scholarly journals Testing bidirectional associations among emotion regulation strategies and substance use: a daily diary study

Addiction ◽  
2017 ◽  
Vol 112 (4) ◽  
pp. 695-704 ◽  
Author(s):  
Nicole H. Weiss ◽  
Krysten W. Bold ◽  
Tami P. Sullivan ◽  
Stephen Armeli ◽  
Howard Tennen
2021 ◽  
Vol 45 (2) ◽  
pp. 235-247
Author(s):  
R. Wilms ◽  
R. Lanwehr ◽  
A. Kastenmüller

AbstractCurrently, emotion regulation goals are being perceived as highly situational. This assumption might be wrong, though, as the preeminent measure [the intraclass coefficient (1), ICC(1)] overestimates the proportion of within-variance under the condition of measurement error. We therefore empirically test whether emotion regulation goals represent more of a between-person or a within-person phenomenon, using the reliability-adjusted ICC(1). A total of 305 students participated in a daily diary study and answered a questionnaire about their emotion regulation goals in the most negative event of the day over the course of 9 days. Multilevel analyses suggest that emotion regulation goals vary more between persons than heretofore assumed, especially for hedonic goals, but also for social goals. Besides, we show substantial differences in the within-variance across individuals. We conclude by discussing theoretical implications for general and clinical psychology.


