Εισαγωγή: Το θετικό ενεργειακό ισοζύγιο το οποίο προκύπτει σε έναν οργανισμό από την αυξημένη λήψη ενέργειας μέσω της τροφής και την μειωμένη δαπάνη της μέσω της άσκησης, αποθηκεύεται με τη μορφή του λίπους. Η συσσώρευση αυτή του σωματικού λίπους οδηγεί στην ανάπτυξη της παχυσαρκίας. Η παιδική παχυσαρκία αποτελεί ένα νόσημα με επιδημική διάσταση, αφού επιπολάζει περίπου ένα στα δέκα παιδιά του εθνικού πληθυσμού. Στην παθοφυσιολογία της παχυσαρκίας σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η δομική μονάδα του λιπώδους ιστού, το λιποκύτταρο μέσω των κυτταροκινών που εκκρίνει. Οι κυτταροκίνες αυτές ονομάζονται λιποκυτταροκίνες και έχει αποδειχθεί οτι έχουν την δυνατότητα να δρουν αυτοκρινικά, παρακρινικά και ενδοκρινικά. Η απελίνη αποτελεί μία πεπτιδική ορμόνη η οποία ανοίκει στην οικογένεια των λιποκυτταροκινών αφού συντίθεται και εκκρίνεται απο το λιποκύτταρο. Ως λιποκυτταροκίνη η σχέση της απελίνη με την παχυσαρκία τελεί η υπό διερεύνηση. Στους παχύσαρκους ενήλικες, η απελίνη έχει συσχετισθεί στενά με το υπερβάλλον βάρος ενώ αντίθετα στα παχύσαρκα παιδιά και εφήβους τα μέχρι σήμερα διαθέσιμα ερευνητικά δεδομένα είναι ελάχιστα και αντικρουόμενα. Ο υποδοχέας της απελίνης APJ ανοίκει στους G-protein –coupled υποδοχείς. Το γονίδιο που τον κωδικοποιεί (APLNR) φέρει πολλαπλές σημειακές μεταλλάξεις κάποιες εκ των οποίων έχουν προταθεί ως λειτουργικοί πολυμορφισμοί. Ο G212A πολυμορφισμός του γονιδίου του υποδοχέα της απελίνης έχει μελετηθεί στενά σε σχέση με το καρδιαγγειακό σύστημα. Τόσο στην ιδιοπαθή διατατική μυοκαρδιοπάθεια όσο και στην στεφανιαία νόσο, έχει δειχθεί οτι το 212Α αλλήλιο του G212A πολυμορφισμού του γονιδίου APLNR ασκεί ευεργετική επίδραση στην ομοιόσταση του οργανισμού. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής ήταν αφενός η μέτρηση των επιπέδων της απελίνης στον ορό παχύσαρκων παιδιών και παχύσαρκων εφήβων και αφετέρου ο προσδιορισμός του G212A πολυμορφισμού του γονιδίου του υποδοχέα της απελίνης στα παχύσαρκα παιδιά και εφήβους προς αναζήτηση συσχετίσεων. Υλικό και Μέθοδοι: Για το σκοπό αυτό μελετήθηκαν 90 παχύσαρκοι συμμετέχοντες (45 παιδιά/45 έφηβοι) και 90 συμμετέχοντες φυσιολογικού βάρους μετά από στάθμιση των δύο ομάδων ως προς την ηλικία και το φύλο, οι οποίοι προσήλθαν και εξετάστηκαν στο Παιδοενδοκρινολογικό τμήμα της Δ’ Παιδιατρική Κλινικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκη. Διενεργήθηκε πλήρης καταγραφή του ατομικού και οικογενειακού ιστορικού, πλήρης και κατά συστήματα κλινική εξέταση και αιμοληψία σε καθεστώς νηστείας προκειμένου να διενεργθεί ο εργαστηριακός έλεγχος. Στον παχύσαρκο πληθυσμό της διδακτορικής διατριβής ο μεταβολισμός της γλυκόζης εκτιμήθηκε με την διεξαγωγή δοκιμασίας από του στόματος ανοχής γλυκόζης (oral glucose tolerance test, OGTT). Ακολούθως, τα επίπεδα της απελίνης στον ορό προσδιορίσθηκαν με