scholarly journals Mechanisms Underlying the Pathogenesis of Isolated Impaired Glucose Tolerance in Humans

2016 ◽  
Vol 101 (12) ◽  
pp. 4816-4824 ◽  
Author(s):  
Ron T. Varghese ◽  
Chiara Dalla Man ◽  
Anu Sharma ◽  
Ivan Viegas ◽  
Cristina Barosa ◽  
...  

Context: Prediabetes is a heterogeneous disorder classified on the basis of fasting glucose concentrations and 2-hour glucose tolerance. Objective: We sought to determine the relative contributions of insulin secretion and action to the pathogenesis of isolated impaired glucose tolerance (IGT). Design: The study consisted of an oral glucose tolerance test and a euglycemic clamp performed in two cohorts matched for anthropometric characteristics and fasting glucose but discordant for glucose tolerance. Setting: An inpatient clinical research unit at an academic medical center. Patients or Other Participants: Twenty-five subjects who had normal fasting glucose (NFG) and normal glucose tolerance (NGT) and 19 NFG/IGT subjects participated in this study. Intervention(s): Subjects underwent a seven-sample oral glucose tolerance test and a 4-hour euglycemic, hyperinsulinemic clamp on separate occasions. Glucose turnover during the clamp was measured using tracers, and endogenous hormone secretion was inhibited by somatostatin. Main Outcome Measures: We sought to determine whether hepatic glucose metabolism, specifically the contribution of gluconeogenesis to endogenous glucose production, differed between subjects with NFG/NGT and those with NFG/IGT. Results: Endogenous glucose production did not differ between groups before or during the clamp. Insulin-stimulated glucose disappearance was lower in NFG/IGT (24.6 ± 2.2 vs 35.0 ± 3.6 μmol/kg/min; P = .03). The disposition index was decreased in NFG/IGT (681 ± 102 vs 2231 ± 413 × 10−14 dL/kg/min2 per pmol/L; P < .001). Conclusions: We conclude that innate defects in the regulation of glycogenolysis and gluconeogenesis do not contribute to NFG/IGT. However, insulin-stimulated glucose disposal is impaired, exacerbating defects in β-cell function.

2020 ◽  
Vol 26 (5) ◽  
pp. 529-534
Author(s):  
Juan Carlos Lizarzaburu-Robles ◽  
Lizardo Torres-Aparcana ◽  
Raúl Mansilla ◽  
José Valera ◽  
Gabriela Vargas ◽  
...  

Objective: The aim of this study was to evaluate the association between the 1-hour oral glucose tolerance test (OGTT) (≥155 mg/dL) and metabolic syndrome (MS) in a sample with previous impaired fasting glucose (IFG). Methods: Three hundred and twenty four Peruvian subjects with a history of IFG ≥100 mg/dL were selected for a cross-sectional study. They underwent a 75 g OGTT and were assigned to different groups according to the result. We evaluated the association between 1-hour OGTT and MS. Results: The mean age was 56.5 ± 12.6 years and 191 (61.5%) were female. During the OGTT, we found 28 (8.6%) subjects with diabetes, 74 (22.8%) with IGT, and 222 (68.5%) with a normal glucose tolerance test with a 2-hour glucose <140 mg/dL (NGT). In the NGT group, 124 (38.3%) had 1-hour glucose levels <155 mg/dL, while 98 (30.2%) had 1-hour glucose levels ≥155 mg/dL. Evaluating the association between the 1-hour value in the OGTT and MS, we found that subjects with a 1-hour glucose ≥155 mg/dL were more than twice as likely to have MS as those with a 1-hour glucose <155 mg/dL (odds ratio = 2.64, 95% confidence interval: 1.52 to 4.57). In addition, body mass index, fasting glycemia, triglycerides, and waist circumferences were significantly higher in subjects with 1-hour glucose levels ≥155 mg/dL compared to those with 1-hour glucose levels <155 mg/dL ( P<.05). Conclusion: Among subjects with IFG, performing an OGTT was helpful to identify subjects with 1-hour glucose levels ≥155 mg/dL and NGT who were significantly more likely to have MS and a worse cardiometabolic risk profile. Abbreviations: AST = aspartate aminotransferase; BMI = body mass index; CI = confidence interval; IFG = impaired fasting glucose; IGT = impaired glucose tolerance; LDL = low-density lipoprotein; MS = metabolic syndrome; NGT = normal glucose tolerance; OGTT = oral glucose tolerance test; OR = odds ratio; T2DM = type 2 diabetes; TG = triglycerides


2013 ◽  
Vol 20 (9) ◽  
pp. 1273-1276 ◽  
Author(s):  
I Wens ◽  
U Dalgas ◽  
N Deckx ◽  
N Cools ◽  
BO Eijnde

