Spatially resolved monitoring of crystalline suprastructure and molecular orientation in α- and β-nucleated polypropylene pipes using differential scanning calorimetry, infrared microscopy, and polarized light microscopy

2013 ◽  
Vol 130 (6) ◽  
pp. 4182-4190 ◽  
Author(s):  
Tobias Schuster ◽  
Karsten Rode ◽  
Robert Brüll ◽  
Jürgen Heinemann ◽  
Hansgeorg Haupt
2013 ◽  
Vol 8 (3) ◽  
pp. 155892501300800
Author(s):  
Prabhakar Gulgunje ◽  
Gajanan Bhat ◽  
Joseph Spruiell

The influence of molecular orientation on the melting behavior of draw-annealed poly(phenylene sulfide) fibers is investigated in the present paper. Tools used to probe the investigation were differential scanning calorimetry, polarized light optical microscopy, wide angle X-ray diffraction, and small angle X-ray diffraction. It is shown that molecular orientation in the crystalline and amorphous regions play a key role in crystal rearrangement during melting. A probable mechanism by which amorphous orientation influences crystal rearrangement is also discussed.


2020 ◽  
Vol 71 (1) ◽  
pp. 336
Author(s):  
S. Sahu ◽  
M. Ghosh ◽  
D. K. Bhattacharyya

Rice bran oil fatty acid distillate (RBOFAD) is an important by-product obtained from the physical refining process. This fatty acid distillate contains high a amount of Unsaponifiable Matter (γ-oryzanol 3.27 gm/100gm UM; total tocopherol 10.93 mg/100 g UM; total phytosterol 21.81 g/100g UM; squalene 1.15 g/100 g UM and total fatty alcohol 73.34 g/100 g UM) and free fatty acids. Antioxidant-rich Oleogels were obtained from rice bran wax (RBW), rice bran oil fatty acid distillate (RBOFAD) and refined rice bran oil. The main objective of this study was to utilize the antioxidant-rich unsaponifiable matter of RBOFAD (UMRBOFAD) as an organogelator along with rice bran wax, which also acts as a good organogelator. Antioxidant-rich oleogel was prepared using UMRBFAD, ethylcellulose (EC) and RBW at 2%, 2%, 3% on weight basis, respectively, in refined rice bran oil and this antioxidant-rich oleogel was compared with rice bran oil oleogel using RBW at 7% on weight basis of rice bran oil. These oleogels were evaluated using a combination of techniques such as differential scanning calorimetry (DSC), polarized light microscopy (PLM), Viscosity, synchrotron radiation X-ray diffraction (SR-XRD) and FTIR Spectroscopy. The differential scanning calorimetry (DSC) measured the thermal properties of rice bran oil oleogel and high antioxidant-rich oleogel. Polarized light microscopy images revealed needle-like crystals for RBW. SR-XRD measurements were used for clarification of the crystal structures of the building blocks of these oleogels. The antioxidant activities of oleogels were evaluated involving DPPH and ABTS assays.


Author(s):  
Maryam Bari ◽  
Alexei A. Bokov ◽  
Zuo-Guang Ye

Polarized light microscopy reveals twin domains and symmetry of the phases in CH3NH3PbBr3 crystal; domain structure remains unresponsive to electric field but changes under external stress, confirming ferroelasticity while ruling out ferroelectricity.


1994 ◽  
Vol 2 (4) ◽  
pp. 16-16
Author(s):  
Walter C. McCrone

Having been brought up on monocular microscopes I find the omnipresent binocular systems a luxury. To support this viewpoint I'd like to suggest some benefits you may not have considered.Because I'm used to monocular viewing I sometimes use two different oculars, say 10X and 25X, in order to scan quickly to find an area of interest and then to examine the detail with higher magnification. Occasionally I use both oculars simultaneously and “concentrate” on either image to the exclusion of the other. A better way is to set the interocular distance at the extreme setting most different from your own interocular distance. By moving your head about a centimeter either way you can use either ocular.