την τεχνική της ενζυμική ανοσοανάλυσης (enzyme-linked immunosorbent assay, ELISA). Προκειμενου να διενεργηθεί η γονιδιακή μελέτη, το γενετικό υλικό (DNA) των παχύσαρκων ασθενών απομονώθηκε από το ολικό περιφερικό τους αίμα. Μετά την ενίσχυση του γενετικού τους προιόντος σε κάθε παχύσαρκο ασθενή προσδιορίστηκε ο G212A πολυμορφισμός. Αποτελέσματα: Φυσιολογικό μεταβολισμό γλυκόζης παρουσίαζαν 26 παχύσαρκα άτομα. Η πλειονότητα των συμμετεχόντων παχύσαρκων ασθενών βρισκόταν σε προδιαβητική κατάσταση (64/90). Η πιο συχνή διαταραχή του μεταβολισμού της γλυκόζης ήταν ο συνδυασμός υπεργλυκαιμίας νηστείας (Impaired fasting glucose, IFG) και διαταραγμένης ανοχής γλυκόζης (impaired glucose tolerance, IGT) ο οποίος βρέθηκε σε 25 ασθενείς. Ακολούθως μεμονωμένη IFG διαγνώστηκε σε 22/90 παχύσαρκους και τέλος μεμονωμένη IGT βρέθηκε σε 17/90 παχύσαρκους. Τα επίπεδα της απελίνης στον ορό βρέθηκαν σημαντικά μειωμένα στους παχύσαρκους συγκριτικά με τους υγιείς συμμετέχοντες (1.45 ngmL-1 (0.63-4.54) vs 1.91 ngmL-1 (0.55-4.71), p:0.001). Διαχωρίζοντας το δείγμα με βάση το στάδιο ενήβωσης, η μείωση της απελίνης στον ορό διατηρούνταν σε στατιστικά σημαντικό επίπεδο μόνο στα παχύσαρκα προεφηβικά παιδιά (1.56 ngmL-1 (0.67-3.9) vs 2.02 ngmL-1 (0.55-4.66), p:0.007). Οι παχύσαρκοι έφηβοι παρουσίαζαν στατιστική τάση για χαμηλότερα επίπεδα απελίνης σε σύγκριση με τους υγιείς εφήβους (p:0.051). Με βάση την κατάσταση του μεταβολισμού της γλυκόζης τους, μόνο οι παχύσαρκοι με διαταραγμένο μεταβολισμό γλυκόζης είχαν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα απελίνης σε σχέση με αυτά των υγιών (1.40 ngmL-1 (0.63-4.54) vs 1.90 ngmL-1 (0.55-4.71), p:0.002). Η κατανομή του G121A πολυμορφισμού στους παχύσαρκους διαμορφώθηκε ως εξής για κάθε γονότυπο: GG:53.3%, GA:38.9%, ΑΑ:7.8%. Η συχνότητα εμφάνισης των γονοτύπων στο δείγμα της παρούσας διατριβής δεν διέφερε από την αναμενόμενη συχνότητα της Καυκάσιας φυλής κατά HapMap (HapMap: GG:46.9%, GA:39.8%, ΑΑ:13.3%, p:0.232). Ο G212A πολυμορφισμός συσχετίστηκε σημαντικά με τα επίπεδα απελίνης στον ορό των παχύσαρκων (p:0.038). Στους παχύσαρκους, οι GG και GA γονοτυπικές ομάδες παρουσίαζαν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα απελίνης ορού, σε σύγκριση με την ΑΑ ομάδα (p:0.013, p:0.016 αντίστοιχα). Συμπεράσματα: Τα παχύσαρκα παιδιά παρουσιάζουν χαμηλότερα επίπεδα απελίνης στον ορό συγκριτικά με τα παιδιά φυσιολογικού βάρους. Ο διαταραγμένος μεταβολισμός της γλυκόζης διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, και σχετίζεται στενά με την μείωση της κυκλοφορούσας απελίνης σε καθεστώς παχυσαρκίας. Στην παχυσαρκία, ο ΑΑ γονότυπος του G212A πολυμορφισμού του γονιδίου του υποδοχέα της απελίνης, αποτελεί ευεργετικό παράγοντα για την διατήρηση των επιπέδων της απελίνης σε υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με τους GA/GG γονοτύπους.