Based on current literature, it is not clear if multiple sclerosis (MS) patients are at increased risk to develop impaired glucose tolerance (IGT). Eighty-one MS patients and 45 healthy controls (HC) performed an oral glucose tolerance test. IGT was defined as a fasting glucose concentration of 6.1–6.9 mmol/l and two-hour post-load glucose of 7.8–11.1 mmol/l. The prevalence of impaired fasting glucose concentrations (17% vs 2%) and IGT (11% vs 0%) was higher in MS patients than HC. Accordingly, the areas under the glucose and insulin curves were higher in MS patients. The current study demonstrates an elevated IGT-prevalence in MS.


2014 ◽  
Author(s):  
Ελένη Κοτανίδου

Εισαγωγή: Το θετικό ενεργειακό ισοζύγιο το οποίο προκύπτει σε έναν οργανισμό από την αυξημένη λήψη ενέργειας μέσω της τροφής και την μειωμένη δαπάνη της μέσω της άσκησης, αποθηκεύεται με τη μορφή του λίπους. Η συσσώρευση αυτή του σωματικού λίπους οδηγεί στην ανάπτυξη της παχυσαρκίας. Η παιδική παχυσαρκία αποτελεί ένα νόσημα με επιδημική διάσταση, αφού επιπολάζει περίπου ένα στα δέκα παιδιά του εθνικού πληθυσμού. Στην παθοφυσιολογία της παχυσαρκίας σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η δομική μονάδα του λιπώδους ιστού, το λιποκύτταρο μέσω των κυτταροκινών που εκκρίνει. Οι κυτταροκίνες αυτές ονομάζονται λιποκυτταροκίνες και έχει αποδειχθεί οτι έχουν την δυνατότητα να δρουν αυτοκρινικά, παρακρινικά και ενδοκρινικά. Η απελίνη αποτελεί μία πεπτιδική ορμόνη η οποία ανοίκει στην οικογένεια των λιποκυτταροκινών αφού συντίθεται και εκκρίνεται απο το λιποκύτταρο. Ως λιποκυτταροκίνη η σχέση της απελίνη με την παχυσαρκία τελεί η υπό διερεύνηση. Στους παχύσαρκους ενήλικες, η απελίνη έχει συσχετισθεί στενά με το υπερβάλλον βάρος ενώ αντίθετα στα παχύσαρκα παιδιά και εφήβους τα μέχρι σήμερα διαθέσιμα ερευνητικά δεδομένα είναι ελάχιστα και αντικρουόμενα. Ο υποδοχέας της απελίνης APJ ανοίκει στους G-protein –coupled υποδοχείς. Το γονίδιο που τον κωδικοποιεί (APLNR) φέρει πολλαπλές σημειακές μεταλλάξεις κάποιες εκ των οποίων έχουν προταθεί ως λειτουργικοί πολυμορφισμοί. Ο G212A πολυμορφισμός του γονιδίου του υποδοχέα της απελίνης έχει μελετηθεί στενά σε σχέση με το καρδιαγγειακό σύστημα. Τόσο στην ιδιοπαθή διατατική μυοκαρδιοπάθεια όσο και στην στεφανιαία νόσο, έχει δειχθεί οτι το 212Α αλλήλιο του G212A πολυμορφισμού του γονιδίου APLNR ασκεί ευεργετική επίδραση στην ομοιόσταση του οργανισμού. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής ήταν αφενός η μέτρηση των επιπέδων της απελίνης στον ορό παχύσαρκων παιδιών και παχύσαρκων εφήβων και αφετέρου ο προσδιορισμός του G212A πολυμορφισμού του γονιδίου του υποδοχέα της απελίνης στα παχύσαρκα παιδιά και εφήβους προς αναζήτηση συσχετίσεων. Υλικό και Μέθοδοι: Για το σκοπό αυτό μελετήθηκαν 90 παχύσαρκοι συμμετέχοντες (45 παιδιά/45 έφηβοι) και 90 συμμετέχοντες φυσιολογικού βάρους μετά από στάθμιση των δύο ομάδων ως προς την ηλικία και το φύλο, οι οποίοι προσήλθαν και εξετάστηκαν στο Παιδοενδοκρινολογικό τμήμα της Δ’ Παιδιατρική Κλινικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκη. Διενεργήθηκε πλήρης καταγραφή του ατομικού και οικογενειακού ιστορικού, πλήρης και κατά συστήματα κλινική εξέταση και αιμοληψία σε καθεστώς