2017 ◽  
Author(s):  
Καρολίνα-Ιωάννα Δουλουγέρη

Εισαγωγή και στόχοι έρευνας: Ως σκοπός της παρούσας διατριβής τέθηκε η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού περιβάλλοντος των Ιατρικών Σχολών της Ελλάδας, ώστε να διαπιστωθεί αν υπάρχει διάσταση μεταξύ των αρχών του επαγγελματισμού, όπως διδάσκονται στο επίσημο αναλυτικό πρόγραμμα (formal curriculum) και την «άτυπη» μάθηση μέσω παραδείγματος με την οποία, έρχονται καθημερινά σε επαφή οι φοιτητές. Αυτή η άτυπη μάθηση αναφέρεται ως κρυφό πρόγραμμα σπουδών (hidden curriculum) στη διεθνή βιβλιογραφία και έχει συνδεθεί με την ανάπτυξη επαγγελματικής ταυτότητας στους φοιτητές Ιατρικής.Στόχος της διδακτορικής διατριβής είναι να απαντήσει στα παρακάτω ερευνητικά ερωτήματα: ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του κρυφού προγράμματος σπουδών; πως το κρυφό πρόγραμμα σπουδών επηρεάζει την συναισθηματική και επαγγελματική ανάπτυξη των φοιτητών Ιατρικής; ποια γεγονότα που συναντούν οι φοιτητές καθημερινά στην Ιατρική σχολή ή το νοσοκομείο, θεωρούν σημαντικά; πώς αυτά τα περιστατικά επηρεάζουν τη μάθηση του επαγγελματισμού; ποια είναι τα πιο αξιομνημόνευτα περιστατικά για ένα φοιτητή Ιατρικής κατά τη διάρκειά των σπουδών του; ποια συναισθήματα προκαλούν στους φοιτητές τα περιστατικά αυτά και πώς τα διαχειρίζονται; ποιες διεργασίες αυτοκριτικής (self reflection) χρησιμοποιούν οι φοιτητές Ιατρικής όταν κάνουν ανασκόπηση στα περιστατικά αυτά και τι είδους μαθήματα επαγγελματισμού αποκομίζουν; Μέθοδος: Η διδακτορική διατριβή αποτελείται από τέσσερις έρευνες που αποσκοπούν στην απάντηση των παραπάνω ερευνητικών ερωτημάτων. Αρχικά, έγινε μια μία συστηματική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας με στόχο τη σύνθεση ερευνών που διερευνούν το κρυφό πρόγραμμα σπουδών ώστε να διερευνήσει ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του και σε τι είδους «κρυφά» ή αντικρουόμενα μηνύματα εκτίθενται οι φοιτητές κατά τη διάρκεια των σπουδών τους. Δεύτερον, διενεργήθηκε μια έρευνα ημερολογίου (diary study) με στόχο τη διερεύνηση των καθημερινών εμπειριών που βιώνουν οι φοιτητές Ιατρικής στη σχολή και στο χώρο του νοσοκομείου τόσο σε προ κλινικό όσο και σε κλινικό επίπεδο και πως αυτές επηρεάζουν τη συναισθηματική και επαγγελματική τους ανάπτυξη. Τρίτον, διενεργήθηκε έρευνα βασισμένη σε ομάδες εστίασης (focus groups) με στόχο την επικύρωση των θεμάτων που αναδείχθηκαν στην έρευνα ημερολογίου και τη σε βάθος διερεύνηση θεμάτων σχετικών με τον επαγγελματισμό.Τέταρτον, διενεργήθηκε μια εκτενής ποιοτική έρευνα βασισμένη σε ατομικές συνεντεύξεις σχετικά με τις απόψεις των φοιτητών Ιατρικής πάνω σε θέματα επαγγελματισμού. Στόχος της έρευνας ήταν να διερευνήσει σημαντικά γεγονότα (critical incidents) που επηρεάζουν τη συναισθηματική και επαγγελματική ανάπτυξη των φοιτητών. Επιπρόσθετα διερευνήθηκαν τα συναισθήματα που βίωσαν οι φοιτητές όταν βίωσαν τα περιστατικά καθώς και οι τρόποι διαχείρισης αυτών (emotion regulation strategies). Τέλος οι φοιτητές κλήθηκαν να αναστοχαστούν πάνω στη γνώση που αποκόμισαν από αυτά τα γεγονότα που αφηγήθηκαν και η αυτοκριτική τους ικανότητα (self-reflection) αξιολογήθηκε. Αποτελέσματα: Σύμφωνα με τη βιβλιογραφική ανασκόπηση, οι φοιτητές Ιατρικής εκτίθενται σε πολλαπλά και συχνά αντικρουόμενα μηνύματα ως προς το τι συνιστά επαγγελματική συμπεριφορά. Κύριο χαρακτηριστικό του κρυφού προγράμματος σπουδών αναδείχθηκε η ύπαρξη άκαμπτης ιεραρχίας στην Ιατρική Σχολή αλλά και στο νοσοκομείο που θέτει τους αποδεκτούς κανόνες συμπεριφοράς που συχνά έρχονται σε αντίθεση με τις επίσημες θέσεις του επαγγελματισμού. Οι αποδεκτοί κανόνες συμπεριφοράς στο εκάστοτε περιβάλλον συνήθως μεταδίδονται μέσω των προτύπων συμπεριφοράς (role models) που είναι οι εκπαιδευτές. Αυτά τα αντικρουόμενα μηνύματα που λαμβάνουν οι φοιτητές Ιατρικής καλούνται να τα αποκωδικοποιήσουν ώστε να χτίσουν μια επαγγελματική ταυτότητα που θα διευκολύνει την κοινωνικοποίηση στο κλινικό περιβάλλον.Τα αποτελέσματα των ομάδων εστίασης και της έρευνας ημερολογίου έδειξαν την ύπαρξη ενός ισχυρού κρυφού προγράμματος σπουδών κατά τη διάρκεια της Ιατρικής εκπαίδευσης, το οποίο φαίνεται να επηρεάζει τους φοιτητές σε συναισθηματικό επίπεδο. Όταν οι φοιτητές Ιατρικής αξιολόγησαν τις καθημερινές τους εμπειρίες ανέγεραν ότι εκτίθενται εξίσου σε θετικά και αρνητικά πρότυπα συμπεριφοράς. Κύρια χαρακτηριστικά του εκπαιδευτικού περιβάλλοντος που κρίθηκαν ως αναγκαία για την επαγγελματική και συναισθηματική τους ανάπτυξη ήταν η κουλτούρα σεβασμού προς όλα τα μέλη του οργανισμού (φοιτητές, ασθενείς) και η αίσθηση ότι η εκπαίδευση των φοιτητών είναι προτεραιότητα των καθηγητών τους κυρίως στο κλινικό επίπεδο. Επίσης οι αμοιβαίες και αυθεντικές σχέσεις με καθηγητές και ασθενείς θεωρήθηκαν θετικές και πως διευκολύνουν τη μάθηση, σε αντίθεση με αλληλεπιδράσεις όπου φοιτητές ή ασθενείς είχαν ένα παθητικό ρόλο στη διαδικασία. Αντίθετα, ή έρευνα με ομάδες εστίασης και η έρευνα που βασίστηκε σε ατομικές συνεντεύξεις κατέγραψε κυρίως αρνητικά περιστατικά συμπεριφοράς από επαγγελματίες με υψηλότερη θέση στην ιεραρχία του νοσοκομείου προς φοιτητές ή ασθενείς. Τα πιο συχνά συναισθήματα που ανέφεραν οι φοιτητές ήταν σοκ και έκπληξη, ακολουθούμενα από συναισθήματα όπως ντροπή, λύπη, θυμός ή άγχος. Οι στρατηγικές διαχείρισης των αρνητικών συναισθημάτων αφορούσαν κυρίως στην αποφυγή της κατάστασης ή την καταπίεση των συναισθημάτων και την υιοθέτηση συναισθηματικής ουδετερότητας. Επιπρόσθετα, οι φοιτητές Ιατρικής παρόλο που εκτίθενται σε πολλά και συχνά αρνητικά γεγονότα, δεν συνηθίζουν να κάνουν ανασκόπηση σε αυτά τα περιστατικά. Η έρευνα έδειξε χαμηλό επίπεδο αυτοκριτικής ικανότητας που δεν οδηγούσε σε βαθιά συμπεράσματα σε σχέση με τον επαγγελματισμό, χάνοντας έτσι οι φοιτητές Ιατρικής μια ευκαιρία να μετατρέψουν σε μάθηση ακόμη και μια αρνητική εμπειρία. Συζήτηση: Συνολικά η διδακτορική διατριβή ανέδειξε, την ύπαρξη ισχυρής ιεραρχίας στα νοσοκομεία όπου εκπαιδεύονται οι φοιτητές ιατρικής κάτι το οποίο δυσχεραίνει την επικοινωνία και την αλληλεπίδραση μεταξύ ιατρών και ασθενών, καθώς και την αλληλεπίδραση φοιτητών με τους εκπαιδευτές τους. Η διδακτορική διατριβή ανέδειξε τη σημασία που δίνουν οι φοιτητές στις σχέσεις που αναπτύσσουν με τους εκπαιδευτές τους, την ανάγκη να νιώθουν ότι το περιβάλλον μάθησης διακατέχεται από σεβασμό και ότι οι καθηγητές τους να θεωρούν το ρόλο τους ως εκπαιδευτές ισάξια σημαντικό με το ρόλο του γιατρού. Μέσω αυτών των αλληλεπιδράσεων οι φοιτητές μαθαίνουν πώς να επικοινωνούν και συνεργάζονται και αναπτύσσουν την επαγγελματική τους ταυτότητα. Οι φοιτητές Ιατρικής βρίσκονται αντιμέτωποι με μια σειρά από έντονες και απαιτητικές εμπειρίες που τους προξενούν συναισθήματα τα οποία δεν μαθαίνουν πώς να διαχειρίζονται κατά τη διάρκεια της Ιατρικής Εκπαίδευσης. Έτσι οι πιο συχνές μέθοδοι διαχείρισης συναισθημάτων παραμένουν η αποφυγή και η καταπίεση τους. Αυτό σε συνδυασμό με μειωμένη αυτοκριτική διάθεση, οδηγεί τους φοιτητές στο να μην αξιολογούν πως αυτά τα περιστατικά τους επηρεάζουν σε επαγγελματικό και συναισθηματικό επίπεδο.


