scholarly journals Ο ορθοκολικός καρκίνος και η διαφοροποίηση της έκφρασης των δεικτών μοριακής βιολογίας και κυτταροκινητικής συμπεριφοράς στις διάφορες μοίρες του παχέος εντέρου

2007 ◽  
Author(s):  
Ιωάννης Οικονομάκης

Ο ορθοκολικός καρκίνος κλασικά θεωρείται ενιαία νοσολογική οντότητα. Παρά ταύτα είναι ευρέως γνωστό ότι υφίστανται σημαντικές διαφορές τόσο στη μακροσκοπική εμφάνιση του καρκίνου του παχέος εντέρου όσο και στις κλινικές του εκδηλώσεις μεταξύ δεξιού και αριστερού κόλου. Επιπρόσθετα, η διαφορετική εμβρυολογική καταβολή του δεξιού και του αριστερού τμήματος του παχέος εντέρου, η οποία και αντανακλάται στην διττή αιμάτωση του οργάνου από την άνω και την κάτω μεσεντέρια αρτηρία, έχει περαιτέρω ενισχύσει την άποψη ότι τα δύο τμήματα του κόλου είναι στην πραγματικότητα δύο διαφορετικά όργανα και επομένως δύο διαφορετικά είδη καρκινογένεσης λαμβάνουν χώρα στην ανάπτυξη του ορθοκολικού καρκίνου, ανάλογα με την εντόπισή του κατά μήκος του κόλου. Η μοριακή βάση της καρκινογένεσης στο παχύ έντερο από την άλλη πλευρά, έχει γίνει αντικείμενο ενδελεχούς μελέτης κατά τα τελευταία χρόνια σε μία σύντονη προσπάθεια να κατανοηθεί καλύτερα η φύση της νόσου. Παρά ταύτα, τα αποτελέσματα μέχρι σήμερα παραμένουν αντιφατικά, με αποτέλεσμα να μην έχει διευκρινιστεί ακόμη η σημασία των δεικτών της μοριακής βιολογίας στην καλύτερη κατανόηση της παθογένεσης της νόσου στο κυτταρικό επίπεδο. Στην παρούσα αναδρομική, τυχαιοποιημένη μελέτη, σε μία σειρά 109 περιπτώσεων αδενοκαρκινώματος του παχέος εντέρου προσδιορίστηκαν με ανοσοϊστοχημικές μεθόδους 6 δείκτες μοριακής βιολογίας, οι p53, PCNA, Ki-67, Bcl-2 και Bax. Από τους ασθενείς αυτούς οι 43 είχαν υποβληθεί σε επέμβαση δεξιάς κολεκτομής ενώ οι 66 είχαν χειρουργηθεί για καρκίνο του αριστερού κόλου (αριστερή κολεκτομή, χαμηλή πρόσθια εκτομή και κοιλιοπερινεϊκή εκτομή). Δύο περιπτώσεις ασθενών με σύγχρονες βλάβες στο δεξιό και το αριστερό κόλον συμπεριελήφθησαν ανεξάρτητα στις αντίστοιχες ομάδες μαζί με τους υπόλοιπους ασθενείς. Με τη χρήση της τεχνολογίας του αναλυτή εικόνας (image analysis), προσδιορίστηκε επίσης, σε 93 από αυτούς τους όγκους, η κατάσταση πλοϊδίας των καρκινικών κυττάρων (ploidy status). Τα αποτελέσματα της ανάλυσης δεν τεκμηρίωσαν την ορθότητα της υπόθεσης περί διαφορετικής μοριακής βιολογίας της καρκινογένεσης μεταξύ δεξιού και αριστερού κόλου. Συγκεκριμένα, δε διαπιστώθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα αδενοκαρκινώματα του δεξιού και του αριστερού κόλου όσον αφορά την έκφραση όλων των δεικτών που μελετήθηκαν, με εξαίρεση την έκφραση του γονιδίου Bax. Το προαγωγό της απόπτωσης αυτό γονίδιο βρέθηκε να έχει αδρανοποιηθεί σε στατιστικά σημαντικά υψηλότερη συχνότητα στα μέτριας διαφοροποίησης (grade II) αδενοκαρκινώματα του δεξιού κόλου σε σχέση με εκείνα του αριστερού (p=0.015). Επιπρόσθετα, στους όγκους του δεξιού κόλου σταδίου II το γονίδιο Bax είχε αδρανοποιηθεί συνεπεία μετάλλαξης πολύ συχνότερα σε σχέση με εκείνους του αριστερού κόλου (p=0.085). Συμπερασματικά, τα μέτριας διαφοροποίησης αδενοκαρκινώματα του δεξιού κόλου παρουσίαζαν 4.5 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα ανοσοϊστοχημικά διαπιστωμένης αδρανοποίησης του γονιδίου Bax σε σχέση με τους καρκίνους του αριστερού κόλου, ενώ ως προς το στάδιο της νόσου οι καρκίνοι σταδίου II του δεξιού κόλου παρουσίαζαν 4.3 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα αδρανοποίησής του σε σχέση με εκείνους που εντοπίζονταν στο αριστερό κόλον. Τέλος, με την εφαρμογή της δοκιμασίας της πολλαπλής λογιστικής παλινδρόμησης (multiple logistic regression model) η μόνη από τις μεταβλητές ηλικία, φύλο, βαθμός ιστοπαθολογικής κακοήθειας, στάδιο της νόσου και εντόπιση του όγκου που διαπιστώθηκε ότι επηρεάζει την έκφραση του γονιδίου Bax ήταν η μεταβλητή εντόπιση. Ειδικότερα, ασθενείς που έπασχαν από αδενοκαρκινώματα του δεξιού κόλου παρουσίαζαν 2.45 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα αδρανοποίησης του προαποπτωτικού γονιδίου Bax συγκρινόμενοι με εκείνους που έπασχαν από βλάβες του αριστερού κόλου. Από την ανάλυση των αποτελεσμάτων της παρούσης μελέτης δεν τεκμηριώνεται οποιαδήποτε κλινικά σημαντική διαφοροποίηση ως προς το στάδιο και τον ιστοπαθολογικό βαθμό κακοήθειας μεταξύ των καρκίνων του δεξιού και του αριστερού κόλου. Η σταδιοποίηση της νόσου κατά ΤΝΜ και σε μικρότερο βαθμό τα ιστοπαθολογικά χαρακτηριστικά του όγκου αποτελούν έως σήμερα τον μόνο ασφαλή και πρακτικό τρόπο για τον καθορισμό της πρόγνωσης. Με βάση τα προηγούμενα, η εκ μεταλλάξεως αδρανοποίηση του προαγωγού της απόπτωσης γονιδίου Bax δε φαίνεται να σχετίζεται με επιδείνωση της πρόγνωσης των ασθενών. Η αδυναμία κατάδειξης κάποιου συγκεκριμένου ρόλου για τους μοριακούς δείκτες που μελετήθηκαν μπορεί να αποδοθεί σε πολλές αιτίες, όπως π.χ. η υποκειμενική και ημιποσοτική φύση της ανοσοϊστοχημικής ανάλυσης, όμως θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπ’ όψιν η πιθανότητα συγκεκριμένοι μοριακοί δείκτες να σχετίζονται με ένα μόνο μέρος του συνόλου των ασθενών που πάσχουν από ορθοκολικό καρκίνο. Φαίνεται δηλαδή ότι το 85% περίπου των ορθοκολικών καρκίνων ακολουθούν τη μοριακή οδό της καρκινογένεσης που χαρακτηρίζεται από γενικευμένη χρωμοσωμιακή αστάθεια, μείζονα ρόλο στην οποία διαδραματίζουν τα γονίδια APC, K-ras, τα γονίδια του χρωμοσώματος 18q (όπως το DCC) και το γονίδιο p53. Οι ορθοκολικοί καρκίνοι που αναπτύσσονται μέσω της οδού της μικροδορυφορικής αστάθειας από την άλλη πλευρά (το άλλο 15%), δεν έχουν την τάση να φέρουν μεταλλάξεις στα ίδια ρυθμιστικά γονίδια, όπως εκείνοι με γενικευμένη χρωμοσωματική αστάθεια και πιθανώς να αντιπροσωπεύουν έναν κλινικά διακριτό τύπο της νόσου με διαφορετική βιολογική συμπεριφορά. Θα ήταν επομένως σκόπιμο η μελέτη των μοριακών δεικτών να διακρίνει μεταξύ των ορθοκολικών καρκίνων ανάλογα με τον τύπο της μοριακής οδού της καρκινογένεσης, γενικευμένη χρωμοσωματική αστάθεια ή μικροδορυφορική αστάθεια, για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να παρεισφρήσουν στην ανάλυση περιστατικά με διαφορετική βιολογική συμπεριφορά. Εν κατακλείδι, από την ανάλυση των στοιχείων αυτής της μελέτης δε συνάγεται το συμπέρασμα ότι το μοριακό βιολογικό υπόστρωμα και η εν γένει κλινική πορεία του ορθοκολικού καρκίνου διαφοροποιούνται σε σχέση με την εντόπισή του κατά μήκος του κόλου.