νηστείας προκειμένου να διενεργθεί ο εργαστηριακός έλεγχος. Στον παχύσαρκο πληθυσμό της διδακτορικής διατριβής ο μεταβολισμός της γλυκόζης εκτιμήθηκε με την διεξαγωγή δοκιμασίας από του στόματος ανοχής γλυκόζης (oral glucose tolerance test, OGTT). Ακολούθως, τα επίπεδα της απελίνης στον ορό προσδιορίσθηκαν με την τεχνική της ενζυμική ανοσοανάλυσης (enzyme-linked immunosorbent assay, ELISA). Προκειμενου να διενεργηθεί η γονιδιακή μελέτη, το γενετικό υλικό (DNA) των παχύσαρκων ασθενών απομονώθηκε από το ολικό περιφερικό τους αίμα. Μετά την ενίσχυση του γενετικού τους προιόντος σε κάθε παχύσαρκο ασθενή προσδιορίστηκε ο G212A πολυμορφισμός. Αποτελέσματα: Φυσιολογικό μεταβολισμό γλυκόζης παρουσίαζαν 26 παχύσαρκα άτομα. Η πλειονότητα των συμμετεχόντων παχύσαρκων ασθενών βρισκόταν σε προδιαβητική κατάσταση (64/90). Η πιο συχνή διαταραχή του μεταβολισμού της γλυκόζης ήταν ο συνδυασμός υπεργλυκαιμίας νηστείας (Impaired fasting glucose, IFG) και διαταραγμένης ανοχής γλυκόζης (impaired glucose tolerance, IGT) ο οποίος βρέθηκε σε 25 ασθενείς. Ακολούθως μεμονωμένη IFG διαγνώστηκε σε 22/90 παχύσαρκους και τέλος μεμονωμένη IGT βρέθηκε σε 17/90 παχύσαρκους. Τα επίπεδα της απελίνης στον ορό βρέθηκαν σημαντικά μειωμένα στους παχύσαρκους συγκριτικά με τους υγιείς συμμετέχοντες (1.45 ngmL-1 (0.63-4.54) vs 1.91 ngmL-1 (0.55-4.71), p:0.001). Διαχωρίζοντας το δείγμα με βάση το στάδιο ενήβωσης, η μείωση της απελίνης στον ορό διατηρούνταν σε στατιστικά σημαντικό επίπεδο μόνο στα παχύσαρκα προεφηβικά παιδιά (1.56 ngmL-1 (0.67-3.9) vs 2.02 ngmL-1 (0.55-4.66), p:0.007). Οι παχύσαρκοι έφηβοι παρουσίαζαν στατιστική τάση για χαμηλότερα επίπεδα απελίνης σε σύγκριση με τους υγιείς εφήβους (p:0.051). Με βάση την κατάσταση του μεταβολισμού της γλυκόζης τους, μόνο οι παχύσαρκοι με διαταραγμένο μεταβολισμό γλυκόζης είχαν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα απελίνης σε σχέση με αυτά των υγιών (1.40 ngmL-1 (0.63-4.54) vs 1.90 ngmL-1 (0.55-4.71), p:0.002). Η κατανομή του G121A πολυμορφισμού στους παχύσαρκους διαμορφώθηκε ως εξής για κάθε γονότυπο: GG:53.3%, GA:38.9%, ΑΑ:7.8%. Η συχνότητα εμφάνισης των γονοτύπων στο δείγμα της παρούσας διατριβής δεν διέφερε από την αναμενόμενη συχνότητα της Καυκάσιας φυλής κατά HapMap (HapMap: GG:46.9%, GA:39.8%, ΑΑ:13.3%, p:0.232). Ο G212A πολυμορφισμός συσχετίστηκε σημαντικά με τα επίπεδα απελίνης στον ορό των παχύσαρκων (p:0.038). Στους παχύσαρκους, οι GG και GA γονοτυπικές ομάδες παρουσίαζαν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα απελίνης ορού, σε σύγκριση με την ΑΑ ομάδα (p:0.013, p:0.016 αντίστοιχα). Συμπεράσματα: Τα παχύσαρκα παιδιά παρουσιάζουν χαμηλότερα επίπεδα απελίνης στον ορό συγκριτικά με τα παιδιά φυσιολογικού βάρους. Ο διαταραγμένος μεταβολισμός της γλυκόζης διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, και σχετίζεται στενά με την μείωση της κυκλοφορούσας απελίνης σε καθεστώς παχυσαρκίας. Στην παχυσαρκία, ο ΑΑ γονότυπος του G212A πολυμορφισμού του γονιδίου του υποδοχέα της απελίνης, αποτελεί ευεργετικό παράγοντα για την διατήρηση των επιπέδων της απελίνης σε υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με τους GA/GG γονοτύπους.


Sign in / Sign up

Export Citation Format

Share Document