Cartilage ◽  
2021 ◽  
pp. 194760352199088
Author(s):  
Hannah Mantebea ◽  
Syeda Batool ◽  
Mouhamad Hammami ◽  
Yang Xia

Objective In order to appreciate the roles articular cartilage of sesamoid bones and sesamoid fibrocartilage play in anatomy and pathology, the articular cartilage of the patella ( n = 4) and suprapatella ( n = 4) (a sesamoid fibrocartilage) of 12 to 14 weeks old New Zealand rabbits were studied qualitatively and quantitatively. Design/Method The intact knee joints and block specimens from the joints were imaged using microscopic magnetic resonance imaging (µMRI) at a 97.6-µm pixel resolution for the former and 19.5-µm resolution for the latter. Histological sections were made out of the µMRI-imaged specimens, which were imaged using polarized light microscopy (PLM) at 0.25-, 1-, and 4-µm pixel resolutions. Results The patella cartilage varied in thickness across the medial to lateral ends of the sesamoid bone with the central medial aspect slightly thicker than the lateral aspect. The suprapatella fibrocartilage decreased proximally away from the knee joint. Quantitative results of patellar cartilage showed strong dependence of fiber orientation with the tissue depth. Three histological zones can be clearly observed, which are similar to articular cartilage from other large animals. The sesamoid fibrocartilage has one thin surface layer (10 µm thick) of parallel-arranged structured fibers followed immediately by the majority of random fibers in bulk tissue. T2 relaxation time anisotropy was observed in the patellar cartilage but not in the bulk fibrocartilage. Conclusion Given the different functions of these 2 different types of cartilages in joint motion, these quantitative results will be beneficial to future studies of joint diseases using rabbits as the animal model.


