι το 96% των συμμετεχόντων ανέφερε τουλάχιστον μια τραυματική εμπειρία, ενώ πολύ υψηλά ποσοστά βρέθηκαν και στους διάφορους τύπους τραύματος.Συνοπτικά τα ευρήματα της μελέτης, αν και δεν μπορούν να γενικευτούν, υποδεικνύουν ότι οι τραυματικές εμπειρίες που λαμβάνουν χώρα πριν την ηλικία των 18 δύναται να έχουν αρνητικές επιπτώσεις σε σημαντικούς τομείς της ψυχοκοινωνικής προσαρμογής κατά την ενήλικη ζωή. Ιδιαίτερο κομμάτι καταλαμβάνουν οι συνέπειες των τραυμάτων και ο τρόπος μεταδοσής τους στις επόμενες γενιές. Ο έγκαιρος εντοπισμός και η εκτίμηση των συναισθηματικών, αλλά και των γενικότερων αναγκών των ατόμων που έχουν βιώσει κάποιο τραυματικό γεγονός, μπορεί να αποτελέσει οδηγό για τον σχεδιασμό κατάλληλων ψυχοθεραπευτικών παρεμβάσεων, γεγονός που αποτελεί τον απώτερο σκοπό του εν λόγω πονήματος.


2005 ◽  
Vol 20 (S3) ◽  
pp. S313-S317 ◽  
Author(s):  
J. Bobes ◽  
P. García-Portilla ◽  
P.A. Sáiz ◽  
T. Bascarán ◽  
M. Bousoño

AbstractThe recognition of the importance of evaluating the quality of life of patients with schizophrenia highlighted the importance ofdeveloping appropriate instruments. In this paper we review the available quality of life instruments focusing on their conceptual framework, structure, administration and psychometric properties. First, we address the generic instruments that have been validated for schizophrenic populations, namely the World Health Organization Quality of Life Assessment (WHOQOL), the Medical Outcome Study (MOS) 36-Item Short-Form Health Survey (SF-36) and the EuroQoL-5 Dimensions (EQ-5D). Then, we focus on instruments that have been specifically developed for patients with schizophrenia and other or severe mentally illness such as the Quality of Life Scale (QLS), the Quality of Life Interview (QoLI), the Lancashire Quality of Life Profile (LQoLP), the Sevilla Quality of Life Questionnaire (SQLQ), the Personal Evaluation of Transitions in Treatment (PETIT), and the Quality of Life Questionnaire in Schizophrenia (S-QoL).


2016 ◽  
Vol 41 (3) ◽  
Author(s):  
Bruna Malavazzi Lima ◽  
Franciele Andrade Araújo ◽  
Fátima Ayres de Araújo Scattolin

Introdução: Nos últimos anos a expectativa de vida vem aumentando em todo o mundo. A manutenção da capacidade funcional e da qualidade de vida (QV) dessa população é um dos desafios da atualidade. Objetivo: Avaliar a QV e a independência funcional de idosos frequentadores do Clube do Idoso do município de Sorocaba e investigar a correlação entre essas medidas. Métodos: Participaram idosos de ambos os sexos com idade ≥60 anos. Foram utilizados: Instrwumento de Caracterização Sociodemográfica; World Health Organization Quality of Life Assessment-Old (WHOQOL-OLD) e Medida de Independência Funcional (MIF). Análises estatísticas realizadas: teste de Mann-Whitney e teste de Kruskal-Wallis para comparação entre os escores e o coeficiente de correlação de postos de Spearman para verificar a correlação entre os instrumentos. Resultados: Participaram 71 idosos, 69,01% mulheres, 56,34% com idade entre 60 e 69 anos, 33,80% casados e 83,10% aposentados. Não houve diferenças significativas quanto ao sexo para os dois instrumentos e quanto à idade nos escores do WHOQOL-OLD. Os idosos ≥80 anos apresentaram queda da independência funcional (p<0,001) e aqueles com mais anos de estudo apresentaram maior independência funcional e avaliaram melhor a QV global. Houve correlação diretamente proporcional entre escores da MIF e QV. Conclusão: Este estudo apontou que a funcionalidade está diretamente ligada à QV. Daí a importância dos grupos de terceira idade como forma de favorecer a prática de atividade física e aumentar a interação social, fatores essenciais na proteção e promoção da saúde e da QV dessa população.


Geriatrics ◽  
2020 ◽  
Vol 5 (4) ◽  
pp. 102
Author(s):  
Margarida Goes ◽  
Manuel José Lopes ◽  
João Marôco ◽  
Henrique Oliveira ◽  
César Fonseca ◽  
...  