2021 ◽  
Vol 2021 ◽  
pp. 1-7
Author(s):  
Jean-Philippe Rozon ◽  
Guillaume Lavertu ◽  
Mélanie Hébert ◽  
Eunice You ◽  
Serge Bourgault ◽  
...  

Purpose. To identify predictive factors for visual outcomes of patients presenting with a posterior segment intraocular foreign body (IOFB). Methods. A retrospective chart review was performed for all consecutive patients operated for posterior segment IOFB removal between January 2009 and December 2018. Data were collected for patient demographics, clinical characteristics at presentation, IOFB characteristics, surgical procedures, and postoperative outcomes. A multiple logistic regression model was built for poor final visual acuity (VA) as an outcome (defined as final VA 50 letters or worse [Snellen equivalent: 20/100]). Results. Fifty-four patients were included in our study. Ninety-three percent of patients were men, with a mean age of 40.4 ± 12.6 years. Metallic IOFB comprised 88% of cases with a mean ± standard deviation (SD) size of 5.31 ± 4.62 mm. VA improved in 70% of patients after IOFB removal. Predictive factors for poor VA outcome included poor baseline VA, larger IOFB size, high number of additional diagnoses, an anterior chamber extraction, a second intervention, the use of C3F8 or silicone tamponade, and the presence of vitreous hemorrhage, hyphema, and iris damage. Predictive factors for a better visual outcome included first intention intraocular lens (IOL) implantation and the use of air tamponade. In the multiple logistic regression model, both baseline VA ( p  = 0.009) and number of additional complications ( p  = 0.01) were independent risk factors for a poor final VA. Conclusions. A high number of concomitant complications and poor baseline VA following posterior segment IOFB were significant predictive factors of poor visual outcome.


2020 ◽  
pp. 030089162096982
Author(s):  
Eduardo Bertolli ◽  
Vinicius F. Calsavara ◽  
Mariana P. de Macedo ◽  
Clovis A.L. Pinto ◽  
João P. Duprat Neto

Background: Although well-established, sentinel node biopsy (SNB) for melanoma is not free from controversies and sometimes it can be questionable if SNB should be considered even for patients who meet the criteria for the procedure. Mathematical tools such as nomograms can be helpful and give more precise answers for both clinicians and patients. We present a nomogram for SNB positivity that has been internally validated. Methods: Retrospective analysis of patients who underwent SNB from 2000 to 2015 in a single institution. Single logistic regressions were used to identify variables that were associated to SNB positivity. All variables with a p value < 0.05 were included in the final model. Overall performance, calibration, and discriminatory power of the final multiple logistic regression model were all assessed. Internal validation of the multiple logistic regression model was performed via bootstrap analysis based on 1000 replications. Results: Site of primary lesion, Breslow thickness, mitotic rate, histologic regression, lymphatic invasion, and Clark level were statistically related to SNB positivity. After internal validation, a good performance was observed as well as an adequate power of discrimination (area under the curve 0.751). Conclusions: We have presented a nomogram that can be helpful and easily used in daily practice for assessing SNB positivity.


2017 ◽  
Vol 4 (suppl_1) ◽  
pp. S31-S32
Author(s):  
Timothy Sullivan ◽  
Judith Aberg

Abstract Background The timely identification of carbapenem resistance is essential in the management of patients with Klebsiella pneumoniae bloodstream infection (BSI). An algorithm using electronic medical record (EMR) data to quickly predict resistance could potentially help guide therapy until more definitive resistance testing results are available. Methods All cases of K. pneumoniae BSI at Mount Sinai Hospital from September 2012 through September 2016 were identified. Cases of persistent BSI or recurrent BSI within 2 weeks were included only once. Patients with recurrent BSI after more than 2 weeks of negative blood cultures were considered distinct cases and included more than once. Carbapenem resistance was defined as an imipenem minimum inhibitory concentration of ≥2 μg/ml. Extensive EMR data for each patient were compiled into a relational database using SQLite. Possible risk factors for carbapenem resistance were queried from the database and analyzed via univariate methods. Significant factors were then entered into a multiple logistic regression model in a forward stepwise approach using SPSS. Results A total of 613 cases of K. pneumoniae BSI were identified in 540 unique patients. The overall incidence of imipenem resistance was 10% (61 cases). Significant markers of resistance included in the final model were (1) prior colonization with imipenem-resistant Klebsiella pneumoniae; (2) hospital unit (defined as high-risk unit, low-risk unit, and emergency department); (3) total inpatient days in the previous 5 years; (4) total days of oral or parenteral antibiotics in the past 2 years; and (5) age &gt;60 years old (Figure 1). The model generated a receiver operating characteristic curve with an area under the curve of 0.75 (Figure 2). At a cut point of 0.083, the model correctly predicted 72% of imipenem-resistant cases while incorrectly labeling 32% of susceptible cases as resistant (Sn = 72%, Sp = 63%, Figure 3). Conclusion A multiple logistic regression model using EMR data can generate immediate, clinically useful predictions of carbapenem resistance in patients with K. pneumoniae BSI. Larger data sets are needed to improve and validate these findings. Disclosures All authors: No reported disclosures.


Sign in / Sign up

Export Citation Format

Share Document