2018 ◽  
Author(s):  
Αικατερίνη Παπαδάκη

Η παρούσα διδακτορική διατριβή εστίασε στην επεξεργασία πρώτων υλών της βιομηχανίας τροφίμων, όπως ακατέργαστη ζάχαρη, μελάσα, σογιάλευρο και παράπλευρα ρεύματα από την επεξεργασία εξευγενισμού των βρώσιμων ελαίων, στα πλαίσια ανάπτυξης καινοτόμων βιοδιυλιστηρίων. Ο στόχος ήταν η ανάπτυξη των κατάλληλων βιοδιεργασιών που θα οδηγήσουν στην παραγωγή νέων προϊόντων βιο-οικονομίας, με ευρεία εφαρμογή στη βιομηχανία τροφίμων. Ειδικότερα, πραγματοποιήθηκε ποσοτικός προσδιορισμός της χημικής σύστασης των πρώτων υλών με σκοπό να προσδιοριστούν τα κυριότερα συστατικά αυτών, όπως ελεύθερα σάκχαρα, άζωτο, πρωτεΐνη, φαινολικά συστατικά, τέφρα, περιεκτικότητα σε νερό, ιχνοστοιχεία και διαιτητικές ίνες. Με βάση τη χημική σύσταση των πρώτων υλών επιλέχθηκαν οι κατάλληλες μέθοδοι επεξεργασίας και αξιοποίησης αυτών για την βιοτεχνολογική παραγωγή ενδιάμεσων προϊόντων, όπως μικροβιακά λιπίδια, και πρόσθετων και βιολειτουργικών συστατικών τροφίμων, όπως φουμαρικό οξύ και καροτενοειδή. Επίσης, στο τελικό στάδιο της μελέτης παρήχθησαν καινοτόμα προϊόντα με ευρεία εφαρμογή στη βιομηχανία τροφίμων, όπως εστέρες λιπαρών οξέων και ελαιοπηκτές. Το πρώτο στάδιο της μελέτης εστίασε στην επεξεργασία του σογιαλεύρου με ενζυμικές βιοδιεργασίες, με στόχο την αξιοποίηση των πρωτεϊνών του σογιαλεύρου για την παραγωγή θρεπτικού μέσου κατάλληλου για μικροβιακές ζυμώσεις. Η διεργασία αυτή περιελάμβανε την παραγωγή ακατέργαστων πρωτεολυτικών ενζύμων μέσω ζύμωσης στερεής κατάστασης και χρήση των ενζύμων αυτών για την υδρόλυση του σογιαλεύρου. Η ενζυμική υδρόλυση βελτιστοποιήθηκε όσον αφορά τη θερμοκρασία υδρόλυσης και την αρχική ενζυμική ενεργότητα. Το παραχθέν υδρόλυμα σογιαλεύρου αξιολογήθηκε μέσω του χημικού προσδιορισμού του αζώτου των ελεύθερων αμινομάδων των αμινοξέων και των πεπτιδίων (free amino nitrogen - FAN) και του ανόργανου φωσφόρου.Το υδρόλυμα σογιαλεύρου χρησιμοποιήθηκε ως θρεπτικό μέσο στην προκαλλιέργεια ανάπτυξης του μυκητιακού στελέχους Rhizopus arrhizus NRRL 2582 με στόχο τη βιοτεχνολογική παραγωγή φουμαρικού οξέος. Σε αυτό το στάδιο της μελέτης πραγματοποιήθηκαν ασυνεχείς και ημι-συνεχείς ζυμώσεις σε αναδευόμενες φιάλες χρησιμοποιώντας διαφορετικές πρώτες ύλες, όπως μείγμα εμπορικής γλυκόζης-φρουκτόζης, ακατέργαστη ζάχαρη και μελάσα. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η μεγαλύτερη παραγωγή φουμαρικού οξέος (40 g/L) με απόδοση 0,86 g/g επιτεύχθηκε στο υπόστρωμα ακατέργαστης ζάχαρης. Ο συνδυασμός υδρολύματος σογιαλεύρου και μελάσας δεν επέφερε ανάλογα αποτελέσματα, καθώς ο μεταβολισμός του μύκητα R. arrhizus στράφηκε προς την παραγωγή αιθανόλης. Επιπρόσθετα, ο ποσοτικός προσδιορισμός της σύστασης της μελάσας έδειξε ότι περιέχει σημαντικές ποσότητες συγκεκριμένων φαινολικών συστατικών και αυξημένη περιεκτικότητα ιχνοστοιχείων που επηρεάζουν το μεταβολισμό των μυκήτων του γένους Rhizopus. Στη συνέχεια μελετήθηκε η δυνατότητα παραγωγής μικροβιακών λιπιδίων και καροτενοειδών από την ζύμη Rhodosporidium toruloides DSM 4444. Κατά την μελέτη ασυνεχών ζυμώσεων που πραγματοποιήθηκαν σε αναδευόμενες φιάλες με υπόστρωμα ακατέργαστης ζάχαρης, η μεγαλύτερη παραγωγή μικροβιακών λιπιδίων ήταν 8,1 g/L με 23,8 g/L ξηρή κυτταρική μάζα. Ακολούθησαν ασυνεχείς ζυμώσεις με στόχο την μελέτη της επίδρασης διαφορετικών θρεπτικών συστατικών (π.