The aim of this study was to evaluate the psychometric qualities of the WHOQOL-BREF(PT) (the questionnaire developed by the World Health Organization Quality of Life Grpup for quality of life assessment), when applied to Portuguese elderly people residing in a community setting. The psychometric qualities were assessed by confirmatory factor analysis. A hierarchical second-order model and a third model were performed, and all three models presented similar and reasonable adjustment indexes. The data analysis showed that the construct failed only regarding discriminant validity because the correlations between the first-order factors were higher, associated with lower values of average variance extracted. The psychometric qualities found in the original translation/validation of the WHOQOL-BREF(PT) were compared with those found in this study; this study found higher correlations between domains but a similar level of factor reliability. The findings of this study lead to three recommendations: (i) to compute each factor score for each participant using the factor score weights obtained from confirmatory analysis models instead of adopting a unitary weight for each item, as proposed by the authors of the original translation/validation of the WHOQOL-BREF(PT); (ii) to compute a QOL score, which is not included in the original translation/validation; and (iii) to analyze differences between individual scores for each participants, which should be done by a group of health experts.


2007 ◽  
Vol 29 (3) ◽  
pp. 265-267 ◽  
Author(s):  
Simone Hauck ◽  
Letícia Kruel ◽  
Anne Sordi ◽  
Gabriela Sbardellotto ◽  
Aline Cervieri ◽  
...  

INTRODUÇÃO: A eficácia da psicoterapia psicanalítica foi bem estabelecida através de ensaios clínicos controlados; no entanto, algumas das características individuais que predizem melhores resultados são ainda pouco estudadas. O objetivo do estudo foi avaliar a associação entre os dados demográficos, o diagnóstico psiquiátrico, a sintomatologia clínica, a qualidade de vida, os critérios de indicação da psicoterapia, o estilo defensivo e o abandono da psicoterapia psicanalítica antes de 3 meses de tratamento. MÉTODO: Uma amostra consecutiva de 56 pacientes foi avaliada após a indicação da psicoterapia, através de um protocolo padronizado, do World Health Organization Quality of Life Bref (WHOQOL-Bref), do Self Report Questionnaire, do Defensive Style Questionnaire, da Escala de Funcionamento Defensivo do Manual de Diagnóstico e Estatística das Perturbações Mentais, 4ª edição, texto revisado (DSM-IV-TR) e da Avaliação do Funcionamento Global (Global Assessment of Functioning), e acompanhada por 3 meses. RESULTADOS: A taxa de abandono foi de 12,5%. Não houve diferença quanto à Avaliação do Funcionamento Global, Self Report Questionnaire e Defensive Style Questionnaire. Os pacientes que abandonaram estavam satisfeitos com sua saúde, apesar da gravidade da sua psicopatologia, mesmo controlando para outras variáveis (p < 0,0001). O grupo que permaneceu em tratamento apresentava melhor adaptação prévia e maior proporção de indivíduos com inteligência estimada como média ou superior (p < 0,05). Maior proporção de pacientes no grupo do abandono foi classificada em níveis imaturos, segundo a Escala de Funcionamento Defensivo do DSM-IV-TR. CONCLUSÕES: A gravidade da psicopatologia, isoladamente, não teve associação com o abandono; entretanto, menor nível de insight e defesas mais imaturas (especialmente narcisistas) foram associados a maiores taxas de abandono. Esses aspectos devem ser seriamente considerados, juntamente com as expectativas do paciente quanto ao método analítico, e avaliados criteriosamente antes da indicação.


Author(s):  
Damiana Aparecida Trindade Monteiro ◽  
Flávia Aparecida Dias ◽  
Daniel Vicentini de Oliveira ◽  
Matheus Amarante do Nascimento ◽  
Leiner Resende Rodrigues ◽  
...  

Objetivo: comparar a qualidade de vida (QV) de idosos hipertensos em função de variáveis sociodemográficas. Métodos: Pesquisa transversal da qual participaram 635 idosos, de ambos os sexos (212 homens e 423 mulheres), residentes na zona urbana de Uberaba-MG. Como instrumentos, foram utilizados um questionário sociodemográfico, o World Health Organization Quality of Life Assessment versão curta (WHOQOL-BREF) e o WHOQOL-OLD. A análise dos dados foi conduzida por meio dos testes de Kolmogorov-Smirnov, Mann-Whitney e Kruskal-Wallis (p < 0,05). Resultados: Os resultados evidenciaram que os homens apresentaram escore superior ao das mulheres em todos os domínios e facetas de QV (p < 0,05). Os idosos com mais de 80 anos, com companheiros (as), com maior renda mensal e com maior nível de escolaridade apresentaram melhor percepção de QV em detrimento dos idosos mais jovens, sem companheiro (a) , com menor renda mensal e pior escolaridade (p < 0,05) respectivamente. Conclusão: Concluiu-se que fatores sociodemográficos como sexo, idade, renda mensal, estado civil e escolaridade podem ser considerados elementos intervenientes na percepção de QV dos idosos hipertensos da zona urbana.


Sign in / Sign up

Export Citation Format

Share Document