2019 ◽  
Vol 45 ◽  
pp. 101566
Author(s):  
Katherine A. Tamminen ◽  
Elizabeth Page-Gould ◽  
Benjamin Schellenberg ◽  
Tess Palmateer ◽  
Sabrina Thai ◽  
...  

2021 ◽  
Vol 12 ◽  
Author(s):  
Margaux Verschueren ◽  
Laurence Claes ◽  
Nina Palmeroni ◽  
Leni Raemen ◽  
Tinne Buelens ◽  
...  

Introduction: Adolescence is the most critical life period for the development of eating disorder (ED) symptomatology. Although problems in identity functioning and emotion dysregulation have been proven important risk and maintaining factors of ED symptomatology, they have never been integrated in a longitudinal study.Methods: The present study is part of the Longitudinal Identity research in Adolescence (LIA)-study and aimed to uncover the temporal interplay between identity functioning, cognitive emotion regulation, and ED symptomatology in adolescence. A total of 2,162 community adolescents (Time 1: 54% female; Mage = 14.58, SD = 1.88, range = 10–21 years) participated at three measurement points with 1-year intervals. They reported on identity functioning (identity synthesis and identity confusion), cognitive emotion regulation (rumination, catastrophizing, and positive reappraisal), and ED symptomatology (drive for thinness and bulimia symptoms).Results: Cross-lagged paths could be fixed for boys and girls and showed bidirectional associations between both dimensions of identity functioning and both rumination and catastrophizing over time. Similarly, these maladaptive cognitive emotion regulation strategies were bidirectionally related to ED symptomatology over time. Finally, indirect pathways pointed to bidirectional associations between both dimensions of identity functioning and bulimia symptoms through rumination and catastrophizing. Only unidirectional associations emerged for drive for thinness and almost no cross-lagged associations were found with positive reappraisal.Conclusion: The present study demonstrates that identity confusion may contribute to the development of ED symptomatology in adolescence through cognitive emotion dysregulation. It also reveals that these ED symptoms hamper identity development through emotion dysregulation. These results stress the importance of targeting both identity functioning and cognitive emotion regulation in the prevention and intervention of ED symptoms.


Sign in / Sign up

Export Citation Format

Share Document