χ. φωσφορικών αλάτων και ιχνοστοιχείων) στην παραγωγή μικροβιακών λιπιδίων. Τα καλύτερα αποτελέσματα (12,7 g/L συγκέντρωση μικροβιακών λιπιδίων με 59% κ.β. λιποπεριεκτικότητα) σημειώθηκαν με την προσθήκη τόσο των φωσφορικών αλάτων όσο και του μείγματος των ιχνοστοιχείων. Στη συνέχεια, πραγματοποιήθηκαν ημι-συνεχείς ζυμώσεις σε βιοαντιδραστήρα σε υπόστρωμα μελάσας με χρήση εμπορικών πηγών αζώτου ή υδρολύματος σογιαλεύρου. Η χρήση υδρολύματος σογιαλεύρου σε ημι-συνεχείς ζυμώσεις οδήγησε στη μεγαλύτερη παραγωγή μικροβιακών λιπιδίων (18,4 g/L) με ταυτόχρονη παραγωγή καροτενοειδών με μέγιστη περιεκτικότητα 88,9 μg/g ξηρής κυτταρικής μάζας.Ακολούθως, η ερευνητική μελέτη επικεντρώθηκε στην παραγωγή διαφόρων χημικών προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας, ως καινοτόμες εφαρμογές της χρήσης μικροβιακών λιπιδίων αλλά και της αξιοποίησης και επεξεργασίας των παράπλευρων ρευμάτων που προκύπτουν από τον εξευγενισμό των φυτικών ελαίων. Αρχικά, η ενζυμική μετατροπή των μικροβιακών και φυτικής προέλευσης λιπιδίων για την παραγωγή εστέρων μελετήθηκε με την χρήση ελαϊκής, παλμιτικής και βεχενυλικής αλκοόλης. Οι εστέρες αυτοί που παράγονται από αλκοόλες μεγάλης ανθρακικής αλυσίδας ονομάζονται κηροί. Πραγματοποιήθηκε βελτιστοποίηση της ενζυμικής διεργασίας ως προς την θερμοκρασία και την αρχική ενζυμική ενεργότητα με χρήση εμπορικών (Novozyme 435, Lipozyme) και μη εμπορικών λιπασών, που οδήγησαν σε εξαιρετικά υψηλές αποδόσεις βιομετατροπής, έως και 94%. Μελετήθηκαν οι χημικές και φυσικές ιδιότητες των παραγόμενων βιογενών κηρών, όπως οξύτητα, αριθμός ιωδίου, αριθμός σαπωνοποποίησης, ιξώδες και θερμική συμπεριφορά με χρήση θερμιδομετρίας σάρωσης (differential scanning calorimetry, DSC), και βρέθηκαν παρόμοιες με αυτές των ευρέως χρησιμοποιούμενων φυτικών κηρών (π.χ. καρναουβικός κηρός, κηρός μέλισας κ.α.). Εν συνεχεία, η παραγωγή εστέρων με βιολιπαντικές ιδιότητες από μικροβιακά λιπίδια πραγματοποιήθηκε με χρήση των πολυολών νεοπεντυλογλυκόλη και τριμεθυλοπροπάνιο. Η ενζυμική αντίδραση καταλύθηκε από εμπορικές λιπάσες (Lipomod 34MDP) και τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο μέγιστος βαθμός εστεροποίησης που επιτεύχθηκε ήταν 88%, ενώ η καταλληλότητά τους για χρήση ως βιολιπαντικές ουσίες επιβεβαιώθηκε μέσω της μελέτης των ιδιοτήτων των εν λόγω εστέρων.Στο τελευταίο στάδιο της διδακτορικής διατριβής μελετήθηκε η ανάπτυξη ελαιοπηκτωμάτων ως καινοτόμος εφαρμογή των παραχθέντων βιογενών κηρών. Οι ελαιώδεις βάσεις για την παραγωγή ελαιοπηκτωμάτων ήταν ελαιόλαδο, σογιέλαιο και μικροβιακά λιπίδια, ενώ οι βιογενείς κηροί που χρησιμοποιήθηκαν προέρχονταν είτε από μικροβιακά λιπίδια είτε από παράπλευρα ρεύματα εξευγενισμένων ελαίων. Η αξιολόγηση των ελαιοπηκτωμάτων πραγματοποιήθηκε μέσω της μελέτης των ιδιοτήτων τους, όπως το χρώμα, η κρυσταλλική μορφή μέσω μικροσκοπίου πολωμένου φωτός (polarised light microscopy, PLM), η υφή μέσω αναλυτή υφής (texture analyser), η ρεολογική και η θερμική συμπεριφορά, με χρήση ρεομέτρου και θερμιδομετρία σάρωσης, αντίστοιχα. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι ιδιότητες των παραχθέντων ελαιοπηκτών ομοιάζουν με εκείνες τροφίμων, όπως λιπαρές ύλες επικάλυψης, και δύναται να χρησιμοποιηθούν ως υποκατάστατα κορεσμένων και trans λιπαρών υλών σε προϊόντα τροφίμων.


Sign in / Sign up

Export Citation Format

Share Document